Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014


τίποτα δεν αλλάζει


Δεν αλλάζει τίποτα.
Κανείς δεν αποφάσισε 
την ανθρωπιά ν' απαρνηθεί·
να πάει να κοιμηθεί 
δίπλα στους πρόσφυγες που σώθηκαν·
να φάει ό,τι τους δώσαν για φαΐ·
εκεί που αποπατούν ν' αποπατήσει·
στον ύπνο να τον τρώνε μαύρα ψάρια
που υπάκουσαν στους άθαφτους νεκρούς.
Δεν γνώρισα κανένανε να ελπίζει 
στους απελπισμένους. 
Μα είναι πολλοί που επιφωνούν
πως θάρθει απ' τους απελπισμένους η ελπίδα.
Το είδα στο ίντερνετ, το είδα στο γιουτιούμπ.
Και πήρα θέση. Καταγγέλω την αναλγησία.
Φρίττω, πολίτες, φρίττω. 

Θα πάω μέχρι τη θάλασσα να κατουρήσω,
να ξεχαστώ που ζώστηκα μες στο κουκούλι·
έτσι όπως στο τελείωμα θα κρυώνω,
να τρεμουλιάσω, να γελάσω σαν παιδί.

Τίποτα δεν αλλάζει. Κι ας θέλει ένα κλικ





Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014


κοτζάμ χειμώνας εκατάντησεν ενέχυρο



με μάτια νάδεια να χαράκια στο λαιμό 
γυρνοβολά ένα ευρό δέκα ευρά 
δύο τρεκλίσματα κάρτα νεργίας ράτσα 
σκυλιά βροχής σουβλάκια έι τι εμ
απόδειξη ευρό ένα πιν 
ένα λαχείο ένα κουλούρι 
στάση λεωφορείο στάση έντρομη 
κρυφό χαμόγελο δυο μάτια μάτια τέσσερα 
θα σβήσει ο ουρανός η ώρα θα ποκοιμηθεί 
στη θάλασσα θα ρχίσουνε 
οι γλάροι τα ίδια ψέμματα 
τα κύματα ζουν λίγα ναι φτερόλεπτα 
η θάλασσα η θάλασσα γελά 
η θάλασσα υπνωτίζει κάθε ανεμελιά 
ρέγγα όχι φασολάδα όχι λάδι 
κωνώπων διυλιστήριον όχι λύπη 
να τον περάσεις το χειμώνα με υγεία 
όχι με λίπη υγεία μόνο αλλιώς δεν ξέρω 
πάμε κάτω πάνω μάιντ πλιζ δε γκαπ 
πρόσεχε να τον χάνδακα τρίξε τα δόντια
ρίξε στο ντενεκέ τις λέξεις 
κόψε το φύλλο κομματάκια 
τεμάχισε τις λέξεις στρίψε γράμματα 
κρύψε τη σκέψη στης αλήθειας να στον τύμβο
κράτα το εισιτήριο το εισιτήριο 
φακές ρεβύθια λάδι όχι όχι λάδι 
στόμα νοιχτό γελά δείχνει τα δόντια 
οι προθεσμίες λήξαν κάποτε 
τώρα ο θυμός του θύματος του κύματος 
έπειτα θύμα κύμα κλέφτηκαν στο χάος 
οι ναύτες έβρεχαν αλάτι όσα βλέπανε γδαρσίματα
έπειτα έπεσε η κυβέρνηση ανέβηκε άλλη 
τι κίνηση στους δρόμους μονοξείδιο 
οθόνες φλυαρούσαν καθησύχαζαν τον τηλεπανικό
τη μέρα που έσπασαν το έι τι εμ 
την ώρα που το διάλυσε η κουτάλα κατερπίλαρ 
τα φράγκα γκλιν τα φράγκα γκλον 
και φσσσσσστ τα καταβροχθισμένα πενηντάευρα
ένα ευρό δέκα ευρά το μωβ πεντακοσάρικο 
που μοσχοβόλαε διακοπές θέατρα συναυλίες
ταβέρνες όλα με αντίτιμα ευρά 
νάχες τα φάρμακα τουλάχιστον για τώρα
πήραμε λάθος τους αιώνες δεκαεφτά γενιές 
δεν είμαστε άνθρωποι ντέους λούπους 
ένα ευρό δέκα ευρά θέμα συνήθειας 
μην υποστείλεις τη σημαία στην παρέλαση
λιώναμε αναμνήσεις στο γουδί 
σπίρτο τσιγάρα δυο να καίγαμε 
τις ρουφηγμένες μνήμες 
να τρώγαμε στης μάνας 
χωρίς του οιδίποδα τη ρετσινιά 
την τιμωρία του πατέρα του αδερφού 
που λίπαναν το χώμα σάπια καύλα 
να τρέχαμε κατά τη νύχτα που μικραίνει 
που όσο νάναιμίκρυνε  
νάβγει ο χειμώνας 
άνοιξη να μυρίσουνε η αύρα ναι το δάσος 
ένα ευρό κιμάς δέκα ευρά κατεψυγμένος πόνος άνθρωπος που ελπίζει
σκέφτεται κρίνει εκκρίνει ψόμματα θυμάται
να λέγει να ταυτίζεται ναγγίζεται 
ούτε λυγμός ούτε καν γδούπος ούτε 
φτηνό για τη σπονδή κωλόκρασο 
ενώ η βροχή ποντίζει το χειμώνα 
τον πάει στην αγορά χρυσού ένα ευρό 
δέκα ευρά κοτζάμ χειμώνας εκατάντησεν ενέχυρο
κρασί φτηνό ντουλιά φτινί κριβή ανεργία 
κάρτα νεργίας κάρτα κρατούν 
καρτούν αδέσποτα σκυλιά τσομπαναραίοι 
εν της νυκτός τω μέσω ρέει φως ναπενθές  
δια-λύσαν τα κουνούπια 
μην διαλύεις τον κώνωπα 
είπεν ο βλαξ παροιμιώδης 
η μάνα τύλιξε την πίττα λουμινόχαρτο 
με γδούπον έναν τόνο σίδερο λυγμό 
τρόπο καημό σφυγμό θυμό θυμάρια κείτονται λέξεις άλαλες στην τυποποίηση 
λέξεις επίμορτες βαρούν τον τύπο ποίηση



GWGardner



διότι,
εδώ που τα λέμε,

η δρόγειος είναι χρέος που λεν βαρύ
κι ο άτλας εκ λουμπάγκου υποφέρει
τα χέρια εκ της θαλάσσης υδαρή
γλιστρά και γδουπ η δρόγειος πριν εκφέρει

λέξεις λυγμών ληγμένα λόγια προϊόντα
ο δυστηνής ο φαβορίτας ο μεσιέ
άναυδος που έστεκε και ήκουε βοώντα
εμέ των στίχων τον υπότροπο πλασιέ





MayRoosevelt

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014


της Αγάθως



Διάβαζε τον Σεφέρη λαίμαργα. Την συγκινούσε κι εντρυφούσε. Έτσι λαίμαργα που κατέβαζε τους στίχους, αμάσητους, δεν προλάβαινε ούτε γεύση ούτε υφή. Όμως τον είχε μάθει απέξω. Ήταν πια εύκολος γι' αυτήν. Ένας απλός παλμός. Συχνά απάγγελνε βαδίζοντας νωχελικά στην αμμουδιά. Την είχε ακούσει μια φορά ένας ποιητής μοναχικός, ένας που οι στίχοι του κατέβαιναν ασκέρι από την κούτρα να την πολιορκήσουν. Εκείνη απάγγελνε. Πάντα Σεφέρη: 

Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί·πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστεραγιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.



Εκείνος εκεί, μονάχος, με τ' ασκέρι του· κι εκείνη, εκεί. Σεφέρη και ξερό ψωμί. Φορές απάγγελνε στην αμμουδιά απέξω, και το βιβλίο το κρατούσε κάτω από τη μασχάλη. Εκεί πολλούς εγνώρισε, άντρες που της αρέσαν για το κάτι τι τους. Όταν εβάδιζε μονάχη, τους θυμόταν. Εκείνος ο κλαρίμπας, ο μοσχοδημοκράτης. Δημοκρατία μοσχοβολούσε, αγωνιστής κανονικός, γρήγορα τον βαρέθηκε. Είχε γνωρίσει στη δουλειά έναν καινούριο, της συνεπούς αριστεράς. Αυτός ήταν αληθινός αγωνιστής, μουσάτος φροντισμένος, με ιδέες για το αύριο αυτού του τόπου, τρυφερός, γραμματέας στην οργάνωσή του, την ενέπνεε. Του άρεσε κι ο Σεφέρης, μα προτιμούσε Κατσαρό κι Αναγνωστάκη. Εκεί στην αμμουδιά τού έπεσε από τη μεγάλη τσέπη το βιβλιαράκι του Μπαντιού που του είχε χαρίσει η κολλητή της. Τα ερωτόλογα στην αφιέρωση δεν άφηναν αμφιβολία ότι κάτι έτρεχε μεταξύ τους. Της είχε χαρίσει τον έρωτα ο Ζήσης. Κι ήτανε παντρεμένη η ρουφιάνα μ' εκείνον τον Μουλά. Έφαγε το σουτ ο Ζήσης πριν προλάβει ν' απολογηθεί. Πιο τρυφερός ήταν ένας ονειροσκόπος. Ίσως την είχε αγαπήσει αυτός, ήταν φτιαγμένος ν' αγαπάει. Πάντα έτοιμος. Συνήθως έτοιμος. Αφηρημένος, όμως, εκεί που την εχάιδευε ξεχνιόταν κι άρχιζε να μιλάει για Κυριακές χωρίς Δευτέρες να παραμονεύουν. Γρήγορα τον βαρέθηκε. Τον άφησε ένα σούρουπο να ρεμβάζει την ακρογιαλιά, τον άφησε όπως τον είχε βρει, μονάχο. Της είχε μείνει όμως ένα γαμώτο ανικανοποίητο. Ήθελε κάποιον τέτοιονε, να έχει οράματα, να κοιτάει ψηλά. Ένας κοκκινοτρίχης με γυαλιά, πάντα πρόθυμος για ορειβασία, τηνε συγκίνησε κάπως, όχι σε βάθος, ήταν όμως γυμνασμένος και γελαστός. Ορειβάτης. Δεν άργησε να καταλάβει πως στην υπόγα του ήταν ορειβάτης, ο καημένος. Στ' άρματα, φώναζε, εμπρός στον αγώνα, κι αγωνιζόταν να φτάσει στης υπόγας την κορφή, ν' αγναντέψει της Αγάθως το κορμί κουρνιασμένο στο ντιβάνι. Α πα πα. Η αμμουδιά τής πήγαινε, όχι εκείνη η μούχλα του αμφίβολου αγώνος. Τον έτζασε. Καλύτερα, χίλιες φορές, σκέφτηκε, ο Πελοπίδας, ο δημόσιος υπάλληλος. Κι ας κατάντησε όπως κατάντησε απ' τα μνημόνια τ' απανωτά. Μα ήταν το τάιμιν λάθος. Ο άνθρωπος είχε ταξιδέψει μ' αεροπλάνα και βαπόρια, Ελλάδα, Ευρώπη κι Αφρική, το ήξερε η Αγάθω. Μα τώρα που τον γνώρισε κι αυτή και περπατούσανε μαζί στην άμμο, ξεφύσαγε ολοένα και το σκεφτόταν και στο σουβλατζίδικο να τηνε πάει. Ας πάει κι αυτός, λοιπόν, μαζί μ' όλους τους άλλους, και τους άλλους, τους αισθηματίες. Όπως κι εκείνος ο εποχέας, εδώ που τα λέμε, που όσο αναπτυσσόταν με ρυθμούς υψηλοτάτους πού να πατήσει της Αγάθως την αμμουδιά. Οραματιστής του καλύτερου μέλλοντος, αγωνιστής αυτοδημιούργητος άλλοτε, με βήματα που χώνονται στην άμμο, βαρύς, μ' εκείνον τον καπνό της έπαρσής του της προκαλούσε ασφυξία, ο δυστυχής κι αυτός. 

Ο μοναχικός ο ποιητής, ο λιποτάκτης, δεν είχε ελπίδα. Άλλο Σεφέρης, κι άλλο Λευτέρης. Και τα δυνατά του που έβαλε, μέχρι Μπορίς Βιαν της μετάφρασε, υπέστη ήττα μπλαζέ. Την κοίταζε στο τέλος με λύπη. Σκεφτότανε το νέρωτα, σκεφτότανε το θάνατο, τα δυο βουνά. Είστε ολίγος, του είπε την τελευταία φορά. Δεν ξαναπάτησε το πόδι του στην αμμουδιά της. Παρώδησε ένα ποίημα και την ξέχασε:





Την περιβάλλει κάτι φο: 
των στίχων μου τ’ ασκέρι.
M’ αυτή, υπό μάλης το Σεφέρη
και στιλ «τώρα εντρυφώ».

Κάθε ιστορία θα υφανθεί
απ’ τα εξώψυχά της.
Φορέας της ίδιας αυταπάτης,
συχνά θα μαρανθεί. 

Στην αμμουδιά να επινοεί
έρωτες δίχως βάθος
και δίχως αύριο. Της Αγάθως
δεν άλλαξε η ζωή.








Το ανωτέρω παραποίημα δημοσιεύθηκε 
με τίτλο Της Αγάθως Κατάφαση 
στο τεύχος 8 του ποιητικού κλπ
σκεύους Τεφλόν.

η υπόθεση MHNYMAL 
~ΑΠΟΡΗΔόΝ~


Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

αλλού στη γάστρα κι αλλού βυζάστρα



Είναι περίεργο που έχουμε μνήμες, από ήχους και εικόνες, από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας. Θα ήμουν το πολύ 5 - 6 χρονών, μα θυμάμαι το γαϊδουράκι φορτωμένο στο δρόμο από το Σοποτό για το σπίτι. Καλοκαίρι, κάτω απ' τον ήλιο. Όταν κοντοστεκόταν, ο παππούς το χτυπούσε με μια βέργα. Θυμάμαι τα καπούλια του γδαρμένα, σταγόνες αίμα. Οι πρώτες μνήμες από οικόσιτα ζώα έρχονται από την Κρήτη, από τα καλοκαίρια των διακοπών στο χωριό. Οι όρθες στην αυλή της γιαγιάς, το γαϊδούρι, η φοράδα του μπαρμπα-Σπύρου, που είχα καβαλήσει κι εγώ, η αγελάδα που έπινε ένα καζάνι νερό απνευστί και τα οζά. Πηγαίναμε στα οζά με τη φοράδα. Σε πολλά χωριά οι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν κοντά στα ζώα. Έχουν αλλάξει πολλά, η διατροφή δεν βασίζεται πια κυρίως στην τοπική γεωργία και κτηνοτροφία, όμως τα πρόβατα δεν είναι μονάχα πλαστικά ομοιώματα για τη φάτνη του χριστουγεννιάτικου δέντρου, το πρωί σε ξυπνούν τα κουδούνια τους, στους δρόμους θα δεις καβαλίνες. 

Σ' αυτό το χωριό των διακοπών των παιδικών μου χρόνων, τα ζώα και η μεταχείρισή τους από ανθρώπους έγιναν το περασμένο καλοκαίρι αιτία μιας μεγάλης αναστάτωσης. Η αντίδραση των κατοίκων στην εγκατάσταση ενός χώρου περίθαλψης αδέσποτων σκυλιών, η απίστευτη πράξη της δηλητηρίασης δεκάδων από αυτά, τα πρόβατα που κατασπάραξαν αδέσποτα σκυλιά που είχαν ξεφύγει από τον χώρο τους ή που κάποιοι τα είχαν ξεφορτωθεί απέξω... Η Κάινα βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας, που λένε. Το θέμα απασχόλησε το BBC, κάποιοι απείλησαν ότι θα διώξουν τον τουρισμό απ΄την περιοχή, ή απ' όλη την Κρήτη, σαν αντίποινα στη λογική της συλλογικής ευθύνης. Οι κάτοικοι του μικρού χωριού στον Αποκόρωνα Χανίων ένιωσαν τις ωδίνες της μετάβασης από την οικοσιτιστική στη μεταοικοσιτιστική εποχή. 




"Η εκλεπτυσμένη κοινωνία πίστευε συνήθως ότι η κακομεταχείριση των ζώων ήταν ένα κουσούρι των κατώτερων τάξεων, χωρίς να αναλογίζεται ότι τα μέλη της δικής της τάξης ποτέ δεν δούλευαν σαν ζωέμποροι, χασάπηδες, αγωγιάτες ή αμαξάδες", παρατηρεί ο R. Bulliet στο βιβλίο του Κυνηγοί, βοσκοί και χάμπουργκερ που αναφέρεται στο παρελθόν και το μέλλον των σχέσεων μεταξύ ανθρώπων και άλλων ζώων και κυκλοφορεί σε μετάφραση Ν. Κούρκουλου. Ο Bulliet διακρίνει την ιστορία αυτών των σχέσεων σε τέσσερις περιόδους. Στη μεταοικοσιτιστική εποχή μας, οι άνθρωποι ζουν από τη μια απομακρυσμένοι από τα ζώα που παράγουν τροφή, ύφασμα και δέρμα και δεν βλέπουν ποτέ πώς έρχονται σε σεξουαλική επαφή ούτε πώς σφάζονται· από την άλλη, έχουν στενές σχέσεις με ζώα συντροφιάς. Κι ενώ καταναλώνουν ζωικά προϊόντα, "δοκιμάζουν αισθήματα ενοχής, ντροπής και αποστροφής" για όσα ξέρουν ότι τραβάνε τα ζώα - πρώτες ύλες των βιομηχανιών τροφίμων, ένδυσης κλπ. Στην οικοσιτιστική  περίοδο οι άνθρωποι, ιδιαίτερα της υπαίθρου, ζούσαν μαζί με τα ζώα. Όχι με τα ζώα συντροφιάς, με τ' άλλα, που παράγουν. Στην προοικοσιτιστική περίοδο δεν υπήρχαν οικόσιτα ζώα, η κρεοφαγία ήταν δυνατή χάρη στο κυνήγι, αλλά οι σχέσεις ανθρώπων και ζώων ενείχαν στοιχεία ιερότητας. Τέλος, στο πρώτο στάδιο, του διαχωρισμού, οι πρόγονοί μας απέκτησαν συνείδηση της ανθρωπιάς τους, της διαφορετικότητάς τους από τ' άλλα ζώα. 

Η επαφή ενός τουρίστα του οικοσιτισμού με την πιο βίαιη πλευρά του, με τη σφαγή του ζώου, είναι οδυνηρή. Πριν λίγες δεκαετίες χρειάστηκε να βοηθήσω στο σφάξιμο ενός γουρουνιού που είχε εκτραφεί για να μας προσφέρει το αγνά ταϊσμένο κρέας του για μπριζόλες, σελινάτο κλπ. Ήταν Χριστούγεννα, λίγο πριν. Έπρεπε να το τραβάω με δύναμη μ' ένα σχοινί. Αυτό στύλωνε τα πόδια κι έβγαζε μια φρικιαστική κραυγή. Χωρίς διακοπή. Ήμουν σίγουρος ότι ήξερε τι θα συμβεί από λεπτό σε λεπτό. Ήμουν σίγουρος ότι και το ταίρι του, που παρακολουθούσε τη σκηνή, μάντευε το δικό του αιμόφυρτο μέλλον. Μια μπαλταδιά στο κεφάλι, κι αμέσως το μαχαίρι στο λαρύγγι, αίμα πηχτό που πλατάγιζε, λίγα βήματα, αντανακλαστικές κινήσεις σφαγίου, κι έπειτα στο έλεος των σφαγέων: για γδάρσιμο και για τεμάχισμα. 





Τρεις παπάδες τρία αγγούρια
κυνηγούσαν μια γαϊδούρα.
Δω την έχουν κει την έχουν
μες στο ρέμα την κατέχουν.
Στέκα βρε ευλογημένη
που είναι η πούτσα καυλωμένη
άμα παρ' και ξεφουσκώσει
ποιος αδειάζ' να στο χώσει; 

Πριν από 16 χρόνια, η ομάδα του Ιού της τότε Ελευθεροτυπίας δημοσίευσε ένα αφιέρωμα στη μακριά γαϊδούρα που βασίστηκε στη δημοσιευμένη στο Παρίσι μελέτη της Marie-Christine Anest Κτηνοβασία, ομοφυλοφιλία, διαβατήριες τελετές και ανδρική μύηση στη σύγχρονη Ελλάδα, που περιελάμβανε το πιο πάνω δημοτικό τραγούδι. Το δημοσίευμα, μάλλον ασυνήθιστο για τους γενικούς προσανατολισμούς του Ιού, είχε θέμα τη μακριά γαϊδούρα, ένα παιχνίδι που, σύμφωνα με την Anest, 
αποτελεί "επιβίωση (ή συμπλήρωμα) των παραδοσιακών τελετών που συνοδεύουν την ενηλικίωση των ελληνόπουλων και περιλαμβάνουν σημαντικά στοιχεία ομαδικής κτηνοβασίας και ομοφυλοφιλίας". Στο βιβλίο περιγράφονται οι επαφές της μετάβασης στην ενηλικίωση με τη γαϊδάρα στο ρόλο της "πρώτης γυναίκας", που επιβίωναν μέχρι τις μέρες εκπόνησης της μελέτης της, κυρίως στην Κύπρο και την Κρήτη. 

Ο Bulliet αφιερώνει στον γάιδαρο ένα ολόκληρο κεφάλαιο του βιβλίου του, αφού, όπως αποκαλύπτει, το βιβλίο προέκυψε από την περιέργειά του για τον θρησκευτικό και σεξουαλικό συμβολισμό του γαϊδάρου, συμβόλου και του μεσσία και του σατανά, συμβόλου, τελικά, της μωρίας. Στο κεφάλαιο για τον Μεταοικοσιτισμό, αναφέρεται στον "πρωτοπόρο της σεξολογίας" Χάβελοκ Έλις, ο οποίος θεωρούσε κοινότερο, αλλά όχι μοναδικό, σεξουαλικό παρτενέρ τη γουρούνα. Σε έρευνες που γίνονταν στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, είχε παρατηρηθεί ότι νέοι άντρες, που είχαν μεγαλώσει σε αγροτικές περιοχές, παραδέχονταν ότι ομήλικοί τους είχαν σεξουαλικές εμπειρίες με ζώα, ποτέ όμως οι ίδιοι. "Ένας Τούρκος πληροφορητής", διαβάζουμε, "που είχε παραδεχτεί ότι νεαροί συγχωριανοί του συνουσιάζονταν με γαϊδούρες, όταν έμαθε ότι για τους Αμερικάνους η συνουσία με πρόβατο αποτελεί το στερεότυπο της κτηνοβασίας, παρατήρησε: "Με πρόβατο; Τι αηδιαστικό!"."

Η σεξουαλική διάσταση των σχέσεων ανθρώπου και άλλων ζώων έχει το μερίδιό της και στη λογοτεχνία. Στο δεύτερο μέρος της τριλογίας του Εμπειρίκου Τα χαϊμαλιά του Έρωτα και των Αρμάτων, το πρώτο ήταν η Αργώ, η θηριοδαμάστρια Ζεμφύρα ανακαλύπτει τη θηλυκή ηδονή χάρη στις θωπείες του Ζαμβέζη, ενός λιονταριού που η γλώσσα του "θερμή, λακταριστή και κάθυγρος, λείχουσα και περιλείχουσα τους σφύζοντας ελαστικούς μαστούς της δαμαζομένης νεάνιδος" της έδωσε να καταλάβει ότι "δεν ήτο θύμα του άρρενος το θήλυ, αλλ' απαραίτητον συμπλήρωμά του". Ο Εμπειρίκος περιγράφει στον πρώτο τόμο του πρώτου μέρους του Μεγάλου Ανατολικού τη συνεύρεση της διάσημης Αγγλίδος ηθοποιού Τζέην Μπόσουελ με τον μολοσσό Μπομπ: "οι ωθήσεις του πελωρίου σκύλου ήσαν τόσον σφοδραί, ώστε μόλις εισεχώρησε το εξωγμωμένον γεννητικόν του όργανον εις την χαίνουσαν διά να το δεχθή μουνότρυπαν, με την πρώτην παλινδρομικήν κίνησιν εξήλθε πάλιν, εισήλθε και εξήλθε εκ νέου...", βεβαίως, "...ενώ η Τζέην, σείουσα πάντοτε τον λευκόν της κώλον, και τινάσσουσα σφορδώς το αιδοίον της προς τα οπίσω, εις πλήρην ανταπόδοσιν των γαμικών ωθήσεων του επιβήτορός της, οίμωζε και ολόλυζε από ηδονήν..."

Όμως, την πάτησα σαν τον Bulliet. Ξεκίνησα με σκοπό να γράψω άλλα· για την κρεοφαγία και δη τη γουρουνοφαγία των ημερών ανάμνησης της έλευσης επί γης του θεανθρώπου






Η κρεοφαγία, από την προοικοσιτιστική εποχή, ήταν συνδεμένη με το ιερό και προϋπέθετε τη θυσία. "Ένα τυπικό χαρακτηριστικό", γράφει ο Burkert, "είναι η συλλογή των οστών, ιδιαίτερα των μηριαίων οστών, του θύματος και η απόθεσή τους σε κάποιον ιερό χώρο, και το στήσιμο του κρανίου του ζώου επάνω σε ένα δέντρο ή έναν πάσσαλο. Αυτό μαρτυρείται από την Παλαιολιθική εποχή και αποτελεί τον πυρήνα της ελληνικής θυσιαστήριας πρακτικής: το κάψιμο των μηριαίων οστών επάνω στο βωμό, μηρία καίειν, και το στήσιμο βουκρανίων για να σημαδευτεί ένα ιερό ή ένας βωμός. Εξηγώντας την πρακτική αυτή με λόγια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ζώο "δίνεται πίσω" στον υπερφυσικό ιδιοκτήτη του και να αναφέρει ένα μύθο που αφηγείται πώς ένα ζώο ξεπήδησε από τα συλλεγμένα οστά του, ξαναγεννημένο και ζωνταντό·". Οι τελετουργίες συνεχίστηκαν και με το πέρασμα στην εποχή της γεωργίας, και του οικοσιτισμού - θα πρόσθετε ο Bulliet, με αυξημένη συμβολική σημασία. 

Σ' ένα από τα κείμενα του βιβλίου Θυσία και Μαγειρική στην Αρχαία Ελλάδα, ο Jean-Luis Durand αναλύει την "τοπολογία των βρώσιμων σωμάτων" εξετάζοντας κυρίως μιαν ιωνική υδρία, που λεπτομέρειά της απεικονίζεται πιο κάτω. Ό,τι παρουσιάζεται σ' αυτήν έπεται της θανάτωσης του ζώου. Όπως περίπου η πράξη της θανάτωσης δεν έχει θέση στη σκηνή του αρχαίου δράματος. Βρήκε πάντως θέση πιο πάνω, σαν ανάμνηση εμού του βλασφήμου. 
Η αιδώς των αγγείων δεν προδίδεται ποτέ, ο θάνατος και η θυσία διαχωρίζονται πάντοτε. Η χειρονομία που ανοίγει πέρασμα στον θάνατο μέσω του λαιμού των ζώων δεν αναπαρίσταται ποτέ. Το μαχαίρι πλησιάζει, κάποτε μάλιστα πολύ κοντά, αλλά η ίδια η πράξη που αιματοβάφει το μαχαίρι και τον βωμό δεν αναπαρίσταται. Όταν το λαρύγγι κόβεται από το σίδερο, η έννοια της θυσίας απομακρύνεται από την εικόνα. Τότε, το ανοιχτό λαρύγγι δεν δείχνει τίποτα περισσότερο από τον θάνατο του ζώου, έναν θάνατο που δύσκολα καταλαβαίνουμε, μυστηριακό, που δεν αναφέρεται πλέον παρά σ' αυτόν. 
Ο Durand περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την τελετουργία της θυσίας, την ανατομία του ζώου που γνωρίζουν άριστα όσοι συμμετέχουν στην τελετή, την αντίληψη του ζώου σαν μέσου για την επικοινωνία με τους θεούς. Ο ιερέας, για λογαριασμό τους, θα κρατήσει κάποια κομμάτια κρέας που δεν θα φαγωθούν. Αν κάποιοι βλέπουν σ' αυτά μόνο ένα παραμύθι για δεισιδαίμονες, δεν αντιλαμβάνονται ότι εμείς, οι σύγχρονοι άνθρωποι, αφού δεν μπορέσαμε τουλάχιστον να βάλουμε κάτι άλλο στη θέση της ιερής θυσίας, παραπαίουμε σ' έναν δρόμο δίχως νόημα που οδηγεί στην πόρτα του μικροβιολογικού εργαστηρίου για να μετρήσουμε χοληστερίνες και τριγλυκερίδια και να διαλέξουμε ανάλογα με τ' αποτελέσματα το βαθμό έκθεσής μας στην επίθεση των λιπαρών, αγνοώντας αίμα και οιμωγές, τρώγοντας τοστάκι ή γύρους καθώς παρακολουθούμε θρίλερ στο σπίτι, υποκαθιστώντας με αλλότριες εικόνες, όπως πιστεύει ο Bulliet, ενστικτώδεις ανάγκες. Προσπερνώ αυτή την εμμονή στην ανθρώπινη φύση, θέμα που συνυφαίνεται με τις αγωνίες της υπόθεσης MHNYMAL. 





Γουρούνι, λοιπόν. Σε κάποια χωριά εδώ γύρω το λένε γρν. Πρώτο στις προτιμήσεις των Αμερικανών κτηνοβατών των αρχών του προηγούμενου αιώνα, μάλλον όχι των Γερμανών σήμερα, που θα πρέπει να προτιμούν τα πρόβατα. Γουρούνια σ' όλη την Ευρώπη, χοιρινές μπριζόλες και λουκάνικα, χοιρινό με σέλινο κατά την παράδοση, με δαμάσκηνα δια το γκουρμέ, το γουρούνι του ελληνικού δωδεκαημέρου, των γιορτών που ξεκινούν με τα Χριστούγεννα, ενός Χριστού που δεν το έβαλε ποτέ στο στόμα του, όπως κάθε καλός εβραίος· γουρούνι: ποσότητα, επίδειξη, αφθονία. Κι οι καταναλωτές, παραπαίοντα εκκρεμή ανάμεσα στην κραιπάλη και την περιρρέουσα πείνα της κρίσης αφθονίας. Εδώ κι εκατοντάδες χρόνια. Ο Braudel για τον ευρωπαϊκό υλικό πολιτισμό  μέχρι τον 16ο αιώνα:
Μαγειρεμένο μ' όλους τους τρόπους, βραστό ή ψητό, συνδυασμένο με λαχανικά και με ψάρια ακόμη, το κρέας σερβίρεται ανάκατα, "σε μορφή πυραμίδας" μέσα σε τεράστιες πιατέλες που στην Γαλλία ονόμαζαν mets. Έτσι, όλα τα ψητά το ένα πάνω στο άλλο αποτελούσαν ένα μόνο mets, του οποίου οι πολύ ποικίλες σάλτσες προσφέρονταν χωριστά. Δεν δίσταζαν ακόμη να στοιβάζουν όλα τα φαγητά μέσα σε μια μοναδική πιατέλα κι αυτή την πιατέλα, με το αηδιαστικό ανακάτεμα, την ονόμαζαν επίσης mets. Το 1361 και το 1391, χρονιές για τις οποίες διαθέτουμε ήδη γαλλικά βιβλία μαγειρικής, τα ονόμαζαν ήδη πιάτα: ένα γεύμα με έξι πιάτα ή mets εσήμαινε, όπως θα λέγαμε εμείς, έξι ειδών φαγητά. Όλα πλουσιοπάροχα, τόσο που συχνά δεν τα βάζει ο νους μας. Να ένα μόνο mets, παρμένο από το Ménagier De Paris (1393), από τα τέσσερα που προσφέρει διαδοχικά: "Πατέ βοδινού, ένα είδος ραβιόλια, γαλέος, δύο ζωμοί με κρέας, άσπρη σάλτσα ψαριού, επιπλέον μια σάλτσα βουτύρου με καϊμάκι, ζάχαρη και χυμό φρούτου". 
Αφθονία φαγητού και δη κρεάτων, από τον 14ο ως τον 16ο αιώνα, για τους λαούς της Ευρώπης, υποστηρίζει ο Braudel. Και επιμένει: "Αυτό είναι το παράδοξο στο οποίο πρέπει να επιμείνουμε, επειδή υπερισχύει συχνά η απλουστευτική άποψη ότι, όσο υποχωρεί κανείς προς τον Μεσαίωνα, τόσο πιο πολύ βυθίζεται μέσα στην αθλιότητα. Στην πραγματικότητα, αν μιλήσουμε για λαϊκό βιοτικό επίπεδο, δηλαδή για την πλειοψηφία, αληθεύει το αντίθετο". Αν κάτι θα έπρεπε να μας απασχολεί, δεν είναι αν υπήρχε ή όχι η αφθονία και σε ποιες εποχές και για ποιους και τι συνέβαινε με όσους δεν μετείχαν σ' αυτήν, είτε ήταν η κοινωνία των 2/3 είτε του μεσαίωνα είτε μιας κάποιας αρχαιότητας. Το ερώτημα είναι γιατί υπήρξε, κάτω από ποιες συνθήκες, και γιατί όταν υπήρξε η αφθονία έπρεπε να σπαταληθεί. Η μια όψη, που συμβαδίζει με την καρτεσιανή ιδέα των ζώων - άβουλων μηχανών, είναι αυτή, της σπατάλης. Η άλλη είναι εκείνη που συγκρατεί κάτι από την προϊστορική ιερή σχέση με τα ζώα μέχρι σήμερα, όπως συμβαίνει στα ανά την Ελλάδα κουρμπάνια, στις θυσίες των ζώων που στολίστηκαν για να προσφερθούν και να βραστούν· όχι να ψηθούν, πια. 



Το μέλλον των σχέσεων ανθρώπων - ζώων στον πραγματικό κόσμο θα καθοριστεί από την παγκόσμια επέκταση της εκμετάλλευσης κατά τον ύστερο οικοσιστικό τρόπο και από την αντίδραση σ' αυτήν την επέκταση από όλοένα και πιο οργισμένους μεταοικοσιτιστικούς ακτιβιστές. Τη στιγμή αυτή, κανένα στρατόπεδο δεν έχει λόγους για αισιοδοξία. Δεν υπάρχει μέση λύση ανάμεσα σε κρεατοβιομήχανους και χορτοφάγους, ανάμεσα σε κυνηγούς και απελευθερωτές των μινκ, ανάμεσα σε φαρμακευτικές εταιρείες και εχθρούς των πειραματισμών σε ζώα. Φιλόσοφοι, επιστήμονες, συγγραφείς και κινηματογραφιστές έχουν παρασυρθεί σ' αυτή τη δίνη των αντιφάσεων. Όμως, στο φαντασιακό επίπεδο, η κληρονομιά της ύστερης οικοσιτικής εποχής, με τις αγέλες των συμβολικά υποβαθμισμένων κτηνών που μετατρέπονται σε βιομηχανικά εμπορεύματα, λίγο χώρο έχει αφήσει για να στηριχτεί ο δημιουργικός νους. Θα χρειαστεί πραγματική ευφυία για να ανακαλυφτεί και πάλι η μαγεία της προοικοσιτικής εποχής, όταν τα ζώα επικοινωνούσαν με τους θεούς, όταν ημιζωικά πλάσματα κέρδιζαν το σεβασμό και όταν η θανάτωση προκαλούσε δέος και επέβαλλε ενοχή. 
Αυτή είναι η κατακλείδα του βιβλίου Κυνηγοί, βοσκοί και χάμπουργκερ. Νομίζω ότι αυτό που χρειάζεται δεν είναι ευφυία, όπως υποστηρίζει ο Bulliet. Ούτε το να ανακαλύψουμε ξανά μια υποτιθέμενη, όχι γιατί δεν υπήρξε - αλλά γιατί είναι τόσο μακρινή, μαγεία. Δεν θα αρκούσε η ευφυία κάποιων, θα χρειαζόταν η διάθεση πολλών να ξαναβαφτίσουν τη συλλογική ζωή έξω από τις νεωτερικές και μετανεωτερικές συμβάσεις. Ο δημιουργικός νους να είναι συλλογικός. Κι υπάρχει μια βασική προϋπόθεση πριν απ' αυτό. Να ψυλλιαστούμε πως όσα βλέπουμε γύρω μας, όσα ζούμε, αλλού είναι αλλιώς - και άλλοτε ήταν αλλιώς. Εδώ, για παράδειγμα, θα το ταράξουμε το χοιρινό, φέτος δυστυχώς δεν φτιάξαμε πηχτή, αλλού οι γυναίκες δεν το μαγειρεύουν καθόλου. Είναι ταμπού. Λίγο ακόμα πιο πέρα, οι βυζάστρες τα βυζαίνουν τα γουρουνάκια.






Άντε, 
χρόνια πολλά
κι από χρόνου...

where is the apple? 


Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013


βιβλία και πόρνες







Ι. Βιβλία και πόρνες παίρνονται στο κρεβάτι.

ΙΙ. Βιβλία και πόρνες διασταυρώνουν το χρόνο. Διαφεντεύουν τη νύχτα σαν τη μέρα και τη μέρα σαν τη νύχτα. 

ΙΙΙ. Βιβλία και πόρνες δεν μαρτυρούν πόσο πολύτιμα τούς είναι τα λεπτά της ώρας. Μόνο σαν γνωριστείς μαζί τους παραπάνω αντιλαμβάνεσαι το πόσο βιάζονται. 

ΙV. Βιβλία και πόρνες συνδέονται ανέκαθεν μ' έναν άτυχο έρωτα. 

V. Βιβλία και πόρνες - έχουν τον δικό τους τύπο ανδρών που ζουν εις βάρος τους και τους κακομεταχειρίζονται. Τα βιβλία, οι κριτικοί. 

VΙ. Βιβλία και πόρνες σε δημόσια οικήματα - για φοιτητές. 

VΙΙ. Βιβλία και πόρνες - όποιος τα είχε, σπάνια βλέπει το τέλος τους. Συνήθως εξαφανίζονται πριν περάσει ο καιρός τους. 

VΙΙΙ. Βιβλία και πόρνες διηγούνται τόσο πρόθυμα και τόσο υποκριτικά πώς έγιναν αυτό που είναι. Στ' αλήθεια, πολλές φορές ούτε καν το συνειδητοποιούν. Χρόνια κάνεις τα πάντα "από αγάπη", και να που μια μέρα στέκει εύσωμο στο πεζοδρόμιο αυτό που πάντα απλώς αιωρούνταν εκεί "για μελέτη". 

ΙΧ. Βιβλία και πόρνες αρέσκονται να στρέφουν τα νώτα όταν εκτίθενται. 

Χ. Βιβλία και πόρνες πολλαπλασιάζονται εύκολα. 

ΧΙ. Βιβλία και πόρνες - "Παλιά θεούσα, νέα πουτάνα". Πόσα βιβλία δεν υπήρξαν κακόφημα, απ' αυτά με τα οποία καλείται τώρα να μορφωθεί η νεολαία!

ΧΙΙ. Βιβλία και πόρνες καβγαδίζουν μπροστά στα μάτια των ανθρώπων. 

ΧΙΙΙ. Βιβλία και πόρνες - οι υποσημειώσεις είναι για τα μεν ό,τι είναι το χαρτονόμισμα στην κάλτσα για τις δε. 






O Benjamin στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού. 1937. Είχε εκδώσει από το 1928 στο Βερολίνο τον Μονόδρομό του, απ' όπου και η διπολία "Βιβλία και Πόρνες". Διαβάζει και σημειώνει με το δεξί. Με τ' αριστερό κρατάει, σχεδόν χαϊδεύει, το βιβλίο να μην κλείσει. Αφοσιωμένος. Μάλλον δεν θα φτάσει ποτέ στο τέλος κι αυτού του βιβλίου. Αυτή είναι εξάλλου η μοίρα των βιβλίων που διαβάζονται από περίεργους εραστές. Ακόμα κι όταν παθιάζονται μ' ένα βιβλίο, γρήγορα το ξεπετάνε. Πιο πολύ το αναζητούν μέχρι να το αγγίξουν. Έπειτα το διαβάζουν επιλεκτικά. Σα να μην είχε μια δομή που κόπιασε να στήσει ο γραφέας του. Κι όμως θα περιμένει υπομονετικά στη βιβλιοθήκη ή στο κομοδίνο, σε θέση προτεραιότητας, να επιστρέψει στο κρεβάτι όταν τύχει. Με στραμμένα τα νώτα. 

Γριές πουτάνες και παλιά βιβλία αφυδατώνουν τη διπολία τους. Ώσπου γίνονται άχρηστα στην πράξη. Στις μέρες μας θα έπρεπε να μιλάμε για e-books και για e-prostitutes. Για ανάγνωση στην οθόνη και για κυβερνοσέξ. Όπως τώρα, καλή ώρα, που διαβάζεις, μπορείς ν' ανοίξεις μια καρτέλα δεξιά και να ψάξεις. Η αναζήτηση ηλεκτρονικών βιβλίων και σεξοσελίδων προσδίνει στη διπολία μιαν επίφαση τεχνολογική. Όπως η γουτεμβέργια εφεύρεση του βιβλίου γέννησε την απομονωμένη ανάγνωση, μια σχέση δυαδική μεταξύ αναγνώστη και κειμένου, και κατ' επέκταση γέννησε τη διπολία "Βιβλία και Πόρνες", έτσι και το διαδίκτυο, βιβλιοπωλείο και κακόφημος δρόμος, αναγεννά τη διπολία αναθέτοντας στην οθόνη το ρόλο της τσατσάς. Η τεχνολογική επίφαση μόνο κατ' επίφαση είναι μόνο επίφαση. Η κατάργηση της αφής, της γεύσης και της όσφρησης δεν είναι απλή υπόθεση. Ούτε η τεχνική τους μίμηση. Ούτε η ψηφιακή ψευδο-αναπαραγωγή των άλλων δύο αισθήσεων. 

Τα δυαδικά ψηφία, το Ένα και το Μηδέν, συνθέτουν την ηλεκτρονική πραυματικότητα· απόλυτα επιβεβλημένη διπολία. Συγκροτούν το εκθαμβωτικό ψέμα, που είναι ψέμα από τη μήτρα του, αφού διπολίες δεν υπάρχουν. Το σχήμα των δύο πόλων βολεύει συνήθως, αλλά είναι νωρίς για να ποκαθηλώσουμε τις διπολίες, να ποκαθηλωθούμε δηλαδή από την διπολική καθήλωση. Έχουν ψωμί ακόμα εδώ οι διπολίες. Όπως λέμε ψωμί και κρασί. Σώμα και αίμα. 

Στην πορνεία το χρήμα νοικιάζει σεξ. Μια παραδοσιακή αντρική φαντασίωση θέλει την πουτανίτσα νοστιμούλα και παιδούλα. Η σημερινή πραυματικότητα αποκαλύπτει μια δυστυχία με διαστάσεις οροθετικές. Τα διαβαστερά κορίτσια στην αρχή της ανάρτησης δεν γνωρίζω τι επαγγέλονται. Μοδέλα; Η παλιά φαντασίωση, το χρήμα να νοικιάζει νιάτα κι εμορφιά, συντηρείται μπερλουσκονικά. Το χρήμα και την εμορφιά, αυτή την αλλοπρόσαλλη διπολία, ο Χάρος τα μαραίνει, φιλοσοφεί ο Μάρκος. Σ' αυτόν τον ψεύτικο ντουνιά, μόνο η κακία μένει...










Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

στα σούπερ μάρκετ δαπανήθηκα





έφαγα τη ζωή στα σούπερ μάρκετ 
λιπαρά επί τοις εκατό με δίχως ζάχαρη
άιζο συντηρητικά έχετε κάρτα όχι την ξέχασα
στους πεντακόσιους πόντους ένα σετ πετσέτες
χυμό πάρε καλύτερα χυμό
βγάζεις σπυράκια με την κοκακόλα 
μου λέτε σας παρακαλώ πού
βρίσκονται οι τροφές για σκύλους

να δοκιμάσουμε αυτά τα παξιμάδια
τείναι σε προσφορά
γέρασα μες στα σούπερ μάρκετ
άλλαζαν τις πωλήτριες
όταν κορόιδευαν το μέικαπ με ρυτίδες 
άλλαζαν τα συστήματα ασφαλείας
υπεύθυνο άλλαζαν του καταστήματος
στα σούπερ μάρκετ σπαταλήθηκα 
σπρώχνοντας το καρότσι 
δεκάδες εξάδες νερά μισερεύτηκα
ταχίνι βιολογικό και σερβιέτες
με κάλυμμα υφασμάτινο και ξυραφάκια 

ασήμαντες επιλογές ήθος καταναλωτικό
πάντα επέστρεφα 
στους δαιδαλώδεις
διαδρόμους 
βήματα εξερευνητικά
ανακαλύπτοντας ξανά μανάγκες
αναζητώντας λύσεις για την πιτυρίδα
για την καταρροή και τους μικροτραυματισμούς  
χάθηκα σαν παιδί σε λαβυρίνθους
πράσινο τσάι βανιλέτες και για τοστ τυρί 
μούγκριζα κάτω από τα δόντια 
εκνευριζόμουν από τις ελλείψεις 
είχα τις προτιμήσεις μου
όσα με χαρακτήριζαν σαν άνθρωπο
που ελεύθερα καταναλώνει
σχεδόν τ' αγάπησα ορισμένα προϊόντα
κάτι κρασιά έναν καφέ και κάνα δυο τυριά
την κατανάλωσα όλη τη ζωή 
μπουκάλι το μπουκάλι κουτί κουτί κουτί
μες στις σακούλες την κουβάλησα
τη φόρτωσα στο πορτμπαγκάζ
την τακτοποίησα σε ντουλάπια
με αποδείξεις πληρωμένο φιπιά
ζωή παραδειγματική
κυλούσε το καρότσι φορτωμένο 
ράγες από τη μούζικα ροδάκια στιβαρά
άφησα ελεημοσύνη τρεις φορές
στη μικρομάνα που ζητιάνευε στην είσοδο
τριανταοκτώ φορές έδωσα το καρότσι σε γυφτάκι
είχα δυο μάτια έκπληκτα για τον επαίτη
με την ελληνική ταυτότητα ριγμένη στο καπέλο
δαπάνησα μπροστά σε ράφια το είναι 
πίσω από ουρές και στη σειρά για την παραγγελία 
στη φανερή την κάμερα έβγαζα γλώσσα 
δεν με πτοούσε η παρακολούθηση
δημόσιος γαρ ο χώρος 
γύρω ακίνητοι πελάτες προσηνείς
έτρωγαν με τα μάτια όσα η ψυχή δεν ξέρω τι
έπεφταν σαν κοτόπουλα στη διάβαση πεζών
αεροσταλεξίπτωτα οι φουσκωμένες τσάντες 
μετέωροι θρηνούσαν δήθεν πότλατς 
μερίδια φιλανθρωπικά 
κυρίες συγκέντρωναν 
ζυμαρικά πελτέ ντομάτας όσπρια γάλα
στα σούπερ μάρκετ την ψυχή έχω θυσιάσει
δεν έχω τρόπο να μυρίσω του οινοπαντοπωλείου
η νέα κύμη κρασί λακέρδα φέτα στη λαδόκολλα
εκείνου του μπακάλικου τη σκοτεινιά και
τα βαρέλια δεν έχω μνήμη πόντους έχω
ούτε καιρό να τους καταναλώνω
τους τόσους φόνους έξυπνα 

συσκευασμένης 
φρίκης