Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016


Ερωτόκριτος
[άλλο ένα τραγούδι για τον έρωτα]





φωνές, τραγούδι:  Νίνα Σταυρουλάκη




Κείνο το κομμάτι από τον Θρίαμβο του Έρωτα τις προάλλες ήθελε εξήγηση. Ο έρωτας του Φωκίωνα για τον Άγι ήταν στην πραγματικότητα έρωτας της Λεονί για τον Άγι. Σόγια πριγκιπικά, δεν έχει σημασία. Κάποτε οι ιστορίες μιλούσανε για πρίγκιπες και βασιλιάδες. Η πριγκίπισσα Λεονί μεταμφιέστηκε, μεταμορφώθηκε για να κερδίσει έναν δύσκολον έρωτα. Τα εμπόδια του έργου ίσως ήτανε προσχήματα για να διευκολυνθεί η εμμενής παρενδυσία, σκεφτόταν. Ο ίδιος ο Μαριβώ, το διάβασε στο επίμετρο του μεταφραστή, πολιορκούσε μεταμφιεσμένος μια θεατρίνα του Παρισιού, που, όταν ήταν έτοιμη πια να ενδώσει, την εγκατέλειπε. Ξαναπαρουσιαζόταν μπροστά στη Σύλβια με άλλη μεταμφίεση και κάθε φορά ήταν πιο δύσκολο να τη γοητεύσει. Έπρεπε να ξεχάσει εκείνη τον προηγούμενο Μαριβώ. Η ιδέα της μεταμόρφωσης για να παρακαμφθούν τα εμπόδια στον έρωτα επιβίωσε μέχρι τις ελληνικές ταινίες του περασμένου αιώνα. Ο Μαριβώ δρούσε αντίστροφα. Όταν ξεπερνούσε τις δυσκολίες, τις ξαναδημιουργούσε. Επιβεβαίωνε ότι jouer n' est pas jouir, που λένε λογοπαίζοντας οι Γάλλοι, ότι δηλαδή το παιχνίδι δεν είναι οργασμός. Επιβεβαίωνε, άραγε, σαγηνευμένος ίσως όχι από τη Σύλβια αλλά από τη δυσκολία να την κατακτήσει, τον de Rousemont, ότι οι ερωτευμένοι τον έρωτα ερωτεύτηκαν μονάχα; 

Αυτός ο de Rousemont... Συνήθως οι άνθρωποι βάζουν μιαν ιδέα στο μυαλό, ας πούμε "ο έρωτας είναι μια επινόηση του 12ου αιώνα" κι έπειτα αρχίζουν να περιστρέφουν τα πάντα γύρω απ' την ιδέα τους. Ο Τριστάνος ποθούσε την Ιζόλδη γιατί δεν του ανήκε, δεν γινόταν να του ανήκει. Αυτό ήταν όλο. Ενδεχομένως, ναι. Το σκεφτόταν κι αλλιώς. Ο ερωτευμένος ίσως και να κατασκευάζει δυσκολίες, να φαντασιώνεται αντίζηλους, να αγωνιά κάθε στιγμή. Όταν έφευγε νύχτα για τη δουλειά εκείνη κοιμόταν. Έπρεπε να εξαφανιστεί. Ξανά και ξανά fort-da. Μερικές φορές τον τρόμαζε η λανθάνουσα φροϊδίλα του. Πιο πολύ αυτό το λανθάνον νόημα, το κρυμμένο σημαινόμενο, το άλλο που δεν είπες και είπες τούτο. Αναρρωτιόταν, τώρα που όλοι έμαθαν να σκέφτονται τι υπονοεί μια φράση, μια κίνηση, μια ματιά, θα έπρεπε μάλλον να ψάξουμε για τον καλά κρυμμένο χώρο όπου εξηγείται όχι το λανθάνον αλλά το ζεύγος λανθάνοντος - έκδηλου. Ή να ξαποστάσουμε στη σκέψη ότι, ακόμα κι αν στέκει, που δεν στέκει για πολύ, δεν μας ενδιαφέρει η εξήγηση. Ποιοι άραγε να ξαποστάσουμε; Προς τι το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο; Πρόσωπο; Ασ' το καλύτερα. 

Η Λεονί, παριστάνοντας κάποιον Φωκίωνα, πούλησε έρωτα και στην Λεοντίνη ενώ αποκάλυψε ότι δεν είναι Φωκίων όχι μόνο στον Άγι αλλά και στον Ερμοκράτη, τον φιλόσοφο, αδερφό της Λεοντίνης, για να πουλήσει και σε κείνον έρωτα. Πουλούσε έρωτα για να κερδίσει τον έρωτα του Άγι. Εμπορική επιτυχία τού φαινόταν όλη η σπουδή της Λεονί - Φωκίωνα, μάλλον βασιζόταν στην αυθεντικότητα του προμοταρίσματος. "Λέω ότι σας αγαπώ. Όταν όμως το λέω ταράζομαι και η συνείδηση της ταραχής μου ίσως με βοηθήσει να σωθώ", απευθυνόταν στον Ερμοκράτη. Να σωθεί αγωνιά ο ερωτευμένος, να ξημερώσει και να έχει σωθεί. Ακόμα κι όταν η Λεονί αποκάλυψε στον Άγι ότι είναι γυναίκα, δεν αποκάλυψε ποια είναι πραγματικά, είπε πως είναι κάποια Ασπασία, μια Ασπασία που, λίγο πριν ομολογήσει ότι ο έρωτας είναι λόγια, του τσαμπουνούσε: "Και μόνο που μιλάμε για έρωτα, είναι επικίνδυνο". "Είστε γυναίκα, εξ ου και επικίνδυνη", είχε συμπεράνει προ ολίγου ο Φωκίων, μεγαλωμένος στον κήπο του φιλοσόφου Ερμοκράτη. Η ιδεολογία του Προμηθέα, του εύστροφου και επινοητικού, συμβόλου μιας κοινωνίας λαίμαργης, που λατρεύει την παραγωγή και την κατανάλωση κι όλα έτσι τα αντιλαμβάνεται, που χλευάζει τον Επιμηθέα, αυτόν που δέχτηκε γυναίκα την Πανδώρα, την κατάρα του ανθρώπου. Ουφ. Ταράχτηκε πάλι που τα σκέφτηκε όλα αυτά. Ξανά. 




Rodin


Το πάθος το παθαίνεις κι είναι βάσανο, το βάσανο αγαπάει ο δυτικός άνθρωπος επέμενε στις σελίδες του ο de Rousemont. Το υπέρτατο εμπόδιο στον έρωτα είναι ο θάνατος, τον θάνατο τελικά ποθείς. Μπορεί και να ήταν έτσι. Σ' εκείνη την ινδική ιστορία με τον γάιδαρο, που διηγήθηκε ο Canetti, το αφεντικό έντυνε τον γάιδαρό του με προβιά τίγρης για να τον φοβούνται οι άνθρωποι. Ο γάιδαρος, που τον είχε μεγάλη ανάγκη το αφεντικό, έτρωγε τον αγλέορα, όλο το ρύζι των άλλων ανθρώπων, που φοβούνταν μια τίγρη, όχι έναν γάιδαρο, βέβαια. Ένας αγροφύλακας την έστησε, φόρεσε γκρίζα προβιά να ξεγελάσει τον γάιδαρο, που τον περνούσε για τίγρη, ότι τάχα είναι γάιδαρος που θα λιγουρευόταν η τίγρη να τονε φάει. Ο γάιδαρος πέρασε τον αγροφύλακα για γαϊδούρα και τον ερωτεύτηκε. Κατευθύνθηκε προς αυτόν γκαρίζοντας ερωτικά. Κι εκείνος τον κατάλαβε ότι ήταν γάιδαρος κι όχι τίγρη και τον καθάρισε. Νάτο πάλι. Ο έρωτας τον οδήγησε στον θάνατο. Ο νέρωτας κι ο θάνατος. Ο έρωτας μέσα από τη μεταμφίεση. Άλλωστε όλοι ρόλους παίζουμε στη ζωή. Μεταμφιεζόμαστε. Και στον έρωτα. Πάντα, στην αρχή πιο πολύ, προσποιούμαστε για να γίνουμε αρεστοί εραστές, ελκυστικοί. Ώσπου ξεφεύγει η πρώτη κλανιά. Πότε να έκλασε μπροστά της πρώτη φορά; Δεν θυμόταν. Κάποτε αποκαλύπτουμε στον άλλον ότι δεν είμαστε άπορδοι, όπως δεν είναι κανένας. Άραγε η κλανιά σκοτώνει τον έρωτα; Τον μπαφιάζει, έστω; Όχι, ήταν σίγουρος γι' αυτό. Έρωτας είναι να σε πιάνουν τα γέλια από τη μπόχα κάτω απ' τα σκεπάσματα. Γελαστικό αέριον. Παλιά, τα λογικά ζευγάρια είχαν την κλανιόλα, τη συσκευή που οδηγούσε το πορδαέριο έξω απ' το δωμάτιο. Δεν ήξερε τι κάνουν σήμερα τ' αντίστοιχα ζευγάρια. Με τόσο παρφουμάρισμα και τόσα φούμαρα.

Ο έρωτας είναι σαγήνη που δεν λέγεται, δεν γράφεται. Δεν γίνεται να τονε πεις. Γι' αυτό και το ρεφρέν: φέρτε να πιω. Να εξημερωθώ και να μουγκαθώ. Να μουγκρίσω, να λετ-τρίσω, να τεριρεμίσω. "Αυτό που μας σαγηνεύει μας αφαιρεί την εξουσία να δίνουμε ένα νόημα", διάβαζε τον Blanchot, που έβλεπε στη σαγήνη "το βλέμμα της μοναξιάς ... όπου η τύφλωση είναι και πάλι όραση". Ο έρως είναι τυφλός, ήθελε να γράψει ξανά διαβάζοντας στον Blanchot ότι "γράφω σημαίνει εισέρχομαι στη διαβεβαίωση της μοναξιάς όπου ενεδρεύει η απειλή της σαγήνης". "Η σαγήνη αφαιρεί από τον λόγο το νόημά του" διάβαζε στον Baudrillard, για τη σαγήνη των ματιών "την πιο άμεση, την πιο καθαρή", που "αντιπαρέρχεται τις λέξεις". Τα ερωτικά τραγούδια δεν γράφονται με λέξεις, λοιπόν. Αυτό δεν έγραφε; Για όσα γραφτήκαν για του νου τα μονοπάτια. Τι έχουν να πουν οι λέξεις στον σαγηνευμένο; Γιατί μένει μόνος και τραγουδά; Σε ποιους, ποια πρόσωπα, απευθύνονται αυτές οι νότες; Τι του συμβαίνει και τα διαλαλάει; Πόσες ερωτήσεις πια θα τον τυραννούν; 

Είναι αγκάθι ο έρωτας. Άμα σου μπει προχωράει κάτω απ' το δέρμα και δεν βγαίνει με τίποτα. "Η αγάπη είναι καρφίτσα κι αγκυλώνει την καρδιά". "Να 'χεν ο έρωτας σαΐτες" ονειρευόταν ο μπαρμπα-Γιαννιός, ο Έρωντας, του Παπαδιαμάντη.  Οι σκέψεις τον παρέσυραν, χωρίς να το καταλάβει, ψάχνοντας πάλι κάτι, αεί γκουγκλάροντας, άρχισε να χαζεύει στο διαδίκτυο. Έπεσε πάνω στην προτροπή του Αντωνάκου: Μη γράφετε άλλα τραγούδια για τον έρωτα. Να μην γράφω γιατί θα με φάει ο έρωτας, θα μου δαγκώσει τον σβέρκο. Χαμογέλασε. Οι γάτοι δαγκώνουνε τον σβέρκο της γάτας πασχίζοντας να μη διακοπεί το γαμήσι τους. Όχι, δεν γίνεται. Το αποφάσισε, θα ξανάγραφε το ίδιο τραγούδι για τον έρωτα. Πήρε ξανά τη φωνή της Νίνας, την κόλλησε κομματιαστά πάνω στο πιάνο, αληθινό πιάνο, Schimmel Δυτικής Γερμανίας. Έπειτα έπιασε τα πλήκτρα στο κομπιούτερ. Τα ίδια. Ρυθμός. Μα, όχι. Εδώ κολλούσε ο δικός του Τριστάνος. Ο Ερωτόκριτος. Κακό τον εύρηκε κι εκείνον, πώς ν' αναπαγεί; Δεν τον αφήνει το γδυμνό κοπέλι. Φέρτε να πιει κι ο Ρώκριτος, να πιει κι η Αρετούσα.








O Έρωτας ανυφαντής με πονηριάν εγίνη·
αράχνην ήστεσε ψιλήν, κ' επιάστηκα εις εκείνη.
Σαν το μωρό εκομπώθηκα, οπού δεν έχει γνώση,
και βουηθισμόν πλιό πού να βρω; και τίς να με γλιτώσει;
O Έρωτας μ' εμπέρδεσε, και σκλάβον του κρατεί με,
και δουλευτής του εγράφτηκα, και μετά κείνον είμαι.
Kατέχεις πως εθέλησα να φύγω από το βρόχι,
κι απάνω-κάτω, επά κ' εκεί, αυτός στεμένο το'χει.
Kι αν ξεμπερδέσω σ' μιά μερά, σ' άλλην καταμπερδένω,
και πάντα βρίσκω μπερδεμούς εις όποιον τόπον πηαίνω.

"Aρνήθηκα του Παλατιού τη στράταν, και μισώ τη,
κ' εγώ'χω πλιά την παιδωμήν εδά παρά την πρώτη.
Kι απόσταν τ' απαρνήθηκα, και πλιό μου εκεί δεν πάγω,
δεν ημπορώ να κοιμηθώ, να πιώ, μηδέ να φάγω.
Kι όλπιζα να λησμονηθούν οι πόνοι που με κρίνουν,
κ' εγώ θωρώ χερότεροι και πλιά βαροί απομείνουν.
Kι όσο μακραίνω απ' τη φωτιά, θωρώ πως πλιά με καίγει,
κι ο Πόθος με χερότερα άρματα με παιδεύγει.
Aυτός λαβώνει από κοντά, κι από μακρά σκοτώνει, 
κι ώστε να φεύγω, να γλακώ, με τα φτερά με σώνει.
Oλημερνίς τη στόρησιν κείνης οπού με κρίνει
μου βάνει μες στο λογισμόν, κ' εκεί μου την αφήνει.
Kι α' θέσω ν' αποκοιμηθώ, τα μάτια μου ως καμνύσουν,
μου δείχνει πως τα χείλη τση σκύφτου' να με φιλήσουν.
Ώφου, κακό οπού μ' εύρηκε! Kαι ποιά ώρα να'ν' εκείνη
ν' αναπαγώ; Mα το γδυμνό κοπέλι δε μ' αφήνει.





Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016


φέρτε να πιω




ΑΓΙΣ: Μιλήσατε για τα μάτια μου. Και τα δικά σας μάτια όμως, λένε πολλά, πάρα πολλά. 
ΦΩΚΙΩΝ: Δεν φταίω εγώ για τα μάτια μου. Τα μάτια μου μιλούν και λένε ό,τι θέλουν και λέν ότι σας αγαπούν. Αλλά δεν το λέω εγώ. Τα μάτια μου το λένε. 
ΑΓΙΣ: Θεέ μου. Σε ποιαν άβυσσο πάθους με βυθίζετε. Τα αισθήματά σας καθρεφτίζουν τα δικά μου. 
ΦΩΚΙΩΝ: Και δεν φταίω εγώ γι' αυτό. Όμως, αν σας αγαπώ και αν με αγαπάτε, δεν αρκεί. Πρέπει να σας το λέω. Πρέπει να μου το λέτε. Διαρκώς. Παντοτινά. Λόγια είναι ο έρωτας, όμορφα λόγια.

Marivaux, Ο θρίαμβος του έρωτα 
μτφ. Α. Στάικος  - εκδ. Άγρα



Picasso - Woman drinking absinthe


όσα γραφτήκαν για του νου τα τόσα μονοπάτια
τι να μου πουν, που αντίκρυσα τα δυο σου μαύρα μάτια

κι όσα τραγούδια γράφτηκαν για του έρωτα τα πάθη
τα 'χω ξεχάσει απ' τον καιρό που μου 'βαλες τ' αγκάθι

φέρτε να πιω, να εξημερωθώ
κι ας ξημερώσει, να σωθώ



τραγούδι: Νίνα Σταυρουλάκη






Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016


ωδή στη γαλοπούλα




Έχασαν οι πρωτοχρονιές την αίγλη.
Οι στολισμοί επιβραβεύονται με λάικ.
Οι κουραμπιέδες παραδίνονται
σε ασφυξία διαφανούς μεμβράνης.
Τα φώτα ναβοσβήνουνε δίχως
την κραυγαλέ αλλοτινή τους χύση.
Ο δήμαρχος τρομπάρει χνώτα.
Δεν μεταδίν η τηλεόραση το τώρα.
Δεν λείπει τίπο τίποτα στην παγωνιά
που ευτέλισε την ανθρωπίλα.


Η βούληση
υπονομεύει την παράσταση.
Οι συσκευές
σε δόνηση γκρινιάζουν.
Μόλις πετάχτηκε
της γαλοπούλας το θερμόμετρο,
βγήκεν ο ποιητής μπροστά,
προφήτης άνεργος:
Θάρθει καιρός που θα ποχτήσουνε
οι άνθρωποι μια μπίστη.
Θα μεταλάβουνε το ψέμα όπως παλιά.
Χωρίς σωσίβια τα παιδιά μας θα νοιχτούνε
στων απαλών κυμάτων το σπουδαίον μέλλον.
Γριές και γέροι θα κοιμούνται με το γέλιο.
Οι δικαστές τούς εαυτούς τους
θα δικάζουνε, σαν τύψη.


Έμεινε μόνος
στο επαμφοτερίζον χάος.
Δεν ακουγόταν,
δεν βλεπόταν, τίποτα.
Σκέφτηκε,
α, θα γράψω άλλο τώρα ποίημα.
Θα στιχουργήσω για τη λύτρωση
της παραγεμισμένης γαλοπούλας.
Έτσι που ψήθηκε
γλυκά σε φούρνο αέρος.
Δεν ρώτησε κανείς εδώ να μάθει
για το νταχάου που ανατράφηκε
η καημένη.


Ακούστε με. Θα πω
της γαλοπούλας την ωδή.
Απτόητος. Ουδέποτε
ορρωδεί.




Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015


σήματα κινδύνου



Η επαρκέστερη περιγραφή του αστού είναι ίσως αυτή που τον παρουσιάζει ως τον άνθρωπο εκείνο ο οποίος τοποθετεί την ασφάλεια ανάμεσα στις ύψιστες αξίες και διάγει τον βίο του αναλόγως. Οι κινήσεις του και τα συστήματά του μοναδικό σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν τον χώρο του εναντίον του κινδύνου που κατά καιρούς, μόλις ένα συννεφάκι πάει να σκιάσει τον ουρανό, εμφανίζεται στον μακρινό ορίζοντα. Ωστόσο ο κίνδυνος είναι πάντοτε παρών κι επιτίθεται με τρομαχτική επιμονή στα προστατευτικά φράγματα που έχει υψώσει γύρω της η τάξη. 
Η ιδιαιτερότητα της σχέσης του αστού με τον κίνδυνο έγκειται στο γεγονός ότι τον αντιλαμβάνεται ως μια άλυτη αντίθεση προς την τάξη, δηλαδή ως κάτι παράλογο. [...] Η ανώτερη δύναμη που κατά τον αστό εγγυάται την ασφάλεια είναι η λογική. Όσο πιο κοντά βρίσκεται στο κέντρο του Λόγου, τόσο περισσότερο σκορπάνε τα σκοτάδια όπου κρύβεται ο κίνδυνος, και η ιδεώδης κατάσταση που είναι έργο της προόδου συνίσταται στην παγκόσμια κυριαρχία του Λόγου κάτω από την οποία οι πηγές του κινδύνου όχι μόνο λιγοστεύουν αλλά στερεύουν τελείως.  
[...]
Ό,τι χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την περίοδο στην οποία βρισκόμαστε, στην οποία μπαίνουμε ολοένα βαθύτερα κάθε μέρα που περνάει, είναι η στενή σχέση ανάμεσα στον κίνδυνο και την τάξη. Αυτό μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: ο κίνδυνος εμφανίζεται απλώς ως η άλλη πλευρά της τάξης. [...] Έτσι ο δρόμος που ακολουθεί ο κίνδυνος καθώς περνάει μέσ' απ' τη ζωή μας είναι διττός. Ορμάει κατά πάνω μας κυρίως από ένα πεδίο στο οποίο η φύση εξακολουθεί να είναι ζωντανή. Πράγματα που "όμοιά τους δεν θα ήταν δυνατόν να συμβούν παρά μόνο στη Νότιο Αμερική", γίνονται τώρα κάτι σύνηθες και σε μας. Η διαφορά είναι πως αυτός ο κίνδυνος, αν τον δούμε από μια ρομαντική σκοπιά, έχει γίνει πραγματικός. 
[...]  
Πέραν όλων αυτών το θαύμα του κόσμου μας, του νηφάλιου και συνάμα επικίνδυνου, είναι η καταγραφή της στιγμής κατά την οποία εμφανίζεται ο κίνδυνος - μια καταγραφή που είναι ακόμη πιο ολοκληρωμένη όποτε η μηχανή δεν συλλαμβάνει άμεσα την ανθρώπινη συνείδηση. Δεν χρειάζεται να 'χει κανείς προφητικό χάρισμα για να προβλέψει ότι σύντομα κάθε γεγονός θα είναι διαθέσιμο να το δούμε ή να το ακούσουμε καταγεγραμμένο κάπου. Ήδη σήμερα δεν υπάρχει σχεδόν κανένα σημαντικό γεγονός προς το οποίο να μη στρέφεται το τεχνητό μάτι του πολιτισμού, ο φωτογραφικός φακός. Το αποτέλεσμα πολλές φορές είναι εικόνες δαιμονικής ακρίβειας η οποία καθιστά την καινούργια σχέση του ανθρώπου με τον κίνδυνο εξαιρετικά ορατή. 

Ernst Jünger, Περί Κινδύνου
 [Βερολίνο, 1931]

εκδόσεις Ύψιλον, 2011
μτφ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος 




T. Hoepker / Magnum



Άδεια κεφάλια στεγανά. Γλομπέ φαλάκρα.
Τρομοκρατία, προβοκάτσιες, φασισμός.
Δεν βλέπω χάσμα. Δεν θα ήτανε σεισμός.
Φτέρουγες σκέπασαν κατά συνθήκην άκρα.


Ήρθαν οι μέρες που φοβήθηκες, κοιμήσου. 
Έρχονται νύχτες σπέσιαλ δημοκρατικές. 
Σ' έχουν προβλέψει όλες οι στατιστικές. 
Έχεις το κράτος. Τον προστάτη σου μιμήσου. 


Ήρθαν οι μέρες που φοβόσουν, έλα, βιάσου. 
Ήρθε καιρός να δοκιμάσεις αν χωράς 
στο δρόμο που έτρεχες μικρό παιδί σαν ήσουν. 


Ίδρωτες ρέουνε, λιπαίνουν την προβιά σου, 
και μοιάζεις έντομο αστικής παραφοράς. 
Άργησες. Ήρθαν να σε ρυθμίσουν. 









Κάθε νύχτα σε προσμένουν
με  αγωνία οι υπήκοοι.
Στις οθόνες ξαγρυπνούνε
και στο φέισμπουκ σε υμνούνε.
Ρουφιανεύουνε τη ζωή.
Ναι. Μια ζωή.




Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015


μια ιδέα στεγανή...




Μέρες του Δεκέμβρη του 2008. Τι συνέβη τότε; Γιατί κράτησε τόσο πολύ; Γιατί δεν ξανάγινε; Όλα έμοιαζαν σαν μια ξαφνική, αναπάντεχη κραυγή που αντηχούσε ακατάπαυστα. Οι μέρες της αφθονίας, η καταναλωτική δημοκρατία, απορούσαν. Κανείς δεν εξήγησε πειστικά ό,τι συνέβη τότε. Ήταν το ξέσπασμα νέων ανθρώπων που ανήκαν ή προορίζονταν για τη γενιά των 700 ευρώ; Τα λεφτά ήταν το πρόβλημα; Αυτό ήταν το κίνητρο; Όλα στρέφονται γύρω από την οικονομία; Ο Polanyi, καμιά εβδομηνταριά χρόνια πριν, αμφισβητούσε την ιδέα ότι αυτός ο κόσμος καθορίζεται αναπόφευκτα από οικονομικά κίνητρα. 

Απομονώστε οποιοδήποτε κίνητρο επιθυμείτε, οργανώστε έπειτα την παραγωγή με τέτοιο τρόπο ώστε το κίνητρο αυτό να καθίσταται η ώθηση του ατόμου για την παραγωγή, και θα έχετε δημιουργήσει μια εικόνα για τον άνθρωπο ως συνολικά απορροφημένο από αυτό το συγκεκριμένο κίνητρο. Ανάλογα με το αν τα κίνητρα είναι θρησκευτικά, πολιτικά ή αισθητικά· ανάλογα με το αν είναι η περηφάνια, η προκατάληψη, η αγάπη ή η ζήλια, ο άνθρωπος θα εμφανίζεται ως κατά βάση θρησκευτικός, πολιτικός, αισθητικός, περήφανος, προκατειλημμένος, βυθισμένος στην αγάπη ή τη ζήλια. Αντίθετα, τα υπόλοιπα κίνητρα θα παρουσιάζονται ως απόμακρα και αφηρημένα, αφού δεν θα μπορούμε να βασιστούμε σε αυτά για να λειτουργήσει η ζωτιή διαδικασία της παραγωγής. Το συγκεκριμένο κίνητρο που θα επιλεγεί θα απεικονίζει τον "πραγματικό" άνθρωπο. 

Στα πλιάτσικα εκείνου του Δεκέμβρη ίσως να συμμετείχαν πολλοί που σαγηνεύτηκαν και πόθησαν τις πανάκριβες ασημαντότητες της πιο εξελιγμένης τεχνολογίας. Ίσως πολλοί απλώς να τις μισούσαν. Τα κίνητρα της καταστροφικής υπομανίας είναι δυσνόητα. Τα κίνητρα ποτέ δεν  είναι μονοσήμαντα. Ο Polanyi αφουγκραζόταν την εισβολή του νέου κόσμου των οικονομικών κινήτρων, έναν αιώνα νωρίτερα: "Όποιος αρνιόταν να θεωρήσει ότι δρούσε με αποκλειστικό σκοπό του το κέρδος, κρινόταν όχι μόνο ως ανήθικος αλλά και ως τρελός".

Λίγα χρόνια αργότερα, ο 26χρονος τότε Κώστας Παπαϊωάννου αντιλαμβανόταν σαν ουσία του κόσμου τον εκλεκτισμό. Οι δυνατότητες ερμηνείας των κινήτρων δεν ήταν απλώς πολλές. Μπορούσαν εύκολα να συντεθούν αλλοπρόσαλλα:

Ο σύγχρονος άνθρωπος ζει μέσα σ' ένα κόσμο που η ουσία του είναι ο εκλεκτισμός - μέσα σ' έναν κόσμο που του προσφέρει όλους τους δυνατούς τρόπους να ερμηνεύσει τον εαυτό του ή να τον αρνηθεί, να αναγνωρίσει το ανθρώπινο σε όλα ή σε τίποτα, όλα τα δυνατά μέσα για να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα και όλα τα μέσα για να φύγει από αυτή, την περισσότερο παρά ποτέ άγνωστη, πραγματικότητα. [...] Ο σύγχρονος άνθρωπος ζει σε μια "ανοιχτή" κοινωνία μες στην οποία όλες, όχι μόνο οι τωρινές παρά κι οι περασμένες και διατηρημένες μες στα μουσεία και τις βιβλιοθήκες αντιλήψεις για τη ζωή και στάσεις απέναντι στον κόσμο μπορούν να συζήσουν - μια ανοιχτή κοινωνία, όπου κανένα δόγμα, καμιά κεντρική εστία, κανένας ρυθμός, κανένα στυλ, καμιά παράδοση δεν υπάρχει που να κλείνει τον άνθρωπο μέσα σ' ένα απρόσβλητο από κάθε κριτική και κάθε αμφιβολία ορίζοντα και να προσανατολίζει, να διαμορφώνει και να ενοποιεί τις ανθρώπινες ενέργειες. 

Μοιάζουν σαν να γράφτηκαν προχτές αυτές οι σκέψεις. Τότε και σήμερα ακούς ότι είναι ωραίο να είσαι ό,τι νάναι, δηλαδή τίποτα, φορτωμένος από αντιλήψεις που για να συζήσουν αλληλοαναιρούνται και τραλαλούν την ύστερη, όπως την αποκάλεσαν, μάλλον υστερικά ναρκισσιστική, νεωτερικότητα. Είσαι ελεύθερος όχι μόνο να πουλήσεις τη μισή ζωή σου, την όποια δύναμή σου, για ν' αποκτήσεις δύναμη αγοραστική, είσαι ελεύθερος και να διαλέξεις τι σου πάει ανάμεσα σε χιλιάδες προϊόντα, ποιο στιλ σού ταιριάζει καλύτερα, είσαι ελεύθερος να δημιουργήσεις το δικό σου στιλ στην εμφάνισή σου, να διαλέξεις ένα από τα εκατοντάδες μουσικά στιλ, η ελευθερία είναι παντού, τίποτα δεν είναι οριστικό, σίγουρο, ασφαλές, ζεις την περιπέτεια. 

Η "ανοιχτή" μας κοινωνία μπάζει απ' τα τόσα της ανοίγματα. Όλες οι ιδέες της μπάζουν. Ιδέες με αναφορές ατομικές. Έξω από οποιανδήποτε έννοια κοινότητας. Οι ατομικότητες της μάζας. Μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο αναζητούσαμε από παλιά, τότε που τα κοριτσόπουλα ταυτίζονταν με την Κ. και ο Παύλος, που πέθανε πριν 25 χρόνια, στις 6 του Δεκέμβρη κι αυτός, έστελνε στη Γιόλα το Εν κατακλείδει.








Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015


η γκλάβα
[κάθε τρελού παιδιού]





έστριβα πάντοτε τη γκλάβα στους θορύβους
στους κρότους έστριβα που πάγωναν ταβάνια
έστριβα πάντοτε τη γκλάβα γουρλωμένος
τρελό παιδί κι εγώ τρελό σαν όλα τάλλα
τρελά παιδιά κρυμμένα στην ομίχλη κάτω
της επιβιούπολης στο γαίμα μουσκεμένης
αν ήταν νάπεφτε ναστέρι όταν δεν είχεν
ομίχλη σάβανο αιθάλην αν δεν είχεν
έβγαζα τότε από τη θέση της τη γκλάβα
τη βγάζαν τότε τα τρεδιά και την πετούσαν
σένα πανέρι μέσα ρίχνανε τη γκλάβα
για να σωθεί κάθε που έπεφτε ναστέρι
που ξαρχινούσε τις μανίες που κάθε γκλάβα
τη ντριβελίζανε μανι-ακά μπαζούκας
οπλολυβόλα καλασνίκοφ μες στη γκλάβα
νομοβροντίες μες στη γκλάβα γι' αυτό μόνο
σ' ένα πανέρι την πετούσαν δίχως άλλο
και δεν κρατούσανε μαχαίρι ούτε λιμάκι




gregorio-prieto


οι μάνες σύξυλες οι μάνες τα ρωτούσαν
να μάθουν αν και πώς και τί και τίποτάλλο
λέγαν δεν ξέραν δεν ρωτούσαν για τις γκλάβες
που σκλάβες σούρθηκαν αλυσοδέσμιες νύχτες
μες στων μαθιών που τις μπαγλάρωσαν τον πόθο
κατουρημένες από τρόμο και λαγνεία
ώσπου ξεράθηκαν και στήθηκαν ξανά τους
και τι να ιδούνε δηλαδή μες στην ομίχλη
τη συμπαγήν της επιβιούπολης ετούτης




panzerkorps



προαπαιτούμενα:

στη συμπαγήν της επιβιούπολης ομίχλη

πλιζτουμίτγιου








άλλαξε η μουσική με τον καιρό
γίνηκεν άλλη μουσική από μέσα
τότε ψιθύρισε η Μπουμπλίν τη μάνα