Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015


Π. Κονδύλης για Μαρξ, Ένγκελς και 1821:
"για να στηθεί η πλοκή..."



greekheroes








Όπως γράφει ο Engels, η ελληνική επανάσταση του 1821, όπως κι η σερβική του 1804, λίγο - πολύ οφείλεται στο ρωσσικό χρυσάφι και στην ρωσσική επιρροή. Η Φιλική Εταιρεία βρισκόταν εξαρχής κάτω από ρωσσική καθοδήγηση κι οι Φιλικοί ήσαν συνειδητοί ή ασυνείδητοι πράκτορες της Ρωσσίας· ωστόσο η καθοδήγηση αυτή κρατήθηκε μυστική, για να μπορούν οι Ρώσσοι κάθε στιγμή ν' αποκηρύξουν την Εταιρεία, αν χρειαζόταν, όπως και έκαναν υποκριτικά μετά την ήττα του Υψηλάντη στην Μολδοβλαχία. Στην ρωσσική δραστηριότητα οφείλεται όμως όχι μόνο η έναρξη, αλλά και η αποπεράτωση της ελληνικής εξέγερσης, χάρη στην επέμβαση των Δυνάμεων την στιγμή που οι Έλληνες βρίσκονταν στα πρόθυρα της τελειωτικής ήττας. Χρησιμοποιώντας για τους σκοπούς της το φιλελεύθερο φιλελληνιστικό κίνημα και την συναισθηματική ατμόσφαιρα που αυτό δημιούργησε, όχι δίχως και την δική της βοήθεια, η Ρωσσία παρέσυρε τις Δυτικές Δυνάμεις να συμπαρασταθούν στους Έλληνες. Το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή του τουρκικού στόλου στο Ναβαρίνο, ενέργεια "δόλια" και παράνομη, γιατί έγινε σε καιρό ειρήνης, χωρίς δηλαδή να έχει προηγηθεί κήρυξη πολέμου εναντίον της Τουρκίας. Τέλος, η ελληνική ελευθερία και η ίδρυση του ελληνικού κράτους επισφραγίστηκε από την ρωσσική προέλαση του 1829, η οποία συνδυάστηκε με την ταυτόχρονη φιλελληνική παρέμβαση ενός Palmerston καθοδηγούμενου στις ενέργειές του από τις ρωσσικές επιθυμίες. 
Θα ήταν πρόωρη η επίκριση, ότι εδώ επιχειρείται μια μονομερής πολιτική και διπλωματική ανάλυση, που επιπλέον δεν παίρνει καθόλου υπόψη της τις ενέργειες εκείνων, οι οποίοι ήσαν εξ ορισμού απαραίτητοι, έστω και στον ρόλο του ανδρεικέλου, για να στηθεί η πλοκή και να σταθεί η δυνατή έκβαση όλης αυτής της ιστορίας. Γιατί, θέλοντας ακριβώς να εξηγήσει, ποιοι ενδογενείς λόγοι έκαναν τους Έλληνες του 1821 - ή εν πάση περιπτώσει μια βαρύνουσα μερίδα τους - ευεπίφορους σε επαναστατικά κηρύγματα ή έστω σε επαναστατικές υποκινήσεις, ο Engels προσφέρει συνοπτικά μια κοινωνιολογική ερμηνεία, η οποία μόλις ύστερα από λίγες δεκαετίες εμφανίστηκε στην ελληνική ιστοριογραφία, και μάλιστα με αξιώσεις πρωτοτυπίας. Όπως ξέρουμε, ήδη στα 1853 ο Engels είχε επισημάνει ότι το ελληνικό στοιχείο ανήκε στους προχωρημένους εκπροσώπους της εμπορικής δραστηριότητας στον χώρο της ευρωπαϊκής Τουρκίας, και όχι μόνο σ' αυτόν. Στα 1890 αποκαθιστά μιαν απευθείας σχέση ανάμεσα στο γεγονός τούτο και στην επαναστατική διάθεση των Ελληνων στα 1821 σε αντίθεση με την στάση άλλων βαλκανικών λαών. Ως εμπορικός λαός, γράφει, οι Έλληνες υπέφεραν περισσότερο από την τουρική κυριαρχία, εφόσον αυτή, μη μπορώντας να δημιουργήσει συνθήκες έννομης σταθερότητας απαραίτητες για την ανάπτυξη αστικής ιδιοκτησίας και οικονομίας, έθετε ανυπέρβλητους φραγμούς στην δραστηριότητά τους· αντίθετα οι αγρότες, μη αντιμετωπίζοντας παρόμοια προβλήματα και έχοντας χαμηλό πολιτισμικό επίπεδο, συμβιβάζονταν πολύ ανετότερα με τον Τούρκο κυρίαρχο, στον οποίο πλήρωναν απλώς ένα φόρο, ενώ συνάμα διατηρούσαν τους θεσμούς και την αυτοκυβέρνησή τους. Αλλά οι Marx και Engels έχουν δίκιο, τουλάχιστον σ' ένα κρίσιμο κάθε φορά σημείο, όχι μόνο σ' ό,τι αφορά τις κινητήριες δυνάμεις, αλλά και σ' ό,τι αφορά την έκβαση της ελληνικής επανάστασης· πρόκειται για το σημείο εκείνο, που η νεοελληνική συνείδηση - ως γνωστόν άκρως επιρρεπής και επιτήδεια στην υποκατάσταση ταπεινωτικών πραγματικοτήτων με αυτάρεσκους θρύλους - συστηματικά απωθεί, παρασύροντας και τη νεοελληνική ιστοριογραφία, η οποία συνήθως είτε το αποσιωπά είτε αρνείται να εκτιμήσει όσο πρέπει την σημασία του. Όπως ορθά τονίζουν οι Marx και Engels, η δημιουργία του ελληνικού κράτους δεν ήταν προϊόν μιας νικηφόρας, σ' όλη της την έκταση κι ίσαμε το τέλος, ντόπιας επανάστασης, παρά συντελέστηκε την στιγμή ακριβώς που η επανάσταση αυτή είχε ηττηθεί σχεδόν ολοκληρωτικά - και συντελέστηκε ως αποτέλεσμα της επέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων στην πάλη τους για σφαίρες επιρροής. Πέρα από κάθε κοινωνιολογική ανάλυση κι από κάθε κοινωνιολογισμό, μονάχα αν αναγνωρίσουμε ανεπιφύλακτα αυτό το πολιτικοδιπλωματικό factum brutum, θα είμαστε και σε θέση να κατανοήσουμε το φαινόμενο που εύστοχα ονομάστηκε "η ξενοκρατία στην Ελλάδα". Όποιος διαπιστώνει την έκταση του αποτελέσματος χωρίς να θέλει να δει όλη την έκταση της αιτίας κάνει ένα λογικό άλμα. 
Σε αντίθεση με πλείστους όσους Νεοέλληνες ιστορικούς, οι Marx και Engels είναι συνεπείς. Θεωρώντας την σύσταση του νεοελληνικού κράτους ως έκβαση (ιδιοτελών) ενεργειών των Μεγάλων Δυνάμεων, το συγκαταλέγουν φυσιολογικά στα πολιτικά φαντάσματα της Ευρώπης, που μπορούν να παραβληθούν με το τεχνητό βαγνερικό ανθρωπάριο στον "Φάουστ".  



από την Εισαγωγή του Παναγιώτη Κονδύλη στο
Κ. Μαρξ - Φρ. Ένγκελς: Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα
σε δική του μετάφραση (εκδ. Γνώση, 1985)







αν αυτή η ανάρτηση σας φάνηκε βαρετή, υπάρχουν και χειρότερα:
     ο Αλή φιλούσε αγέρωχα
        make love - not parade
           και οι Κλέφτες έσονται κλέφτες



Κυριακή 15 Μαρτίου 2015


Νίτσε:
για την τιμωρία του εγκληματία χρεώστη
από τον εξαπατημένο πιστωτή



Titian - The Flaying of Marsyas

Ο χρεώστης, για να εμπνεύσει εμπιστοσύνη όσον αφορά στην υπόσχεσή του για εξόφληση του χρέους, για να δώσει μια εγγύηση για τη σοβαρότητα και την ιερότητα της υπόσχεσής του, για να αποτυπώσει στη συνείδησή του την αναγκαιότητα της επιστροφής του χρέους ως καθήκον, υποχρέωση, δεσμεύεται, μέσω ενός συμβολαίου που κάνει με τον πιστωτή, ότι, σε περίπτωση που δεν θα πληρώσει το χρέος του, θα δώσει ως αποζημίωση κάτι άλλο του οποίου την «κατοχή» έχει, το οποίο έχει υπό την εξουσία του, για παράδειγμα το σώμα του, τη γυναίκα του, την ελευθερία του ή ακόμη και τη ζωή του (ή ακόμη, κάτω από ορισμένες θρησκευτικές προϋποθέσεις, τη μακαριότητά του, τη σωτηρία της ψυχής του και τελικά τη γαλήνη του μέσα στον τάφο: έτσι συνέβαινε στην Αίγυπτο, όπου το πτώμα του χρεώστη δεν έβρισκε γαλήνη ενώπιον του πιστωτή - και είναι αλήθεια ότι για τους Αιγύπτιους η γαλήνη αυτή δεν ήταν και μικρό πράγμα). Συγκεκριμένα, ο πιστωτής μπορούσε να υποβάλει σε κάθε είδους ταπείνωση και βασανισμό το σώμα του χρεώστη· για παράδειγμα, να του κόψει ένα κομμάτι τόσο μεγάλο όσο θα του φαινόταν ανάλογο με το χρέος - και με βάση αυτή την αντίληψη, δημιουργήθηκαν παντού και από πολύ νωρίς ακριβείς εκτιμήσεις, ενίοτε φρικιαστικές στη λεπτομέρειά τους, εκτιμήσεις με νομική ισχύ, της αξίας των διαφόρων μελών και τμημάτων του σώματος. Θεωρώ ήδη πρόοδο, απόδειξη μιας πιο ελεύθερης, πιο ευρείας, πιο ρωμαϊκής αντίληψης περί δικαίου, τη διάταξη της ρωμαϊκής Δωδεκαδέλτου που όριζε πως δεν είχε σημασία το πόσο πολύ ή το πόσο λίγο έκοβε ο πιστωτής σε μια τέτοια περίπτωση: «si plus minusve secuerunt, ne fraude esto» [αν κόβουν πολύ ή λίγο, αυτό δεν είναι από δόλο]. Ας καταστήσουμε σαφή τη λογική αυτής της μορφής συμψηφισμού: είναι αρκετά παράξενη. Η ισοδυναμία/ισαξία εξασφαλίζεται από το ότι ο πιστωτής λαμβάνει, αντί για ένα άμεσο όφελος που αντισταθμίζει τη ζημιά που υπέστη (δηλαδή, αντί για έναν συμψηφισμό με χρήμα, γη, κατοχή οποιουδήποτε είδους), ένα είδος ικανοποίησης ως αποζημίωση και συμψηφισμό - την ικανοποίηση να ασκεί ελεύθερα τη δύναμή του πάνω σε κάποιον που έχει περιέλθει σε αδυναμία, την ηδονή «de faire le mal pour le plaisir de le faire» [να κάνει το κακό από ευχαρίστηση να το κάνει], την απόλαυση της βιαιοπραγίας: και η απόλαυση αυτή είναι τόσο πιο μεγάλη όσο πιο χαμηλή και ταπεινή είναι η θέση του χρεώστη στην κλίμακα της κοινωνίας, διότι τότε η μπουκιά θα του φανεί πιο νόστιμη, και μάλιστα θα του φανεί σαν πρώτη γεύση μιας ανώτερης κοινωνικής βαθμίδας. Μέσω της «τιμωρίας» του χρεώστη, ο πιστωτής συμμετέχει στο δίκαιο των κυpίων: επιτέλους φτάνει κι αυτός μια φορά στο υψηλό συναίσθημα τού να μπορεί να περιφρονεί και να κακομεταχεφίζεται ένα ον σαν κάτι «που βρίσκεται κάτω απ' αυτόν» - ή τουλάχιστον, στην περίπτωση που η αληθινή εκτελεστική δύναμη και η εφαρμογή της τιμωρίας έχουν περιέλθει στη δικαιοδοσία των «αρχών», να μπορεί να βλέπει αν το περιφρονούν και αν το κακομεταχειρίζονται. Ο συμψηφισμός συνίσταται συνεπώς σε μια εντολή και ένα δικαίωμα στη σκληρότητα.

[...]


Ζει κανείς σε μια κοινότητα, απολαμβάνει τα προνόμια μιας κοινότητας (και τι προνόμια! συμβαίνει να τα υποτιμούμε σήμερα), κατοικεί εκεί, απολαμβάνει την προστασία και τη μέριμνα, με ειρήνη και εμπιστοσύνη, χωρίς φόβο για ορισμένες ζημιές και εχθρικές ενέργειες, στις οποίες είναι εκτεθειμένος ο άνθρωπος που βρίσκεται έξω, ο «δίχως ειρήνη» - ένας Γερμανός ξέρει ότι η λέξη Elend [αθλιότητα] σήμαινε αρχικά elend [εξορία] -, επειδή έχει δεσμευτεί, επειδή έχει αναλάβει την υποχρέωση απέναντι στην κοινότητα να απέχει ακριβώς από τέτοιες ζημιές και εχθρικές ενέργειες. Τι θα συμβεί στην αντίθετη περίπτωση; Η κοινότητα, ο εξαπατημένος πιστωτής, θα ξεπληρωθεί όσο καλύτερα μπορεί, δεν χωράει αμφιβολία γι' αυτό. Το λιγότερο που μετράει εδώ είναι η άμεση ζημιά την οποία προκάλεσε ο ένοχος: ανεξάρτητα απ' αυτήν ο εγκληματίας είναι πάνω απ' όλα ένας «παραβάτης», ένας παραβάτης του συμβολαίου και του λόγου που έδωσε στην κοινότητα, σε σχέση με όλα τα αγαθά και τις ανέσεις της κοινωνικής ζωής στην οποία συμμετείχε ώς τότε. Ο εγκληματίας είναι ένας χρεώστης, ο οποίος, όχι μόνο δεν ξεπληρώνει τα οφέλη και τις χορηγίες που πήρε, αλλά και επιτίθεται στον πιστωτή του: επομένως, όπως είναι δίκαιο, όχι μόνο του στερούν στο εξής όλα αυτά τα αγαθά και τα πλεονεκτήματα, αλλά και του υπενθυμίζουν τι σήμαινε το ότι τα είχε στη διάθεσή του. Η οργή του ζημιωμένου πιστωτή, της κοινότητας, τον ξαναστέλνει στην άγρια και εκτός νόμου κατάσταση, από την οποία τον προστάτευε ώς εκείνη τη στιγμή: τον αποδιώχνει - και τώρα μπορεί να τελεστεί σε βάρος του κάθε είδος εχθρικής ενέργειας. Η «τιμωρία», σ' αυτό το στάδιο των ηθών, είναι απλώς το ομοίωμα, ο μίμος της κανονικής συμπεριφοράς απέναντι στον μισητό, αφοπλισμένο και υποταγμένο εχθρό, ο οποίος έχει χάσει όχι μόνο κάθε δικαίωμα και προστασία αλλά και κάθε επιείκεια· πρόκειται λοιπόν για δίκαιο του πολέμου και για θρίαμβο τού Vae victis! [Ουαί τοις ηττημένοις!] σ' όλη τους την ανεπιείκεια και σκληρότητα.  Αυτό είναι που εξηγεί γιατί ο ίδιος ο πόλεμος (συμπεριλαμβανόμενης και της λατρείας των πολεμικών θυσιών) έχει δώσει στην τιμωρία όλες τις μορφές με τις οποίες εμφανίστηκε αυτή στην ιστορία. 



από τη Δεύτερη Πραγματεία
στη Γενεαλογία της Ηθικής
μτφ. Ζήση Σαρίκα
εκδ. Βάνιας, 2008


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015


Μίλτου Σαχτούρη

Κεφάλια









        Κεφάλια λάμποντα
        βέλη αναστάσιμα  
        ωραίες
        στρογγυλές ιδέες        
        
        σάπια κεφάλια
        γεμάτα 
        χαρτονομίσματα

        κεφάλια
        γεμάτα ζώα
        πονηρά μερμήγκια

        κεφάλια
        γεμάτα 
        πέμπτη σκιά
        παραληρώντας
        εκλιπαρώντας…

        κι ο χρόνος
        πάντοτε Κρόνος


        Κανίβαλος τρόμος






από τη συλλογή 
Κέδρος, 1980


Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015


στη συμπαγήν της επιβιούπολης ομίχλη



ο δρόμος σβούρα γόγγυζαν οι σκύλοι
κρέμονταν στις προθήκες ξέριζα κεφάλια
σπανίως αν κάποιος έστρεφε το βλέμμα
ένιωθε το τσιγκέλι στο κεφάλι του
τρύπαγε το κρανίο σαν παλιάν εκδίκηση
ώσπου απλωνότανε στη ράχη κατά μήκος
η διψα της πρεζότητας τηγμένη


τα βράδια
μπαίναν βιαστικοί
σε σκοτεινές εισόδους
δεν άναβαν το φως ούτε αναπνέαν
ανέβαιναν τον όροφο να βρουν ενώ
σε μια προθήκη τα κεφάλια γύριζαν
μ' έναν μηχανισμό γκριν γκρον
με τεθρασμένη μουρσική ενώ
περίμεναν εκείνες λίγο κρέας
κανένα περιοδικό για
να τους φέρουν


οι αλλαχτές 
των κεφαλιών μύριζαν
στο μαντήλι έθιμο θυμό
ποιος ξέρει πού τα πήγαιναν
τόσα κεφάλια είπαν πως
τα ξανάστηναν στη θέση τους
μα δεν συνάντησε κανείς ποτέ
στη συμπαγήν της επιβιούπολης ομίχλη
αποκεφαλισμένον με κεφάλι απάνω του



Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015


ο Τσίπρας γουλί



gifvault



Ο Τσίπρας γελούσε και ξεροκατάπινε, έμενε, λες και του είχε καθίσει ψαροκόκαλο, ξαναγελούσε με δάκρυα, τραύλιζε λέξεις ανάκατες από το Σύνταγμα της Ελλάδος, ο κόμπος στο λαρύγγι φούσκωνε σαν χειροβομβίδα του ΕΛΑΣ, ο Γλέζος έξω απ' το κουπέ τραβούσε απ' το μαλλί την Παπαρήγα, το τρένο τρανταζόταν σαν αερόπλανο, κοπάναγαν τα κεφάλια στο ταβάνι, ο Τσίπρας ήξερε πως ήταν πάλι μόνος με τον Βαρουφάκη που είχε απλώσει τις αρίδες και βρωμούσε σκόρδο, δεν υπέκυψε στον τελευταίο πειρασμό του να τα παρατήσει, να πάρει τη γυναίκα που αγάπησε να πάνε διακοπές με ωτοστόπ, πού μπλέχτηκα είχε σκεφτεί, με πήρε στο λαιμό του ο Αλαβάνος, ξύπνησε ο Βαρουφάκης κι άρχισε να κλάνει, είχε δεκατρείς κλήσεις από τον Σκουρλέτη, το τρένο γύριζε όλο γύρω σε σαλίγκαρο, είχε στη μούρη το κεφάλι του Μαρξ όπως το πλοίο στο Σουίτ Μούβι, άμα τον ξύριζαν και του 'βαζαν γυαλιά ίδιος ο Σόιμπλε θάτανε, σκέφτηκε, ο Βαρουφάκης που είχε ξανακοιμηθεί ξύπνησε μ' ένα ουάου, είδα, του είπε, μια γριά ίδια ο Ντάισελμπλουμ, ή μήπως ίδια ο Βιτγκενστάιν, μάλλον ο Βιτγκενστάιν, μου είπε Γιάνη μου το κασκόλ σου τρε μπανάλ και να το ξέρεις αν σχεδιάζεις το μέλλον βάσει του παρονθόντος θα είσαι δεισιδαίμων, ρώτα τον Δραγασάκη που είναι έμπειρος, πολύ πιο επικίνδυνος θα πει, και κάνε το αντίθετο, μου είπε, Αλέξη, τον κοίταξε με τρόμο ο Τσίπρας, θυμήθηκε που του είπε ο Λαφαζάνης σήμερα Κέινς - αύριο Μπουχάριν, τραντάχτηκε το τρένο και σταμάτησε, πλακώσανε γριούλες της γενιάς των 700 ευρώ και κάτω, νέοι των 25 με τζιν 751, κοκκινοτρίχηδες δανειολήπτες και γονυπετείς της μεσαίας τάξεως, όλοι γι' αυτόγραφα, ανθ' υμών γουλί me, ψέλλισε ο Βαρουφάκης, ο μπαρμπέρης τράβηξε απαλά την πόρτα, πέρασε την πετσέτα στον λαιμό που ξεροκατάπινε, άρχισε να κόβει βαθιά, έβγαλε μετά τη σαπουνάδα και το ξυράφι, ο Βαρουφάκης ξαναξύπνησε, αυτή τη φορά μέσα σ' εφιάλτη, όχι, Αλέξη, όχι γουλί, ούρλιαξε κι ανατρίχιασαν οι αλεπούδες, μάλλον η ανατριχίλα, όχι το ουρλιαχτό, ξύπνησε την κυρία Κικίδη - Μουλά, που απ' το τέλος του Γενάρη τη βασάνιζε η σκέψη της επιστροφής στην πατρίδα, θα περιμένω τη συμφωνία με τους εταίρους, είχε πει στον φίλο της στην Τσιάπας, τον Χοσέ, για τον Πρόεδρο δεν την πολυένοιαζε, ποτέ της δεν πίστεψε ότι θα πρότειναν Αβραμόπουλο.










Οποιαδήποτε ομοιότης 
με πραγματικά πρόσωπα, ονόματα κλπ
στο εφήμερο μικροπράμα ο Τσίπρας γουλί
είναι τελείως συμπτωματική, με εξαίρεση 
την περίπτωση της κυρίας Κικίδη - Μουλά. 
Η τελευταία εμφανίζεται για δεύτερη φορά το 2015.
Η πρώτη φορά ήταν σ' ένα φευγαλέο πέρασμα
κατά την παρουσία της υπόθεσης MHNYMAL
στο τεύχος 12 του περιοδικού ΤΕΦΛόΝ
που κυκλοφόρησε στις αρχές του Γενάρη.


Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015


πέραν κάθε σωτηρίας




vanolffen



Ένα μεσαιωνικό ανέκδοτο εξηγεί πόσο είναι δύσκολο να λέει κανείς ψέματα σε άλλους δίχως να λέει ψέματα στον εαυτό του. Είναι μια ιστορία για ό,τι συνέβη μία νύκτα σε μια κωμόπολη που στο παρατηρητήριό της υπηρετούσε μέρα - νύκτα ένας φρουρός για να προειδοποιεί τον κόσμο όταν πλησίαζε ο εχθρός. Ο φρουρός ήταν ένας άνδρας που διασκέδαζε κάνοντας φάρσες, κι εκείνη την νύκτα σήμανε συναγερμό μόνο και μόνο για να τρομάξει τους ντόπιους. Η επιτυχία του ήταν απροσδόκητη: όλοι έσπευσαν στα τείχη και τελευταίος κατέφθασε κι ο ίδιος ο φρουρός. Η ιστορία αυτή φανερώνει την έκταση στην οποία η σύλληψη της πραγματικότητας στηρίζεται στον κοινό με τους συνανθρώπους μας κόσμο, και τι δύναμη χαρακτήρα χρειάζεται για να επιμείνεις σε κάτι, αλήθεια ή ψέμα, που δεν συμμερίζονται οι άλλοι. Μ' άλλα λόγια, όσο πιο επιτυχημένος είναι ένας ψεύτης, τόσο πιο πιθανόν είναι να πέσει θύμα των δικών του χαλκευμάτων. Εξάλλου, ο χωρατατζής που εξαπατά τον εαυτό του κι αποδεικνύεται πως βρίσκεται στην ίδια μοίρα με τα θύματά του φαίνεται απείρως ανώτερος σε αξιοπιστία από τον ωμό ψεύτη, ο οποίος επιτρέπει στον εαυτό του ν' απολαμβάνει την αταξία του από απόσταση. Μόνον η αυταπάτη είναι πιθανόν να δημιουργήσει μιαν επίφαση αληθολογίας, και σε μια διαμάχη γύρω από τα γεγονότα ο μόνος πειστικός παράγοντας που κάποιες φορές ενδέχεται να επικρατήσει έναντι της ηδονής, του φόβου και του κέρδους είναι η προσωπική εμφάνιση. 
Μια ηθική προκατάληψη των ημερών είναι μάλλον σκληρή όσον αφορά το ωμό ψεύδος, ενώ η συχνά άκρως ανεπτυγμένη τέχνη της αυταπάτης συνήθως αντιμετωπίζεται με μεγάλη ανοχή και επιείκεια. Ένα από τα ελάχιστα λογοτεχνικά παραδείγματα που μπορεί να παρατεθεί σε αντίθεση με αυτήν την τρέχουσα αξιολόγηση, είναι η περίφημη σκηνή του μοναστηριού στην αρχή των Αδελφών Καραμαζώφ. Ο πατέρας, ένας αθεράπευτος ψεύτης, ρωτά τον Στάρετς: "Και τι πρέπει να κάνω για να κερδίσω τη σωτηρία;" Και ο Στάρετς απαντά: "Πάνω απ' όλα, ποτέ να μην λες ψέματα στον εαυτό σου!" Ο Ντοστογιέφσκι δεν προσθέτει καμία εξήγηση ούτε αναπτύσσει το θέμα. Επιχειρήματα που υποστηρίζουν την απόφανση ότι "είναι καλύτερο να ψεύδεσαι σε άλλους παρά να εξαπατάς τον εαυτό σου" θα πρέπει να υποδεικνύουν ότι ο ωμός ψεύτης εξακολουθεί να έχει επίγνωση της διάκρισης μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, κι έτσι η αλήθεια που κρύβει από τους άλλους δεν έχει ακόμη εξοβελιστεί εντελώς από τον κόσμο· έχει βρει σαν τελευταίο καταφύγιο τον ίδιο. Η ζημιά που έχει προκληθεί στην πραγματικότητα δεν είναι ολοκληρωτική ή οριστική, και, αντιστοίχως, η ζημιά που έχει προκληθεί στον ίδιο τον ψεύτη δεν είναι επίσης ολοκληρωτική ή οριστική. Έχει πει ψέματα, αλλά δεν είναι ακόμη ψεύτης. Ο ίδιος και ο κόσμος που εξαπάτησε δεν είναι "πέραν κάθε σωτηρίας" - για να το πούμε στη γλώσσα του Στάρετς.


Hannah Arendt, Αλήθεια και Πολιτική
μτφ. Γ. Ν. Μερτίκας
εκδ. Στάσει Εκπίποντες (2012)