Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

σαν βγεις στον πηγαιμό,
πτοήσου


the Sirens                                                                 and Ulysses





σαν μπεις στης παρωδίας το τριπάκι
να εύχεσαι να βγεις λίαν συντόμως
δεν θάναι αναψυχής το ταξιδάκι
ο κάθε στίχος σκέτη λαιμητόμος

κύκλωπες, ποσειδώνες, λαιστρυγόνες
δεν θα μπορέσουν να παιδέψουνε τις λέξεις
μα ούτε και τίποτα ανέραστες γοργόνες
θα σε ρωτήσουν τον δεκέμβρη αν ζει ο αλέξης

ηδονικά μυρωδικά δεν θα εισπνεύσεις
μόνο κλανιές θα σου μπουκώνουν τα πλεμόνια
θάναι φτηνές της παρωδίας η εμπνεύσεις
η απαγγελίες θα σου πονάνε τα σαγόνια

πάντα στον νου σου νάχεις μόνο να την κάνεις
βιάσου, στο τρέξιμο ξεσκίσου, θα γεράσεις
δεν θάσαι πια ποτέ ο μάγκας κι ο αλάνης
θάσαι αμφιβόλου δυνατότητος και κράσης

η παρωδία σε πάει στην κόλαση του δάντη
που παρωδία ήταν κι αυτή, σαν τη ζωή σου
ποτέ δεν φέρεται, η σκρόφα, με το γάντι
γι' αυτό μη ντρέπεσαι, ανόητε, πτοήσου






Sincerest-Form-of-Parody

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

έξεστι Μηνυμαλίοις σκαριμπαρωδείν





Η ακούσια παρωδός Valentina Hasan που έκλεισε την προηγούμενη ανάρτηση, θύμα του επαίσχυντου τηλεοπτικού κανιβαλισμού, έχει, όπως όλες οι όψεις της μιζέριας, το αντίθετό της:




Η Susan Boyle δεν παρώδησε. Παρωδήθηκε η, ενδεχομένως στημένη, προσπάθεια διακωμώδησης αυτού που ήθελε.  Στημένο ή όχι, το show δούλεψε, το κράτησαν οι μαϊμούδες της διαρκούς παρωδίας του συναισθήματος. 

Λίγη ακόμη εμμονή με την παρωδία. Η αναζήτηση ενός πλήρους ορισμού για την παρωδία κινδυνεύει να πέσει θύμα του οριζόμενου αντικειμένου, αφού παρωδία είναι να πειράζεις κάτι, έτσι ώστε να είναι πάντα κάτι άλλο αλλά σχετικό με αυτό που πειράχτηκε. Πάντως, όπως επισημαίνει ο Agamben στο δοκίμιό του του για την παρωδία, η κλασική της σημασία καταδεικνύει έναν διαχωρισμό μεταξύ άσματος (ωδής) και λέξης, μεταξύ μέλους και λόγου. Αυτός ο διαχωρισμός, προσθέτει, φαίνεται να έχει συντελεστεί ολοκληρωτικώς στον Καλλία, ο οποίος συνθέτει ένα έργο όπου οι λέξεις παραχωρούν τη θέση τους στη συλλαβιστή απαγγελία της αλφαβήτου.








Πρόκειται για μια αναφορά στο δέκατο βιβλίο των Δειπνοσοφιστών του Αθήναιου και για την πρόσληψή του από τον Agamben. Άλλες προσλήψεις (ας τη χρησιμοποιούμε με κάποιο τρόπο τη λέξη, γιατί αλλιώς θα την ξεχάσουμε) βρίσκουν μιαν ακόμη απόδειξη για τη μοναδικότητα και ... τη μη τυχαιότητα της ελληνικής γλώσσας. 

Πάντως, απ' το δοκίμιο αυτό απ' τις Βεβηλώσεις του Agamben, ας πάρουμε μια γεύση από μια μεσαιωνική γαλλική παρωδία: Το Audigier, παρουσιάζει ο συγγραφέας, είναι ένα σύντομο ποίημα σε αρχαία γαλλικά, γραμμένο περίπου στα τέλη του 12ου αιώνα και τό οποίο διασώθηκε σε ενα μόνο χειρόγραφο και το οποίο άντιστρέφει στήν πλέον αχαλίνωτη και έκφυλη κοπρολογία τη μυστηριακή αύρα πού βρίσκεται στο επίκεντρο της ιπποτικής πρόθεσης. Η επιλογή του, επιβεβαιώνει ότι έξεστι Μηνυμαλίοις σκατολογείν:



Η Γρινμπέρζ με κατεβασμένα τα βρακιά της
          μουνί και κώλο ξεσκέπασε
κουλουριασμένη πάνω του 
          το πρόσωπό του σκέπασε·
κι από τον κώλο της
          σκατά ποτάμια ξέρασε.
Με τον κόμη Ωντιζιέ σε έναν κοπρώνα
          ανάσκελα ξαπλωμένο
η Γρινμπέρζ τους τένοντές της τρίβει 
          στο πρόσωπό του το χεσμένο. 
Δυο φορές τον κώλο της φίλησε
          μέχρι να τον δει καθαρισμένο...






Είναι νομίζω λάθος να ξεχνάμε τον παρωδό Σκαρίμπα. Παρωδός των πάντων, παρωδός και της παρωδίας.  

Υπείκοντες εις τας παρορμήσεις της αλλοπροσάλλου ημών φύσεως, κατακαιόμενοι από τον συνδαυλισμόν ιδιοσυγκρασίας ανίσου - φοβεροί εν μέσω των τρόμων μας, εν τω μέσω των αμφιβολιών μας μοιραίοι - θα καταυγάσωμεν μολαταύτα διά της θριαμβευτικής τεθλασμένης μας - των αστραπών των ψυχών μας - στην σκοτεινήν ταύτην μοίραν. Διαγράφομεν ημείς αντιθέτως τον κύκλον μας. Με ακατασίγαστον εντός μας την μαγγανείαν των φλάουτων, θα εξακολουθήσωμεν εις το διηνεκές την τρομώδη πορείαν μας, επί μάλλον και μάλλον ριγηλοί και αντίνομοι - υψηλοί και χυδαίοι - μέχρις ου επ' αυτοφώρω συλλάβομεν τον παρθένον αριθμόν, το σημείον, το σύνθημα, που συμβολίζει το σύμπαν!....

Ο Mario Vitti, που παραθέτει αυτό το απόσπασμα απ' Το θείο τραγί στο βιβλίο του για τη γενιά του '30, διαπιστώνει ότι σ' αυτό το ρητορικό κομμάτι, η συντακτική δομή της καθαρεύουσας βρίσκεται σε διάσταση με τις λέξεις. Οι λέξεις, δηλαδή, έρχονται να γεμίσουν την έκταση της δομής σαν ανεξάρτητα υλικά απ' αυτή. Ο Σκαρίμπας παρωδεί το καθαρευουσιάνικο ρητορικό ύφος. Γενικά, παρωδεί τα πάντα, και τα πιο προχώ της εποχής του. Η παρωδία του Σκαρίμπα είναι ειρωνική, πικρή, τρελή. Στον Μαριάμπα, βάζει τον "δημόσιο λειτουργό" - ήρωά του να υπογράφει έγγραφα με κάτι "ταπεινότατος δούλος σας", κάτι "την δεξιάν σας ασπάζομαι", κάτι "Υγείαν εύχομαι και αν ερωτάτε και δι' εμέ, είμαι καλά και σας χαιρετώ". Ναι, σε δημόσια αλληλογραφία  του Διευθυντού του Δημοσίου Αγροκηπίου Χαλκίδος! 

Η επιμελήτρια των απάντων του Σκαρίμπα στη Νεφέλη Κατερίνα Κωστίου, στη διδακτορική της διατριβή με θέμα τον Σκαρίμπα και, ανάμεσα στ' άλλα, την παρωδία στο έργο του, διαπιστώνει ότι στόχος του συγγραφέα όταν παρωδεί είναι το παιχνίδι, αλλά κυρίως η αποκάλυψη των συμβάσεων και των ορίων του ίδιου του έργου του. Στο Βατερλώ του, στην πρώτη έκδοση, γράφει η Κωστίου, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως μότο τη φράση του Ντοστογέφσκι «0 ίσκιος ενός αμαξά με τον ίσκιο μιας βούρτσας έσβενε τον ίσκιο μιας άμαξας»·  συγχρόνως την παρωδεί: «Ο ίσκιος ενός θερμαστή, με τον ίσκιο μιας τσάντας, δρασκέλαε κατά τον ίσκιο ενός "Κέυλαντ"...»

Υπονομεύει, γράφει η Κωστίου, τον υπερρεαλισμό, ο Σκαρίμπας. Ο κ. Σκαρίμπας
ούτε συρρεαλιστής είναι στο νέο του βιβλίο ούτε λογικεύεται, έγραψε ο Α. Σταθόπουλος το 1930 για το Σόλο του Φίγκαρω


To υποσυνείδητ' ολόσωμο. Και τον φαντάζομαν χώρα. Τον σκέφτομαν πως θάχε ριχτεί με τα μούτρα. Ευρύνοντας τα όρια της τέχνης μέχρι σχεδόν του απρόσιτου. Δεν θα έκτεινε- μπορούσα να  πω μολαχαύτα - και την ορθόδοξη αισθητική των πραγμάτων. Όχι, όχι, δεν θα την έκτεινε αυτήν. Μόνο ανατρέποντας την. Θα ξεκίναε απ' την πρώτη ουσία της. Απ' αυτήν τούτη την καταβολή του συστήματος. Ω τον άτιμο!... Θάλεγε κανείς πως θα παραμόρφωνε την παραδεδεγμένη "ηθική" της, κάμνοντας την υπόσταση: έκφραση και την ουσία: μορφή. Ακριβώς, του αρχικέρατά αυτουνού, η καλλιτεχνική του αντίληψη θ' ακολουθάει τώρα μιαν αντίθετη κλίμακα, μιαν ανάστροφη ιεραρχία αξιών: απ' τον αισθησιασμό προς το αίστημα - αχ, αχ, αχ,- απ' αυτό προς την αίστηση, κι απ' αυτήν προς το ένστιχτο. Και θα ήταν σαν μια ώς τον πάτο κατάδυση! Ναι. Και τον έβλεπα, να βουτάει με τα ούλα του προς τα υποσυνείδητα βάθη, σκεδόν διάκρινα, στον σορό, μόνο τις πατούσες του τώρα... Σε λίγο θάχει φτάσει έως τ' άπατα. Και τότε θάταν για νάταν. Τότε θα βλέπαμε δεν ξέρω πόσες γαρίδες στο  πάπλωμα και πόσα λαχανόφυλλα νάχουν αποκοιμηθεί στο τηγάνι. 0 Breton με τα τσαρούχια τ' ολόσωμος.






Μιαν άλλου τύπου παρωδία, προσπάθησα κι εγώ με τον Καβάφη και την Ιθάκη, στο αφιέρωμα του Τεφλόν. Πρώτα - πρώτα δεν άργησα να καταλάβω τη δυσκολία να γράψω με τον τρόπο του Καβάφη, όπως πολλοί έχουν προσπαθήσει, κι ο Λαπαθιώτης εξαίσια, βέβαια:

Όμως εκείνα τ’ άρρητα, τ’ ανέκαθεν,
εκείνα τα μεγάλα και τ’ αθάνατα,
που για να τα εκφράσει ο νους αγωνιά,
να δυνηθείς να εκφράσεις, μην το στοχασθείς...

Ήταν μεγάλη η δυσκολία, άλλοτε μου συνέβη ανύποπτα, μέσα στης ίωσης την αλλοκοτιά, μα τώρα όχι. Έτσι προέκυψε η Ιθάζ. Ένα κολλάζ από στίχους του Καβάφη, φορές με αλλαγμένο αριθμό ή πρόσωπο. Οι στίχοι, ένας προς έναν. Μία προς μία οι στροφές. Να η πρώτη:



Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάζ,
εν μέρει για να εξακριβώσεις μια εποχή
εν μέρει και την ώρα να περάσεις,
εξηντλημένος και κυρτός, 
σακατεμένος από χρόνια κι από καταχρήσεις,
προσπάθησε να τες φυλάξεις, ποιητή,
τες ανιαρές περιαυτολογίες.
Τα κούφια λόγια που ήσαν η δικές σου βασιλείες,
που αναίσχυντα τ’ αποκαλεί η τρεχάμενη ηθική,
ξανά πια δεν θα τα βρεις.
Τα κούφια λόγια και την άμυαλη τη γνώσι 
κάθε ευκαιρία χαμένη τώρα τα εμπαίζει.


Είχα ξεκινήσει αλλιώς. Μ' ένα δίστιχο που έμεινε δύστυχο, δημοσιεύτηκε μονάχο στο Τεφλόν, και πριν από κανένα μήνα ήρθε κι αυγάτισε. 

Σαν μπεις στης παρωδίας το τριπάκι,
να εύχεσαι να βγεις λίαν συντόμως...

Μέχρι να βάλω τη συνέχεια στην επόμενη ανάρτηση, ας θυμηθούμε μιαν παρωδία ντοκιμαντέρ, του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου, που βραβεύτηκε και σε φεστιβάλ ντοκιμαντέρ, για τη δήθεν συνάντηση μια νύχτα του Καβάφη με τον Πεσσόα







Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Παρωδίας το Ανάσασμα


σ' αυτό τον δύσκολο καιρό
για κάτι λίγα ευκαιρώ
κι είπα, τι κάνω;

μα βρήκα εύκολην οδό
ριμάρω για να παρωδώ
σαν τον φουστάνο



facelift



Επάνοδος στην παρωδία που ζει ανάμεσά μας, ο Φουστάνος είναι νομίζω ένας πλαστικός χειρουργός, ήτοι ένας παρωδός προσώπων πλουσίων, η παρωδία παντού τέρπεται από τη ληστεμένη ζωή μας, αλητεύει στις κατά λάθος επινοήσεις μας, στην παρωδία που ονομάζουμε παραποίηση διότι παραποιεί κάθε τι, όπως και τα ποιήματα, και διότι παρωδία είναι το παρατράγουδο, που είναι παραποίηση με νότες. Σα βγεις στον πηγαιμό για παρωδία τιτλοφορείται το αφιέρωμα του Τεφλόν, στο οποίο συμμετείχα, εκτός τριών άλλων, με το προ-προηγουμένως δημοσιευθέν Είμαστε Πάτοι. Γράφει στην εισαγωγή τού αφιερώματος, η Ράνια Καραχάλιου (Ρ.Κ.):

Στην πραγματικότητα, κάθε λεκτική αναπαράσταση αποτελεί μια (ανα)κατασκευή λόγου, και κατ' επέκταση ταυτοτήτων, η οποία προσαρμόζεται στην εκάστοτε περίσταση, ώστε να επιτευχθούν συγκεκριμένες επικοινωνιακές προθέσεις, αφού - μεταξύ μας τώρα - δεν επιδιώκουμε να μεταφέρουμε με ακρίβεια τα λόγια του άλλου, αλλά να προβάλλουμε την αξιο-λογική στάση μας απέναντι σε αυτά. 

Έτσι είναι, αλήθεια. Όταν μεταφέρουμε τα λόγια κάποιου άλλου (θα πρόσθετα: προφορικά ή γραπτά), πάντα, ευθέως ή πλαγίως, αυτό που λέμε δεν μπορεί παρά να είναι η δική μας εκτίμηση και στάση απέναντί τους και απέναντι του άλλου. Πρόκειται για την απλούστερη, ενίοτε ακούσια, παρωδία. Η παρωδία ως είδος στη λογοτεχνία είναι συνειδητή και συνήθως, όχι απαραίτητα, διακωμωδεί ή σατιρίζει. Το παρωδούμενο ή κάποιον/κάτι άλλο δι' αυτού. Οι παραποιήσεις που δημοσιεύονται στο μπλογκ MHNYMAL, υπό την γενική ετικέτα ΠαΡαΠοιήσειΣ, δεν ανήκουν, συνήθως, στην κατηγορία αυτή. Ίσως, κάποτε, οι παραποιήσεις, μ' αρέσουν οι διαστολές των εννοιών, είναι ακούσιες. Παρεισφρέουν σαν στίχοι από αλλού κι απ' άλλους, όπως οι στίχοι του Σαχτούρειου Ζακχαίου και η αποστροφή της Εβραίας του Μπρεχτ (εκείνη έλεγε, βέβαια, ψήφισα εγώ τον Τέλμαν - όχι την Κανέλη, μωρέ μήπως θέλει δύο λού; - και τους άλλους κομμουνιστές) που συνέδραμαν στο Αναγκαίο Κακό.







Στην περιδιάβασή της στην εν Ελλάδι παρωδία, η Ρ.Κ. υπενθυμίζει την παρωδία της Ιλιάδας Βατραχομυομαχία και την πληροφορία του Αριστοτέλη ότι ο κωμικός ποιητής του 5ου αι. π.Χ. Ηγήμων ο Θάσιος ήταν ο ιδρυτής της παρωδίας. Ο Lesky γράφει ότι παρότι η Βατραχομυομαχία είναι παλιότερη, ο Ηγήμονας έκανε την παρωδία αυθύπαρκτο είδος. Πάντως, ο Heinz-Günther Nesselrath στην Εισαγωγή στην Αρχαιογνωσία υποστηρίζει ότι δίκαια ο Πολέμων ανακήρυξε τον Ιππώνακτα ευρετή της παρωδίας παραθέτοντας τέσσερις εξάμετρους που σε επικό μέτρο, γλώσσα και ύφος παρουσιάζουν πλέον όχι τα κατορθώματα ενός ήρωα αλλά τις αμαρτίες ενός καλοφαγά. Ο Nesselrath κάνει λόγο για πανταχού παρούσα παρωδιακή φλέβα. Ιαμβογράφος, έφτιαχνε ίαμβους κουτσούς, χωλίαμβους, σκάζοντες τους λέγανε. Αλλά και στο Λεξικό Σούδα ή Σουίδα αναφέρεται ότι ούτος πρώτος έγραψεν παρωδία. Άσχετα από τη χρονική πρωτιά, γεύση Ιππώνακτα:



Φουσκώνει ο μανδύας σου την ιστορία 
των συναναστροφών σου, άθλιο θηλυκό. 
Ο σκαπανέας Ιππώνακτας την ξέρει απ' έξω κι ανακατωτά. 
το ίδιο κι ο Αρίφαντος. Τί τύχη! 
δεν έπιασε τον κλέφτη να βρωμολογάει κλοπή. την ώρα 
που προσπαθούσε ν' αποκρούσει τον κανατά Αισχυλίδη, 
σε απάλλαξε ο Ιππώνακτας από την παρθενιά σου 
και τέρμα οι κουβέντες.


Ο Γιώργος Μπλάνας μετάφρασε στον Αρχίλοχο το πιο πάνω απόσπασμα. Διαθέτει, έγραψε, μεγάλη δόση εκδικητικότητας για Αρχίλοχος, αλλά και μεγάλη δόση ειρωνίας για Ιππώνακτας. Από τη μετάφραση της Ομάδας Φιλολόγων για τον Φιλιππότη, Ιππώναξ ο μισογύνης:


Δύο ημέρες η γυναίκα πολύ γλυκές μας δίνει
όταν την παντρευόμαστε κι όταν την πάμε πεθαμένη.

Αλιτήριος, πράγματι, προαιώνιος φεμινιστικός στόχος. Όμως, ο Ιππώναξ ο παρωδός μάλλον αλλάζει ρόλους. Όπως εδώ, στη μετάφραση του Θ. Κ. Στεφανόπουλου, που κάνει τον φτωχό του θεού επαίτη:



Ερμή, Ερμή μου, της Μαίας γιε, Κυλλήνιε,
επάκουσε την δέησή μου, γιατί τουρτουρίζω
και χτυπούν τα δόντια μου
Δώσε μια χλαίνη στον Ιππώνακτα και κανένα χιτωνάκο
και κανένα ζευγάρι σανδαλάκια και παντοφλάκια γούνινα
και εξήντα χρυσούς στατήρες, που ν᾽ ανεβώ στη ζυγαριά
κι ακόμα να γέρνει από την άλλη.

Γιατί εμένα ποτέ σου δεν μου έδωσες μια ζεστή χλαίνη,
το γιατρικό για το τουρτούρισμα το χειμώνα,
ούτε μου τύλιξες τα πόδια με ζεστές παντούφλες γούνινες
να μην ματώνουν οι χιονίστρες μου.






Κρίμα να μην έχουμε τώρα διαθέσιμη τη δουλειά του Γιάννη Δάλλα για τους ιαμβογράφους και τον Ιππώνακτα. Θα γίνει κι αυτό. Σύντομο μουσικό διάλειμμα, παρωδιακό, κι επανεπάνοδος στην παρωδία εντός των προσεχών ημερών. 







Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Διεθνές Συνέδριο του Φόβου


ο φόβος πλανάται και φυλάει
έρημα σώματα παραδόσεις
ομιλούντα κεφάλια πρησμένα μούτρα
ο φόβος ερεθίζει μηχανές και πεθυμούν
οπλίζει σκανδάλες κλειδαριές ασφαλείας
ο φόβος των οκτώ σαν δόσεις στεγαστικού
χαράτσι επίδομα ανεργίας
απελπισία στη συντήρηση
ελπίδα στην κατάψυξη
πίστη στον κυρίαρχο λαό
απέχθεια για τους εχθρούς του
ο φόβος για όλα όσα
μπορεί να συμβούν
τα πάντα




Το κάτωθι ποίημα του Βραζιλιάνου ποιητή 
Διεθνές Συνέδριο του Φόβου
σε μετάφραση Αντρέα Παγουλάτου
περιέχεται στο βιβλιαράκι, με ποιήματα του ίδιου 
και του επίσης πορτογαλόφωνου  Fernando Pessoa,
που συνόδευε το τεύχος 1-2 
του περιοδικού Νέα Συντέλεια (2004):



Προσωρινά δεν θα τραγουδήσουμε τον έρωτα, 
που κατέφυγε πιο χαμηλά απ' τα υπόγεια. 
Θα τραγουδήσουμε τον φόβο,
          που αποστειρώνει τ' αγκαλιάσματα, 
δεν θα τραγουδήσουμε το μίσος γιατί δεν υπάρχει,
δεν υπάρχει παρά ο φόβος, ο πατέρας μας
          κι ο σύντροφός μας, 
ο μεγάλος φόβος των σερτόες, των βάλτων, των ερήμων,
ο φόβος των στρατιωτών, ο φόβος των μανάδων,
          ο φόβος των εκλησιών,
θα τραγουδήσουμε τον φόβο των δικτατόρων,
          τον φόβο των δημοκρατών,
θα τραγουδήσουμε τον φόβο του θανάτου
          και τον φόβο για μετά τον θάνατο, 
μετά θα πεθάνουμε από φόβο
και πάνω απ' τους τάφους μας θα γεννηθούν
          κίτρινα και φοβισμένα λουλούδια.






Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

είμαστε πάτοι

Αναρωτιέμαι. Μήπως
είμαστε μέρος του σχεδίου.
Εκπεφρασμένοι εκ περιόπτου αιδοίου 
δια παντός· και δι' ου τα πάντα εγέρασαν.


Ανησυχώ μην 
είμαστε ένα μέρος του σχεδίου 
άλλοτε ασήμαντο, άλλοτε κομβικό.



Φανατικοί της κάθε διαφοράς,
της κατανάλωσης μανιστικαταπέλτες,
μαστιγωτές παντός μορίου εξουσιών
και στοχαστές επίμονοι αναγνώστες. 
Βεβαίως, εμβριθείς. Ληστές 
εφτάρφανοι της ίδιας μοίρας,
της ίδιας σαστιμάρας, 
μην είμαστε, 
φοβούμαι.





Έχει πλάκα που 
στ' ατομικά (κούνια που) αδιέξοδα 
καταζητείται η ένταξη σε μία δήθεν αφανή συλλογικότητα: 
Δεν ήμουν μόνος σε τούτα τ' αδιέξοδα. Ήμουν
συνένοχος της ύπαρξης. (Κατ (αν)) αλώθηκα
όσο αδύναμος τόσο αδίστακτος. Εγώ
ειμί  ως άλλος εσύ ο μόνος. 


Μα, ποιος, εγώ;
Ο πιθανότερος κάτι αύριο;
Εσύ; Ο ασφαλέστερος γίγας
της ευθυκρισίας;






Τούτη η γης που την πατούμε, 
μηδενός εξαιρουμένου, 
τούτη η γης τα πίνει όλα. Ενίοτε
εκχέει ό,τι δεν άντεξε
να πορροφήσει. 






Είμαστε κάτι ξεροσταλιασμένες 
φανφάρες. Η μνήμη μόνο μας κερνάει,
τους στίχους μας ποτίζει, τους γερνάει·
αγρίμια που σφαδάζουν στις αρένες. 

Είμαστε κάτι ατυχείς υμένες 
που κάθε συφορά μάς διαπερνά. Η 
θραύση μάς διαλύει στα στερνά. Η 
ποίησή μας γλύφει τους πυθμένες. 

Είμαστε κάτι διάσπαρτες παθήσεις
με τρόμο μήπως και θεραπευτούμε. 
Εντός μας μεταβάλλεται η φύσις. 

Από φριχτούς σοφούς θα πομπευτούμε. 
Θα καίγουνε τα τραύματα κι η φθίσις 
στην ποίηση θα ζητά να ξοδευτούμε.



το ως άνω παρατράγουδον (παραποίημα) 
υπό τον τίτλον είμαστε πάτοι
δημοσιεύθηκε εις το έσχατον (8ον) τεύχος 
του νέου, ουχί μόνον ποιητικού, σκεύους 
υπό την επωνυμίαν
τεφλόν
και δη εις το αφιέρωμα
εις την παρωδίαν
επιμελείας 
Ράνιας Καραχάλιου



Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

όπως πάντα, ανυπεράσπιστοι


Μ' έναν παππού χίτη κι έναν, που σχεδόν δεν γνώρισα, εξόριστο στον εμφύλιο, έζησα ενδοοικογενειακές συγκρούσεις. Ήπιες συγκρούσεις, αφού το αριστερό μου σόι ήταν μακριά, στην Κρήτη. Ο πατέρας μου, ξένος στον τόπο όπου αγάπησε, κατάφερε ν' αποδείξει ότι είναι νοικοκύρης, έγινε φανατικός ανδρεϊκός, όπως ολυμπιακός, και τελικά ακροβάτησε στο σκοινί που τεντώνονταν στη μέση μιας σοβούσας σύγκρουσης. Οι μεν τον θεωρούσαν δεξιό, οι δε κομμουνιστή. Λίγους μήνες πριν πεθάνει μου εκμυστηρεύτηκε την αγωνία που είχε νιώσει όταν η μάνα του τον έστειλε να δώσει φαγητό σ' έναν κυνηγημένο αντάρτη, δεν θυμάμαι τ' όνομά του, που κρυβόταν στο σπίτι τους, θα ήταν το 1950, ο αντάρτης θα είχε κατέβει απ' τις σπηλιές του Αποκόρωνα. Δεν μπορούσε να καταλάβει ο πατέρας μου, το πώς η μάνα του δεν νοιαζόταν για το μέλλον του. Στενοχωρήθηκε. Φοβόταν ότι θα τους ανακάλυπταν με συνέπεια να κοπεί λόγω φρονημάτων στις εξετάσεις που επρόκειτο να δώσει για τη σχολή μιας μεγάλης δημόσιας εταιρίας. Ο αντάρτης έφυγε γρήγορα· και λίγο καιρό μετά ο πατέρας μου έμπαινε στο καράβι για να εγκατασταθεί σ' ένα φτωχόσπιτο στην Αθήνα, μαζί με άλλους συγγενείς που είχαν προηγηθεί, και να ξεκινήσει μια σταδιοδρομία για την οποία θα καμάρωνε ως τα τελευταία του. 




Ο πατέρας σου δεν έπρεπε ν' αλλάξει, μου είπε η θειά, η αδερφή του, που ήρθε από την Κρήτη όταν εκείνος πέθανε κι έμεινε μέχρι τα εννιάμερα. Ο δικός του πατέρας ήταν αριστερός, δεν έπρεπε ν' αλλάξει, επέμενε. Εμένα πάλι, μου έλεγε για τον πατέρα του ότι πήγαινε στο γραφείο, όταν ερχόταν από την Κρήτη για να μας δει για λίγο καιρό, καθόταν σε μια καρέκλα και τον καμάρωνε, αμίλητος. Το καμάρι, η περηφάνια, είχαν μεγάλη αξία για τον πατέρα μου. Πόνεσε πολύ γι' αυτά κάποιες φορές. Ήταν συνεργός, συνοδοιπόρος, στο πανεθνικό όνειρο για δουλειά και προκοπή, που έλεγε κι ο Θεοδωράκης στον Ωρωπό.  Λευτεριά και προκοπή έλεγε, κι ο πατέρας μου ένιωσε λευτεριά όταν βγήκε το ΠΑΣΟΚ. 

Άλλα ξεκίνησα να γράψω. Για τους Ανυπεράσπιστους του Δημήτρη Χατζή, το ομώνυμο με τη συλλογή του 1979 διήγημα. Παραστράτησα, ίσως γιατί ο πατέρας μου έζησε ανυπεράσπιστος στη δίνη της μικροαστικής ανέλιξης, πέτυχε τα πιο πολλά απ' όσα, λίγα, ονειρεύτηκε για τη γαμημένη την κοινωνική καταξίωση, ανυπεράσπιστος ακροβάτης των κοινωνικών συμβάσεων. Οι ανυπεράσπιστοι του Χατζή ήταν αλλιώς. Ήταν θύματα κι από τις δυο πλευρές του πολέμου ανάμεσα στον ΔΣΕ και τον τακτικό στρατό. Μια μικρή ομάδα ανταρτών στο τέλος του πολέμου, σίγουροι μελλοθάνατοι, εκπρόθεσμοι ακόμα και στη διορία παράδοσης: και ν' αυτομολούσαν θα τους σκότωναν· και να μην τους έπιαναν θα παγώνανε στα χιόνια. Επιχειρούν το απονενοημένο. Ψάχνουν το μονοπάτι που θα τους γλιτώσει. Καθαρίζουν τον επίτροπο που κι ο απ' ολούθε θάνατος δεν τον πτοεί μες στην ψύχωσή του, που τα λόγια του είταν πάντα παρμένα από κομματικές αποφάσεις και μαθήματα πολυγραφημένα. Κάποιοι πεθαίνουν απ' το κρύο, όπως ο φοιτητής με τα βιβλία και τα ποιήματα, την επανάσταση, την Κατίνα και τα μικροαστικά υπολείμματα, στα οποία, όπως τον είχαν κατηγορήσει στη συνέλευση του λόχου, οφείλονταν οι ερωτοτροπίες του με την Κατίνα. 





Σ' ένα φυλάκιο τους την έχουν στήσει οι άλλοι ανυπεράσπιστοι, του τακτικού στρατού. Παγώνουν κι αυτοί, οι σίγουροι νικητές. Το βράδυ αποκοιμούνται. Οι αντάρτες πέφτουν πάνω στο αντίσκηνό τους. Δεν διστάζουν, μπαίνουν μέσα. Το απόσπασμα το βρήκα έτοιμο στην παλιά ιστοσελίδα του Νίκου Σαραντάκου (δια χειρός Γιάννη Π.):



Οι αντάρτες περάσανε τ’ άσπρο πλάτωμα. Σε λίγο νιώσανε τα πόδια τους να κατηφορίζουν. Ήτανε το πέρασμα, το μονοπάτι του γκρεμού. Περάσαν μπροστά στ’ αφημένα πολυβόλα – δεν τα ’δανε. Μ’ όση ζωή τους απόμεινε αφεθήκαν και ροβολούσαν, κατρακυλώντας από την άλλη μεριά του βουνού, κυνηγημένοι ακόμα από κείνο το φόβο του χάους. Κατεβαίναν όπως τους πήγαινε αυτός ο κατήφορος. Η σκηνή των στρατιωτών βρισκόταν πιο κάτω, μέσα στο γούβωμα – δεν την είδαν, δεν βλέπανε πια. Όταν φτάσανε μπρος της, τότε σταμάτησαν. Πέσανε πάνω της, πασπατεύοντας βρήκανε τ’ άνοιγμα, μπήκανε μέσα.

Για μια στιγμή οι στρατιώτες σα να ξυπνούσανε, κάνανε κάπως να σηκωθούνε. Οι άλλοι στέκαν ασάλευτοι, δε λέγαν, δεν κάνανε τίποτα, δεν προστάξανε τίποτα. Τότε το ’νιωσαν πως ήταν αντάρτες, δεν ήταν ο λόχος τους που τρομάξαν. Μια φωνή πνιγμένη, σαν μούγκρισμα ζώου, ακούστηκε μόνον και ξαναπέσαν εκεί που βρισκόνταν.

- Μη βαράτε εσείς, μπόρεσε κι είπε ο Βαλάκης.

Για μια στιγμή οι αντάρτες, σα να ξυπνούσανε τώρα, να βγαίναν από το χάος, πήγαν να κάνουνε πίσω. Οι άλλοι δεν είχαν σαλέψει να τους δεχτούνε, να τους χτυπήσουν – τότε ξέρανε πως δεν είχαν πέσει σε δικά τους τμήματα, που τρομάξαν. Άλλη μια φωνή πνιγμένη, πάλι σα μούγκρισμα ζώου, ακούστηκε μόνο.

- Αντάρτες είμαστε... Μη βαράτε, μπόρεσε κι είπε ο Βασίλης.

Ύστερα όλοι μαζί πέσανε δίπλα στους στρατιώτες. Δε βλέπανε τίποτα, δεν κάνανε τίποτα, κανένας δεν είπε τίποτα. Ακουγότανε μόνο το βόγκημα αυτών που πονούσαν, όλοι πονούσαν, όλοι βογκούσαν. Ο αγέρας λύσσαζε στην κορφή. Το κρύο δυνάμωνε.

Σε λίγο αρχίσαν και σάλευαν, κάποιοι ζωντάνευαν – όλοι ζωντάνευαν λίγο. Στριμωχνόταν ο ένας κοντά στον άλλον που ’τανε δίπλα του να χωρέσουν – δε βλέπαν, δεν ξέραν ποιος ήταν, στρατιώτης ή αντάρτης. Πέφτανε πλάτη με πλάτη, αγκαλιάζονταν, μπλέκαν τα σκέλια τους, να ζεσταθούνε κοντά του. Ο Βασίλης σκούντησε αυτόν που ’τανε δίπλα του. Δε σάλεψε, έμεινε όπως ήταν, μπρούμυτα πεσμένος. Άπλωσε το χέρι του, το ’νιωσε από τη χλαίνη του πως ήταν στρατιώτης, τον έπιασε από το σβέρκο, τον έσφιγγε όσο μπορούσε, ζεσταινόταν κι αυτός με το σφίξιμο. Ο στρατιώτης σάλεψε λίγο, γύρισε απ' το πλευρό, άνοιξε την κουβέρτα του, τον πήρε μέσα. Ο μικρός ήταν. Κουκουλωθήκαν μαζί, έγινε λίγο ζεστότερα.

- Μην κοιμάσαι, του ’πε ο Βασίλης.

- Μην κοιμηθείς, είπε κι ο μικρός.

Η Κατίνα κρύωνε ακόμα πολύ. Είχε πέσει κοντά στον Κύρκα. Από το άλλο του πλευρό ήτανε πεσμένος ο Δημάκης. Αυτή έτρεμε ακόμα, έτρεμε ολόκληρη. Τραβήχτηκε κοντά στον Κύρκα, πολύ κοντά του. Ο ψηλός πυρετός του αναδινότανε γύρω του, τον ένιωθε. Παραμιλούσε ακόμα – πάντα με το Δημάκη. Άπλωσε τα χέρια της στα σκοτεινά και του σκούπισε το μέτωπο, μουσκεμένο στον ίδρωτα. Άφησε κει την παγωμένη παλάμη της και το δρόσιζε, το χέρι της ζεσταινόταν. Το ξαναπήρε, το ’βαλε πάλι και πάλι. Το παραμίλημα σε λίγο σταμάτησε. Η ανάσα του ακουγότανε μέσα, ξεχώριζε, βαριά, κομμένη, δυσκολεμένη. Ύστερα ακούστηκε η φωνή της Κατίνας – σαν εκείνη μες στο δάσος.

- Κύρκα μου, ακούστηκε από δίπλα κι η φωνή του Δημάκη.

Το κρύο δυνάμωσε μονομιάς. Από κείνη τη γωνιά που κείτεται ο Κύρκας ανεβαίνει κι απλώνεται, περνάει τις κουβέρτες, τις χλαίνες και μπαίνει μέσα στα κόκαλα. Σφίγγονται όλοι κοντά στους άλλους, κοντύτερα, να ζεσταθούνε, να τ' αποδιώξουν. Δε λένε τίποτα, σφίγγονται μόνο κοντά στον άλλον, να ζεσταθούνε, να τον ζεστάνουν, τα χέρια κάποτε τρομαγμένα τον πασπατεύουν – είναι ζεστός ακόμα, αυτός ο δικός τους.

Κοντεύουνε τα μεσάνυχτα.

Το κορμί τους ζεστάθηκε λίγο μ' αυτό τ' αγκάλιασμα – αρχίζει τότε κι ο νους και ξυπνάει. Ξυπνάει λίγο – φοβούνται αμέσως. Οι αντάρτες θέλουνε τότε να σηκωθούνε να φύγουν, να τραβήξουνε το δρόμο τους μέσα στο δάσος, να μην είναι δω το πρωί με το φως. Οι στρατιώτες ζεσταθήκανε λίγο, θέλουνε τώρα να φύγουν, να ξαναγυρίσουν στ' αφημένα πολυβόλα, να την πάρουν από δω τη σκηνή, να μη μείνει τίποτα το πρωί απ' αυτή τη νύχτα της προδοσίας. Σαλεύουν όλοι, ανασηκώνονται λίγο, να το ξεφύγουν αυτό τ' αγκάλιασμα, να τελειώσουν. Έτσι που πέσαν ανάκατοι δεν ξέρουνε τους δικούς τους πού βρίσκονται, είναι επικίνδυνο ν' αρχίσουν τώρα να τους φωνάζουν. Η τάξη χάλασε μέσα, ξεσκεπάστηκαν, κρυώνουνε πάλι. Φοβούνται και σφίγγονται πάλι δίπλα στον άλλον. Λουφάζουν. Το πρωί θα βρεθούν εκεί, θα βρεθούν έτσι. Οι στρατιώτες θα ξαναγίνουν στρατιώτες, αυτοί οι αντάρτες θα γίνουν αντάρτες. Ο λόχος, το πέρασμα, τα πολυβόλα, τα τμήματα, ο σκοτωμένος επίτροπος – τα φοβούνται. Οι περισσότεροι και πιο δυνατοί θα τους σκοτώσουνε το πρωί τους άλλους, τους λιγότερους και λιγότερο δυνατούς – τον φοβούνται αυτόν που βρίσκεται δίπλα τους. Τα χέρια σαλεύουνε μέσα στο σκοτάδι, ψάχνουν τα όπλα τους, να ζεστάνουνε τη σκανδάλη τους, να ξεπαγώσουνε τις θαλάμες με τα χέρια τους που ζεσταθήκανε λίγο, τα πασπατεύουν, τα σιγουρεύουνε δίπλα τους. Ακούγονται που τα σέρνουν κοντά τους – ένα χτύπημα σε κουμπιά, σε ζωστήρα, ένα κρακ μιας ασφάλειας – κάποιος την άνοιξε. Το κορμί κρυώνει ξανά, οι αρμοί τους αρχίζουν ξανά να πονούνε, στην κορφή ακούγεται εκείνος ο αγέρας, από τη γωνιά που κείτεται ο Κύρκας ανεβαίνει εκείνο το κρύο και μπαίνει στα κόκαλα. Και τότε πάλι φοβούνται και σφίγγονται πάλι κοντά στον άλλον που βρίσκεται δίπλα τους. Μικρές γροθιές ακούγονται βιαστικές σε μια πλάτη, μια κουβέρτα που τραβιέται, ένα χέρι που τρίβεται κάπου, ένα βόγκημα – η ένοχη φωνή σέρνεται πάλι μες στη σκηνή, χαμηλή, μητρική:

- Μην κοιμάσαι...




Ο Βούλγαρης διασκεύασε τη σκηνή από τους Ανυπεράσπιστους στην ταινία του Ψυχή Βαθιά. Δεν την είδα την ταινία, ήμουν κάπως προκατειλημμένος, ειδικά μετά τις ΝύφεςΕίδα τη σκηνή στο γιουτιούμπ. Δεν άλλαξα γνώμη. Η ταινία προκάλεσε συζητήσεις. Άλλες συζητήσεις, γι' άλλα ξεκίνησα να γράψω. Ακόμα κι αν στο τέλος του διηγήματος ηχούν πολυβόλα, οι Ανυπεράσπιστοι μου 'ρχονται τελευταία στο μυαλό όταν νιώθω την ανυπεράσπιστη κοινωνία και περιμένω την αναπόφευκτη ανάγκη να κουρνιάσει ο ένας πάνω στον άλλον να ζεσταθεί, να διαψεύσουν τίποτα ξεπαγιασμένοι την ανθρωποφαγία του κοινωνικού δαρβινισμού, να φυτρώσουν σαν τα συμβιωτικά μανιτάρια πάνω στα δέντρα, να φυτρώσουν κι ας τα κόψουν τα χέρια των κανίβαλων. 

Η ιδέα ότι η φύση έχει χαρίσει την ουσία σε κάθε τι πάνω σ' αυτόν τον πλανήτη, είτε για να είναι συμβιωτικός είτε για να μάχεται στον πόλεμο της φυσικής επιλογής, είναι μόνο μια ιδέα σε ανθρώπινα μυαλά. Τα μυαλά των ανυπερά-σπιστων δούλευαν παράλογα, θα 'λεγε ο Καμύ, μ' έναν εγωιστικό αλτρουισμό θα ισχυριζόταν ο Ντόκινς, ό, τι και να 'ταν, όποια και να 'ταν η αιτία, οι αιτίες, οι ανυπεράσπιστοι προτίμησαν να μην  ολοκληρωθούν μέσα στην οικογενειακή προκοπή και να καμαρώσουν τα παιδιά τους επιστήμονες, όπως θα επέβαλε σε λίγα χρόνια το καθολικό όραμα της αναγεννημένης ελληνικής κοινωνίας που θα έκλεινε κάποτε και τα μακρονήσια, θα επέμενε με τη Γυάρο και κάποιαν ωραία στιγμή θα παρασημοφορούσε κάποιους που γλίτωσαν το εκτελεστικό απόσπασμα, θα έδινε και σύνταξη σε αρκετούς, που πολλοί απ' αυτούς όχι ανυπεράσπιστοι δεν ήταν, αλλά ούτε κατά λάθος δεν θα άφηναν ανυπεράσπιστο τον εαυτό τους. 
Απέραντη μοναξιά και, πολλές φορές συντριπτική ήττα του ανθρώπου. Βρίσκονται πίσω από κάθε βιβλίο του, έλεγε (50:49) ο Χατζής. Έλεγε ακόμα (57:31) ότι είχε δυο δασκάλους. Την ιστορία και τη λύπη. Την ιστορία και τη λύπη σε μια θητεία δίχως τέλος ως το τέλος, για να θυμηθούμε μιαν άλλη ταινία του Βούλγαρη, παλιά, για τη Μακρόνησο, το Happy Day, και τη μουσική του Σαββόπουλου:


Το διήγημα του Χατζή πρωτοδημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Τέχνης το 1964. Η στρατευμένη αριστερά συμπέρανε τότε την υποχώρησή του στην πίεση της αστικής ιδεολογίας. Ο Χατζής έτσι κι αλλιώς δεν θα περίμενε κάτι άλλο απ' αυτή την αριστερά. Κι όταν υπερασπιζόταν ποιητές όπως ο Καβάφης από ανάλογα  αριστερά μαστιγώματα, δεν έπαυε να αισιοδοξεί για μια διαφορετική αριστερά, που δεν θα υποκλινόταν σε αστικά ιδεολογήματα όπως αυτό της αδιάκοπης συνέχειας του Ελληνισμού

Και όσο μπορούσε να είναι η πρώτη έκφραση ενός εξαστισμού και εξευρωπαϊσμού της μικρής αυτής και σταυρωμένης ανάποδα χώρας, ούτε η κατεστημένη επίσημη σκέψη και διαστροφή, ούτε ο λαϊκισμός των ξοφλημένων πολιτικών σχημάτων της αριστεράς μπορούσαν ή μπορούν να εμποδίσουν τη δημιουργία της Νέας Ποίησης να την κληρονομήσει και να την εγκολπωθεί αισθητικά και ιδεολογικά, ο νέος κόσμος της χώρας αυτής – η αριστερά της.