Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

κ. Κικίδη - Μουλά:
η σταγόνα που ξεχείλισε




     Η οικογένεια Κικίδη, απ' την οποία κατάγεται η Ελένη, η γνωστή μας κυρία Κικίδη - Μουλά, ήταν μια τυπική μικροαστική οικογένεια σε μια κωμόπολη, αν δεν απατώμαι, της Πελοποννήσου, ίσως της νοτιοδυτικής. Αυτό δεν έχει σημασία, εξάλλου και η Ελένη και η αδερφή της, η Αργυρούλα, ζουν εδώ και χρόνια στην Αθήνα. Αν και αδερφές, οι ζωές τους δεν μοιάζουν καθόλου. Φυσικά, αυτό δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. 
     Η Ελένη Κικίδη ήταν, και παραμένει, τηρουμένων των χρονολογιών, μια καλλονή. Αν κι έχει παχύνει λίγο, συνεχίζει να αρέσει πολύ. Φυσικά, ποτέ δεν προκαλούσε με την εμφάνισή της, δεν ήταν σαχλοκούδουνο, που λένε, κάτι το οποίο δεν θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε το ίδιο πειστικά για τη Ρούλα. Αυτή η διαφορά τους στο στιλ, όχι μόνο της εμφάνισης, αλλά και της σκέψης και του τρόπου ζωής, επηρέασε δραματικά τις τύχες τους. Άλλος είναι ο τύπος που θα κοίταγε την Ελένη, άλλος εκείνος που θα του γυάλιζε η Ρούλα. Αν και η τελευταία, σίγουρα προκαλούσε κάθε αρσενικό, όχι, όμως, όλα τ' αρσενικά με τα ίδια σχέδια.   
     Τέλος πάντων...

Οι αδερφές Κικίδη σε μια οικογένεια στρείδι
μεγάλωσαν κι οι δυο. Επήγαν στο σχολειό,
αρίστευσαν, σχεδόν. Κι ύστερα, δαχτυλίδι
να βάλουν και γαμπρό ζητούσαν. Ρεμπελιό

δεν ήθελαν, βεβαίως. Ήθελαν νοικοκύρη,
ν’ ανοίξουν ένα σπίτι, να κάνουνε παιδιά.
Θέλαν παιδί τζιμάνι, όχι κανα καρμοίρη,
να έχει και ελίτσες, να παίρνουν τη σοδειά.

Η μάνα στο στασίδι, στον καφενέ ο πατέρας,
τα Σάββατα στη ντίσκο, στις 2 ακριβώς
περίμενε απέξω. Αλίμονο, εις πέρας
να φέρουν προσπαθούσαν το χρέος ευλαβώς.

Η Έλσα η Κικίδη, η μάνα η χριστιανή,
προσηύχετο, η τιμία, να δώσει η Παναγία
να βρουν οι δύο κόρες, να δώσει να φανεί
και για τις δυο γαμπρός. Θα ήτο ευλογία.

Μα μόνο η μικρή, που ήταν πεταχτούλα,
τραβούσε αρσενικά. Η άλλη, η μεγάλη,
η Ελένη δηλαδή, δεν ζήλευε τη Ρούλα
που φίρμες απαιτεί στιλ εξαντρίκ να βάλει.



     Η Ρούλα, γνώρισε το Γιώργο το Λαδή, τον εισοδηματία. Και παντρεύτηκαν. Η Ελένη, κουλτουριάρα στην Αθήνα, πια, μπλέχτηκε σε άλλους κύκλους, ολίγον αριστερούς, ολίγον εξτρίμ, γνώρισε το Μήτσο το Μουλά, τον καθοδηγητή της, τον ερωτεύθηκε...



Η κυρία Κικίδη - Μουλά,
που λαχεία στους δρόμους πουλά,
είχε μία μικρή αδερφούλα˙
Αργυρώ τη φωνάζαν και Ρούλα.

Δύο κόρες στο σόι Κικίδη,
δυο νταρντάνες. Και, εν κατακλείδι,
η Αργυρούλα ενυμφεύθη μια μέρα˙
ήταν κίνηση ματ στη σκακιέρα.

Είχε τύχη καλύτερη, μάλλον, 
απ' τις γκόμενες όλων των άλλων. 
Πήρε άντρα τον Γιώργο Λαδή 
κι ήταν πια μια Κικίδη - Λαδή. 

Την κυρία Κικίδη - Μουλά, 
που είχε πάρει τον Μήτσο Μουλά, 
θα την δεις να πουλάει λαχεία 
και να ζει με ολίγα ψιχία. 

Μα η κυρία Κικίδη - Λαδή, 
μαργαρίτες ποτέ δεν μαδεί 
για να μάθει αν θα γίνει πλουσία 
από τζόκερ, λαχεία και σία. 


Μόνο κάποιες φορές στο καζίνο 
αριβάρει σε στιλ βαλεντίνο 
να σκοτώσει λιγάκι την ώρα 
όπως άλλοτε με βίπερ-νόρα. 




     Βίοι παράλληλοι, αλλά πόσο διαφορετικοί... Κι αν οι ταξικές διαφορές μεταξύ των νοικοκυριών των δύο αδελφών καλύπτονταν ποικιλοτρόπως τα προηγούμενα χρόνια, τώρα, που η κατάσταση ζόρισε για τα καλά, τώρα που η Ελένη η Κικίδη απολύθηκε από το κεντρικό βιβλιοπωλείο όπου είχε αναπτύξει συνδικαλιστική δράση και, μέσω ενός γνωστού, άρχισε να πουλάει λαχεία, ενώ ρωτά από δω κι από κει για τίποτα σκάλες να καθαρίσει και χτυπά τις Αλβανές ζητώντας 4 ευρώ την ώρα, θα είδατε τα αυτοκόλλητα "Ελληνίδα αναλαμβάνει την καθαριότητα του σπιτιού σας ή την περιποίηση των αγαπημένων σας ηλικιωμένων προσώπων. Τιμές ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΕΣ", τώρα το τοπίο ξεκαθαρίζει.  Ο Γιώργης ο Λαδής πρόλαβε κι έβγαλε σε τράπεζες του εξωτερικού ένα μεγάλο μέρος των καταθέσεών του. Σ' όποιον του ζητά δανεικά, περιγράφει τα δικά του αδιέξοδα. Το τοπίο είναι καθάριο. Τα χείλη σφίγγουν και τα δόντια αποκαλύπτονται...



Η Αργυρούλα Κικίδη - Λαδή,
η αδερφή της Μουλά δηλαδή,
ήτο πάντοτε ένα ποζέρι·
πάντα έπινε μόνον το τσέρι. 

Ένα βράδυ χτυπά το κουδούνι·
Αχ να ήτανε, σκέφτηκε, ο Κλούνι...
Ήταν όμως η άλλη, η μεγάλη,
τυλιγμένη καλά μ' ένα σάλι. 

Τι να θέλει; εσκέφθη η Ρούλα,
που όλοι έλεγαν "τι τυχερούλα".
Τι να θέλει η ωραία Ελένη,
που σε λίγο και σκάλες θα πλένει; 

Δανεικά ήρθε να της ζητήσει
όμως δύσκολο το να την πείσει. 
Η Αργυρούλα Κικίδη - Λαδή
της απάντησε ότι "θα δει". 

Να γυρίσει ο Γιώργος το βράδυ,
που 'χει νεύρα γι αυτό το ρημάδι,
που ξενοίκιαστο έμεινε πάλι
κι αγγελία θα πρέπει να βάλει. 

Τα εισοδήματα, λέει, μειωθήκαν
και χιλιάδες ευρώ τού χαθήκαν.
Δεν μπορεί δανεικά να της δώσει,
γιατί πια του την έχει βιδώσει 

τούτη η κρίση που τρώει τον παρά του
κι έχει πάρει, πια, όψη αοράτου. 
Αχ, τι κρίμα, τα βγάλαμε έξω.
Προτιμώ, δηλαδή, να μη μπλέξω. 

Κι έτσι, πλέον, λεφτά δεν δανείζω
σε κανέναν. Μονάχα δακρύζω
για τον κόσμο, τον δόλιο κοσμάκη,
που θα πιει το πικρό το φαρμάκι.



    Έτσι έχουν τα πραύματα. Η κ. Κικίδη - Μουλά βρίσκεται σε αδιέξοδο. Με την αδερφή της δεν έχει πια σχεδόν καμία σχέση. Στην οργάνωση αισθάνεται ξένη, ανάμεσα σε τύπους που νομίζουν ότι απλώς αυτοί. Ο Ζήσης, παλιός φίλος του άντρα της, μέχρι τότε που η οργάνωση διασπάστηκε, της την έπεσε τις προάλλες. Όλο τρυφερότητα στην αρχή, τα πρώτα δευτερόλεπτα δηλαδή, πριν μπει σούμπιτος στο ψητό. Απελπισία. Τα παιδιά μεγάλωσαν. Το Μήτσο τον σιχαίνεται. Αυτός, όμως, απτόητος. Ένα πρωί δεν άντεξε.




Όταν γούσταρες τον Στάλιν και τον Μάο,
και μου έλεγες «οι τύποι είναι γαμάω»,
απορούσα τι να γύρευα με σένα.
Όμως, ήμουνα και στο μυαλό παρθένα. 

Τώρα, φαν των ποστ, της Ιταλογαλλίας,
και του Ζίζεκ κάθε εστέτ ανωμαλίας,
το σταλινισμό τον έχεις απορρίψει:
με κοιλίτσα, γκρι γενάκι, σκέτη θλίψη. 

Το πρωί, κάθε που πίνεις τον καφέ σου,
στις γαρδούμπες – θεωρίες σου αφέσου.
Μη μ’ αγγίζεις. Σε σιχαίνομαι. Δεν θέλω.
Δεν σου άξιζα εγώ, ένα μοντέλο!

Έτσι μίλησε η Ελένη η Κικίδη·
και, κρατώντας ένα σταυροκατσαβίδι, 
απειλούσε τον επίδοξο βιαστή της,
που εξίταραν πρωινιάτικα οι μαστοί της. 

Δε στο δίνω, ρε σταλινικό γουρούνι!
Βάλ’ το εκεί που ξέρεις το συμβάν – μπαστούνι!
Δε στο δίνω! Να χτυπιέσαι, δε στο δίνω!
Και ξανά εγώ σε σένα δε τον στήνω!








Εκτός από το, ανέκδοτο έως τώρα, πρώτο,
τα λοιπά τρία πρωτοβγήκαν 
στη Σπηλιά του Νοσφεράτου
και δη στη Φωλιά του Τρελού Κορακιού

Στο επόμενο:
η κ. Κικίδη - Μουλά
παίρνει τη μεγάλη απόφαση.

Μέχρι τότε, think:


Aretha - Blues Brothers (dheggo)

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

ΣΥΜΠΑΝΤΟΥΜ ΙΙ


μας είπαν πως κάνουν κουμάντο τ' αστέρια
(ο πρω-τελευταίος στίχος στο ΣΥΜΠΑΝΤΟΥΜ Ι)



John Zorn - Kiev 3 (by monokong)




κουμάντο δεν κάνουν τ' αστέρια - ξυπνήστε
το σύμπαν στεριώνεται πάνω σε πάγο
αδιάφοροι τούτη την ώρα μην είστε
το σύμπαν σε ανούσιο δώρο ανάγω


το σύμπαν στεριώνεται πάνω σε πάγο
ο πάγος που λιώνει τελειώνει σα λάθος
το σύμπαν σε ανούσιο δώρο ανάγω
τ' αστέρια κρυμμένα δακρύζουν στο βάθος


ο πάγος που λιώνει τελειώνει σα λάθος
οι μύθοι το λένε, οι μύθοι, όμως, ποίων
τ' αστέρια κρυμμένα δακρύζουν στο βάθος
σιωπής δάκρυα στάζουν εις δόξαν νηπίων


οι μύθοι το λένε, οι μύθοι, όμως, ποίων
αλλότριοι φλοίσβοι των άστρων μουρμούρα
σιωπής δάκρυα στάζουν εις δόξαν νηπίων
μωρών αστεριών μοσχομύρισαν ούρα


αλλότριοι φλοίσβοι των άστρων μουρμούρα
σα θρόισμα κράτους σ' εκκρίσεις στημόνων
μωρών αστεριών μοσχομύρισαν ούρα
του σύμπαντουμ θάλασσα άνοων φόνων


σα θρόισμα κράτους σ' εκκρίσεις στημόνων
σιγές παρεισφρέουν αδειάζουν φαρέτρες
του σύμπαντουμ θάλασσα άνοων φόνων
μνημεία ορθώνουν μετέωρες πέτρες


σιγές παρεισφρέουν αδειάζουν φαρέτρες
πιστοί γονατίζουν με άλαδε μύσται
μνημεία ορθώνουν μετέωρες πέτρες
κουμάντο δεν κάνουν τ' αστέρια - ξυπνήστε




John Zorn - Nostalgia 1 (by monokong)



Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Ψηλαφώντας τον Ελέφαντα





     Τότε, είπε ο Μακάριος: "Ω μοναχοί, υπήρχε κάποτε ένας βασιλιάς που ονομαζόταν Όψη Καθρέφτη. Μια φορά, συγκέντρωσε τους εκ γενετής τυφλούς και τους είπε: "Ω τυφλοί εκ γενετής, γνωρίζετε για τους ελέφαντες;" Αυτοί απάντησαν: "Ω μεγάλε βασιλιά, δεν τους γνωρίζουμε, δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα γι' αυτούς". Ο βασιλιάς τους είπε ακόμα: "Θέλετε να γνωρίσετε το σχήμα τους; - Και βέβαια θέλουμε να το γνωρίσουμε". Αμέσως, ο βασιλιάς διέταξε έναν υπηρέτη του να φέρει έναν ελέφαντα και είπε στους τυφλούς ν' αγγίξουν το ζώο με τα ίδια τους τα χέρια. Ορισμένοι από αυτούς, ψηλαφώντας τον ελέφαντα, έπιασαν την προβοσκίδα και ο βασιλιάς τους είπε: "Αυτό είναι ο ελέφαντας". Άλλοι, ψηλαφώντας τον ελέφαντα, έπιασαν το αυτί του ή τους χαυλιόδοντες ή το κεφάλι ή την πλάτη ή τα πλευρά ή το μηρό ή το μπροστινό πέλμα ή τα ίχνη των βημάτων ή την ουρά. Σε όλους, ο βασιλιάς είπε: "Αυτό είναι ο ελέφαντας". Τότε, ο βασιλιάς Όψη Καθρέφτη διέταξε ν' απομακρύνουν τον ελέφαντα και ρώτησε τους τυφλούς: "Ποια είναι η φύση του ελέφαντα;" Οι τυφλοί που είχαν πιάσει την προβοσκίδα, είπαν: "Ο ελέφαντας μοιάζει μ' ένα καμπύλο τιμόνι". Αυτοί που είχαν πιάσει το αυτί, είπαν: "Ο ελέφαντας μοιάζει με ένα γουδοχέρι". Αυτοί που είχαν πιάσει το κεφάλι, είπαν: "Ο ελέφαντας μοιάζει μ' ένα μικρό καζάνι". Αυτοί που είχαν πιάσει την πλάτη, είπαν: "Ο ελέφαντας μοιάζει μ' ένα βουναλάκι". Αυτοί που είχαν πιάσει τα πλευρά, είπαν: "Ο ελέφαντας μοιάζει μ' έναν τοίχο". Αυτοί που είχαν πιάσει το μηρό, είπαν: "Ο ελέφαντας μοιάζει μ' ένα δέντρο". Αυτοί που είχαν πιάσει το μπροστινό πέλμα, είπαν: "Ο ελέφαντας μοιάζει με μία κολώνα". Αυτοί που είχαν πιάσει τα ίχνη των βημάτων, είπαν: "Ο ελέφαντας μοιάζει με ασβεστόχωμα". Αυτοί που είχαν πιάσει την ουρά, είπαν: "Ο ελέφαντας μοιάζει μ' ένα σχοινί". Αλληλοκατηγορήθηκαν όλοι ότι είχαν άδικο. Οι μεν έλεγαν: "Είναι έτσι". Οι δε απαντούσαν: "Όχι, δεν είναι έτσι". Αντί να ησυχάσουν, η συζήτησή τους έγινε καυγάς. Όταν το είδε αυτό ο βασιλιάς, δε μπόρεσε να μη γελάσει, και μετά απήγγειλε αυτήν τη στροφή:
     "Οι τυφλοί που είναι συγκεντρωμένοι εδώ φιλονικούν και καυγαδίζουν. Το σώμα του ελέφαντα είναι φυσικά μοναδικό· αυτές οι λανθασμένες αποκλίσεις δημιουργή- θηκαν απ΄τις διαφορετικές αισθήσεις".
     Ο Βούδας είπε:" Ω μοναχοί, το ίδιο συμβαίνει με τις διάφορες θεωρίες των ετερόδοξων. Δεν γνωρίζουν την Αλήθεια της οδύνης, ούτε την Αλήθεια της αιτίας, ούτε την Αλήθεια της κατάργησης, ούτε την Αλήθεια της οδού. Ο καθένας τους σχηματίζει μια άποψη διαφορετική απ' την άποψη των άλλων και ασκούν μεταξύ τους κριτική. Ο καθένας ισχυρίζεται ότι έχει δίκιο και αυτό προκαλεί φιλονικίες και καυγάδες. Οι μοναχοί και οι βραχμάνοι που μπορούν να γνωρίσουν σύμφωνα με την πραγματικότητα την άγια Αλήθεια της οδύνης, την άγια Αλήθεια της αιτίας της οδύνης, την άγια Αλήθεια της κατάργησης της οδύνης, την άγια Αλήθεια της εξόδου απ' την οδύνη, αυτοί σκέφτονται μόνοι τους και συμφωνούν όλοι μεταξύ τους. Έχουν την ίδια εμπειρία, τον ίδιο δάσκαλο, το ίδιο νερό και το ίδιο γάλα. Φλέγονται ζωηρά για το Νόμο του Βούδα και μένουν για πολύ καιρό στην ευτυχία της μακαριότητας".

Η παραβολή των τυφλών και του ελέφαντα
όπως περιέχεται στο ΒΟΥΔΑΣ (επιμ. André Bareau, 1962)
μτφ. Νατάσα Τσουκαλά - εκδ. Πλέθρον, 1985


Ritual Music of Tibetan Buddhism by Shawomn


     Ελπίζουμε όμως ότι κάποτε θα ανακαλύψουμε μια πλήρη συνεπή ενιαία θεωρία, που θα περιλαμβάνει όλες τις επιμέρους θεωρίες και δεν θα περιέχει αυθαίρετα επιλεγ- μένες παραμέτρους που να ρυθμίζουν "εκ των υστέρων" τη συμφωνία της με τα δεδομένα των παρατηρήσεων. Η πορεία προς μια τέτοια θεωρία ονομάζεται ενοποίηση των φυσικών θεωριών. Ο Αϊνστάιν αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην προσπάθειά του να ανακαλύψει μια ενιαία θεωρία, αλλά χωρίς επιτυχία. 
.......
     
     Αλλά ακόμη και αν υπάρχει μία μόνο δυνατή ενιαία θεωρία, αυτή δεν αποτελείται παρά από ένα σύνολο κανόνων και εξισώσεων. Τι όμως εμψυχώνει τις εξισώσεις και δημιουργεί ένα Σύμπαν που περιγράφεται απ' αυτές; Η συνήθης προσέγγιση της φυσικής επιστήμης συνίσταται στο να κατασκευάζει ένα μαθηματικό μοντέλο και όχι να εξετάζει γιατί πρέπει να υπάρχει κάποιο Σύμπαν που να περιγράφεται από το μοντέλο αυτό. Γιατί το Σύμπαν μπαίνει στον κόπο να υπάρχει; Είναι τόσο αναγκαία η ενιαία θεωρία που περιέχει την ίδια της την αυτοπραγμάτωση; Ή χρειάζεται ένας Δημιουργός; Και αν είναι έτσι, η ύπαρξή του έχει καμία άλλη επίπτωση στο Σύμπαν; Και ποιος δημιούργησε τον Δημιουργό;
     Μέχρι σήμερα οι περισσότεροι φυσικοί ήταν πολύ απασχολημένοι με την ανάπτυξη νέων θεωριών που περιγράφουν το πώς είναι το Σύμπαν και δεν έθεταν το ερώτημα του γιατί υπάρχει ένα Σύμπαν που περιγράφεται από αυτές. Και αυτοί που η ασχολία τους είναι ακριβώς να θέτουν το ερώτημα του γιατί, οι φιλόσοφοι, δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν την πρόοδο των επιστημονικών θεωριών. Ως τον 18ο αιώνα οι φιλόσοφοι θεωρούσαν πεδίο των ερευνών τους το σύνολο των ανθρώπινων γνώσεων, συμπεριλαμβανομένης της φυσικής επιστήμης, και έθεταν ερωτήματα όπως: "Είχε το Σύμπαν μία αρχή στον χρόνο;". Τον 19ο και τον 20ό αιώνα όμως η φυσική επιστήμη έγινε πολύ πολύπλοκη και μαθηματική για τους φιλόσοφους, όπως και για όλους, εκτός από μερικούς ειδικούς. Οι φιλόσοφοι περιόρισαν το πεδίο των ερευνών τους τόσο πολύ που ο Wittgenstein, ο πιο διάσημος φιλόσοφος του αιώνα μας, έλεγε ότι "ο μόνος σκοπός της φιλοσοφίας είναι η ανάλυση της γλώσσας". Πόση διαφορά από τη μεγάλη παράδοση της φιλοσοφίας από τον Αριστοτέλη ως τον Kant!
     Παρ' όλα αυτά, αν ανακαλύψουμε μια πλήρη ενιαία θεωρία σύντομα θα γίνει κατανοητή στις γενικές της αρχές από οποιονδήποτε, όχι μόνο από λίγους φυσικούς. Τότε θα μπορούμε όλοι, φιλόσοφοι, φυσικοί και απλοί άνθρωποι, να συμμετά- σχουμε στη συζήτηση του γιατί συμβαίνει να υπάρχει το Σύμπαν και εμείς. Αν βρούμε την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα έχει συντελεστεί ο τελικός θρίαμβος του ανθρώπινου νου - γιατί τότε θα έχουμε γνωρίσει το νου του Θεού. 


από το Χρονικό του Χρόνου (1988)
του Stephen Hawking 
μτφ. Κωνσταντίνος Χάρακας, - εκδ. Κάτοπτρο, 1988



Brian Eno - Juju space jazz by HerrBasset



     Για έναν άνθρωπο η κατανόηση του κόσμου συνίσταται στο να περιορισθεί στο ανθρώπινο σημαδεύοντάς το με τη σφραγίδα του. Ο κόσμος της γάτας δεν είναι και κόσμος του μυρμηγκοφάγου. Αυτό το νόημα έχει το γνωστό "Κάθε σκέψη είναι ανθρωπομορφική". Παρόμοια, το πνεύμα που προσπαθεί να καταλάβει την πραγματικότητα δεν μπορεί να αισθάνεται ικανοποιημένο αν δεν την περιορίσει σε λογικά δεδομένα. Εάν ο άνθρωπος ήξερε πως και το σύμπαν μπορεί ν' αγαπάει και να υποφέρει θα συμφιλιωνόταν μαζί του. Εάν μέσα στους ευκολομετάβλητους καθρέφτες των φαινομένων η σκέψη ανακάλυπτε αιώνιες σχέσεις, που θα μπορούσαν να συνοψίσουν και να συνοψισθούν σε μια μοναδική αρχή, θα μπορούσαμε να μιλάμε για μια πνευματική ευτυχία, ο μύθος των ευτυχισμένων δε θα ήταν μια γελοία παραμόρφωση. 
     Τα ουσιαστικά στοιχεία του ανθρώπινου δράματος είναι η νοσταλγία της ενότητας, ο πόθος του απόλυτου. Το ότι όμως η νοσταλγία αυτή είναι ένα γεγονός δε σημαίνει πως πρέπει να επαναπαυόμαστε. Εάν, διαβαίνοντας το χάσμα που χωρίζει τον πόθο απ' την κατάκτηση, διαπιστώσουμε όπως ο Παρμενίδης την ύπαρξη του Ενός (όποιο κι αν είναι), πέφτουμε στη γελοία αντίφαση ενός πνεύματος που διαπιστώνει την απόλυτη ενότητα και με την ίδια του τη διαπίστωση αποδεικνύει τη διαφοροποίησή του και την πολλαπλότητα που ισχυριζόταν πως θ' απλοποιούσε. 
.......
     
     Εξαιρώντας τους εξ επαγγέλματος ορθολογιστές, σήμερα δεν υπάρχει ελπίδα για πραγματική γνώση. Αν χρειαζόταν να γράψουμε τη μοναδική σημαντική ιστορία της ανθρώπινης σκέψης, θάπρεπε ν' αναφέρουμε τις διαδοχικές της αναθεωρήσεις κι αδυναμίες. 
.......
     
     Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι πως αυτός ο κόσμος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Παράλογο είναι το χάσμα ανάμεσα στο ότι δε δικαιολογείται και στο μάταιο, μα δυνατό πόθο του ανθρώπου για σαφήνεια. Το παράλογο ισχύει και για τον άνθρωπο και για τον κόσμο. Για την ώρα είναι το μόνο που τους συνδέει. Τους ενώνει όπως ενώνει τους ανθρώπους το μίσος. Μέσα σ' αυτό το αμέτρητο σύμπαν που διαδραματίζεται η περιπέτειά μου αυτό μονάχα μπορώ να δω καθαρά. 


από το δοκίμιο πάνω στο παράλογο
του Αλμπέρ Καμύ ο Μύθος του Σίσυφου (1942)
μτφ. Βαγγ. Χατζηδημητρίου - εκδ. Μπουκουμάνη, 1973


Χορωδία Φ. Αλέπορου - Κελαηδήστε ωραία μου πουλάκια
από irenemarga


Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Πόση Αιωνιότητα; 28.031 και μια μέρες...




Το μεγαλειώδες θέαμα.
Από το τρένο που χίμαγε στους θεατές
να τους καταβροχθίσει,
μέχρι το λεωφορείο του Αγγελόπουλου
με τους παρα-τυπικούς συμβολισμούς του.




Μάθαμε αλλιώς το σινεμά,
αφού έπρεπε, έτσι έπρεπε, 
να μάθουμε.
Και να μιλάμε. 
Με την ίδια βεβαιότητα
που έπρεπε, μετά από χρόνια, 
να τραγουδήσουμε,
σχεδόν θριαμβευτικά, 
τον στίχο του Σαββόπουλου
για τους τριγύρω σκηνοθέτες
«που οδηγήσαν μια γενιά 
στα πιο βαθιά χασμουρητά».




Στρατηγός του εικονολατρικού σώματος των σινεφίλ και της αριστερής μεταπολιτευτικής κουλτούρας, ο Αγγελόπουλος, είχε ένα παράλογο τέλος στο πεδίο της διαρκούς μάχης του με τον χρόνο. Ο θάνατός του θυμίζει εκείνον του στρατηγού των νοτίων στον αμερικανικό εμφύλιο “StonewallJackson, που τα τελευταία του λόγια «θα διαβούμε τον ποταμό και θα ξαποστάσουμε στη σκιά εκείνων των δέντρων», μας θυμίζει ο Γκυ Ντεμπόρ στο κείμενο της ταινίας του In girum imus nocte et consumimur igni (μια καρκινική γραφή που σημαίνει κάνουμε κύκλους μέσα στη νύχτα κι η φωτιά μας καταβροχθίζει). 




Πόση αιωνιότητα χώρεσε σε μια μέρα;
Ο χρόνος σκόνη εγίνηκε, σκόρπισε. Κι η παντιέρα
που ήθελες, κατακόκκινη, σε εικόνες να κοιμάται
θα 'θελε να 'χε θύμηση· το αίμα για να θυμάται.









Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Μπωντλαίρ:
στην πλάτη Χίμαιρα·
εντός σου μόνο εντόσθια




Chacun sa Chimère from Alessandro Arena on Vimeo.



     Κάτω από ένα απέραντο γκρίζο ουρανό, σε μια μεγάλη σκονισμένη πεδιάδα, χωρίς δρόμους, χωρίς χλόη, δίχως ένα γαϊδουράγκαθο, δίχως μια τσουκνίδα, συνάντησα πολλούς ανθρώπους που περπατούσαν σκυφτοί. Ο καθένας τους κουβαλούσε στην πλάτη του μια πελώρια Χίμαιρα, βαριά σαν ένα σκί αλεύρι ή κάρβουνο, ή σαν τον εξοπλισμό ενός Ρωμαίου στρατιώτη του πεζικού. 
     Αλλά το τερατόμορφο ζώο δεν ήταν ένα άψυχο βάρος· αντίθετα, τύλιγε και συμπίεζε τον άνθρωπο με τους ελαστικούς και δυνατούς μυς του· γαντζωνόταν με τα δυο μεγάλα νύχια του στο στήθος του υποζυγίου του· και το μυθικό του κεφάλι δέσποζε πάνω στο μέτωπο του ανθρώπου, σα μια απ' αυτές τις φριχτές περικεφαλαίες που φορούσαν οι παλιοί πολεμιστές ελπίζοντας να τρομάξουν περισσότερο τον εχθρό. Ρώτησα έναν απ' αυτούς τους ανθρώπους, να μου πει πού πήγαιναν έτσι. Μου απάντησε πως δεν ήξερε τίποτα, ούτε αυτός, ούτε οι άλλοι· αλλά πως ήταν ολοφάνερο ότι κάπου πήγαιναν, αφού τους έσπρωχνε μια ακατανίκητη ανάγκη να περπατήσουν. 
     Και κάτι άξιο περιέργειας: κανείς απ' αυτούς τους ταξιδιώτες δε φαινόταν εξοργισμένος με το άγριο θηρίο που ήταν κρεμασμένο στο λαιμό του και κολλημένο στη ράχη του· θα 'λεγε κανείς ότι το λογάριαζε σα μέρος του εαυτού του. Όλα αυτά τα κουρασμένα και σοβαρά πρόσωπα δεν έδειχναν καμιά απελπισία· κάτω από τον μελαγχολικό θόλο του ουρανού, με τα πόδια βυθσμένα μέσα στη σκόνη μιας γης το ίδιο απελπισμένης μ' αυτό τον ουρανό, βάδιζαν με το υποταγμένο πρόσωπο αυτών που είναι καταδικασμένοι να ελπίζουν πάντα. 
     Και η πομπή πέρασε πλάι μου και βυθίστηκε μέσα στην ατμόσφαιρα του ορίζοντα, στο σημείο που η στρογγυλή επιφάνεια του πλανήτη ξεφεύγει από την περιέργεια της ανθρώπινης ματιάς. 
     Και για λίγα λεπτά μ' έπιασε το πείσμα να θέλω να καταλάβω αυτό το μυστήριο· αλλά γρήγορα η ακατανίκητη Αδιαφορία με κυρίεψε, και βρέθηκα πιο βαριά εξουθενωμένος εγώ παρά αυτοί από τις συντριπτικές τους Χίμαιρες. 


Ο καθένας με τη Χίμαιρά του:
πρόκειται για ένα από τα
20 ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Μπωντλαίρ
που μετέφρασε η Εύα Μυλωνά (εκδ. Ίκαρος 1989),
από τη συλλογή του, Le Spleen de Paris (1869).
.




Τη χίμαιρά του καθένας
που έχει σώας τας φρένας,
ούτως ειπείν ο Κανένας,
τη λέει "πρησμένος αδένας".





Στην Εισαγωγή της στα 20 ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 
η μεταφράστρια παραθέτει αποσπάσματα
 από το βιβλίο του Μπωντλαίρ Η Καρδιά μου Γυμνή (1897),
όπου ο ποιητής "προφητεύει τον ερχομό μιας πραγματικής παρακμής":


     Η δικαιοσύνη, αν σ' αυτή την τυχερή εποχή μπορεί ακόμα να υπάρξει μια μορφή δικαιοσύνης, θα θέσει "υπό απαγόρευση" τους πολίτες που δε θα καταφέρουν να κάνουν περιουσία. Η γυναίκα σου, αστέ!, το σεμνό έτερό σου ήμισυ που η νομιμότητά της αποτελεί για σένα την ποίηση, βάζοντας από δω και μπρος την άψογη αισχρότητα μέσα στα πλαίσια του νόμου, φύλακας άγρυπνος και ερωμένη του χρηματοκιβωτίου σου, δε θα 'ναι πια παρά το τέλειο ιδανικό της πόρνης. Η κόρη σου, πρόωρα μεγαλωμένη, θα ονειρευτεί στην κούνια της ότι πουλιέται ένα εκατομμύριο.
     Και συ ο ίδιος, αστέ, λιγότερο ποιητής ακόμα κι από ό,τι είσαι σήμερα, δε θα βρεις τίποτα για να φέρεις αντίρρηση· δε θα νοσταλγήσεις τίποτα. 
     Γιατί υπάρχουν πράγματα στον άνθρωπο, που δυναμώνουν και ανθίζουν, όσο άλλα εκφυλίζονται και λιγοστεύουν· και, χάρη στην πρόοδο αυτών των καιρών, δε θα σου μείνουν από τον εσωτερικό σου κόσμο παρά μόνο τα εντόσθια! Αυτοί οι καιροί είναι ίσως πολύ κοντά· ποιος ξέρει μάλιστα αν δεν ήρθαν κιόλα, και αν η φυσική παχυδερμία μας δεν είναι το μόνο εμπόδιο που δε μας αφήνει να εκτιμήσουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπνέουμε!



Στην πλάτη χίμαιρα· εντόσθια, μόνο εντός σου.
Θύμα της πλάνης της προόδου, εξοντώσου.
Ο ποιητής του πλαδαρού ξυγκιού σου είσαι.
Την ποίηση πρόδωσε, τη νοσταλγία σβήσε. 





     Όπως παρατηρεί ο Μπόρχες στο Βιβλίο των Φανταστικών Όντων (1978), η Χίμαιρα  μνημονεύεται πρώτη φορά στην Ιλιάδα, στη Ραψωδία Ζ. Στη μετάφραση των Καζαντζάκη - Κακριδή, διαβάζουμε:

Από θεούς κρατούσε η φύτρα της, όχι απ' ανθρώπους, κι είχε
λιόντα κεφάλι, ουρά δρακόφιδου και μεσοκόρμι γίδας, 
και ξεπετούσε απ' τα ρουθούνια της φωτιές τρανές και φλόγες...

     Ο Μπόρχες αναφέρει ότι διάφορες αυθαίρετες υποθέσεις, όπως του Πλούταρχου ότι "ήταν τ' όνομα ενός αρχιπειρατή που στόλιζε τα πλοία του με την εικόνα ενός λιονταριού, μιας κατσίκας κι ενός φιδιού", μας δείχνουν ότι "οι άνθρωποι άρχισαν να βαριούνται τη Χίμαιρα" και ότι "τους ήταν πιο βολικό να τη μετατρέψουν σε κάτι άλλο, παρά να τη φαντάζονται", γι' αυτό και με τον καιρό "κατέληξε να σημαίνει κάτι το χιμαιρικό". Η τελευταία έκδοση του βιβλίου του Μπόρχες περιείχε 120 άρθρα για φανταστικά όντα, ανάμεσά τους οι Βαλκυρίες, ο Γκόλεμ, ο Γρύπας, ο Μανδραγόρας, ο Τάλως, ο Ουροβόρος, τα Σκουόνκ, το Τέρας Αχέροντας, οι Τρόλλ και όσα υπολείπονται ακόμα του 120. Αυτά τα όντα δεν πρέπει να συγχέονται μεταξύ τους. Στα όντα αυτά της ανθρώπινης φαντασίας, πάντα κάποιον, έστω ασυνείδητα, θ' αναγνωρίζουμε. Γι' αυτό, πράγματι, ο τόπος των ονείρων, σήμερα που η φαντασία τεμαχίζεται σε πίξελ, μοιάζει προνομιακός. Αλλ' αμ δε. 



Food - Chimaera (by mindthegap007)



Μες στ’ όνειρ’ ονειρεύτηκα πως ζούσα στ’ όνειρό μου·
τον ξύπνο τον φοβόμουνα, στον ύπνο, στ’ οχυρό μου.
Δεν με μυζούσε χίμαιρα, δεν μ’ έτρωγε μαρμάγκα,
δεν μ’ ένοιαζε φαγί, πιοτό, δεν μ’ ένοιαζαν τα φράγκα.
Μα είχα μονάχα έναν καημό: να εξύπναγα μια μέρα
ανάμεσα στα στήθη σου, στην ακριβή γαστέρα.



the Science Group - Chimera (by h4z4Rd3r)


Βλέπω, πάλι, τ’ όνειρο:

Το εγγόνι της κορούλας μας
παίζει στον κήπο. Σκαλίζει το χώμα.
Σε κρατώ αγκαλιά, γριούλα.
Σκουντώ τις λαγόνες σου.
Μπούκι, σου λέω.
Πώς μπορείς να είσαι τόσο όμορφη;
Μπούκι, το Τουμπουζί μας,
Μπούκι, έγινε γιαγιά…

Χατζιδάκις - Ψαριανός: Σολωμού Όνειρο
από το Μεγάλο Ερωτικό (από zeena61)


Chimera of Arezzo


από το Σπλην του Παρισιού (μτφ Κ. Ριτσώνη) στο Ποιείν
Μπόρχες, το Βιβλίο των Φανταστικών Όντων (μτφ. Γ. Βέη, Libro 1983)
Ιλιάδα (μτφ. Καζαντζάκη - Κακριδή)

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

ο καθείς τη χίμαιρά του


Alexander Balanescu and the Balanescu Quartet (gottaloveitbaby)



Ξέρω καλά
πως κάποτε θα πρέπει να σιωπώ·
το πρέπει, το αναθέτει η μνήμη.
Ξέρω πως είναι αδιάφορα
όλα τα σχήματα του λόγου,
του ά-λογου, επίσης, τ’ ά-σχημα·
όλα τα σχήματα του λόγου,
όπως το προηγούμενο,
οι εμμονές στα λογοπαίγνια
κι οι σύμφυτες οι εξυπνάδες,
είν’ όλα άχρηστα.

Ξέρω καλά τον ιδιόρρυθμο κόσμο μου,
αντίδοτο στον μικροαυτισμό μου
που απειλείται, ξέρω
τις καθημερινές μου υποταγές,
κάθε στιγμής τις υποτάξεις,
με τις δικές τους περιφράξεις,
που τιποτένιες τις πλουμίζω λέξεις.

Ξέρω καλά πως όλα,
ο θάνατος ο πολιορκητής
και η ζωή, που η πρώτη αφή της
στον αέρα είναι το λάτεξ,
δεν σηκώνονται.
Ξέρω πως δεν τ’ αντέχω
το άχθος τους, γδαρμένο
από τους δίχως ήχους στίχους.

Πασχίζω να χαθώ.
Μόνο τον κήπο
θέλω να φροντίζω·
ώσπου την πόρτα θα διαβεί
το εγγόνι μου,
να παρηγορηθεί
το δύστυχό μου γένωμα. 


Quimera (arlindost5)

αν αυτή η ανάρτηση σας φάνηκε βαρετή
πιθανολογώ να σας φαινόταν βαρετή και η άλλη που


μπωντλαίρ, στο επόμενο