Σάββατο 23 Απριλίου 2016


Η Μαγδαληνή κατά τον θρύλο




του Ηλία Λάγιου
από την τελευταία συλλογή του
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΑΛΙΛΑΙΑ
(ένα πόνημα θεολογικόν)
2004



Απ' το σκοτάδι το πυκνό, τερπνά νερά αξημέρωτα,
να χύνουνται σα λειτουργία προς τ' αυγινό τ' αστέρι, 
χαίρονται με τη νιότη τους και παίζουν με τον έρωτα,
στη δροσινή, στη θερμική, σε λαύρας μεσημέρι.

που ένα κρατεί στα μάτια της, και χίλια μύρια λήγει τα,
προβαίνει η κόρη της ντροπής με στάμνα μυροφόρο,
όσα κατέχει το κορμί δε μίλησαν τ' αξήγητα,
κι ειν' το βυζί της προσφορά, κι ειν' η κοιλιά της δώρο.

απ' την πολύφερνην οδό, σε ποταμάκι αβάδιστο,
της μνήμης δέεται της γλυκιάς, που ανθίζει στα όνειρά της,
κι ως λέει η ψυχή της του αηδονιού τον ύμνον ακελάιδιστο,
φυσάει σιρόκο ο ζέφυρος κι όλο τον γραίγο ο μπάτης. 

του θέρους, λες, και πύκνωσε, ηλιοστάλαχτο τον κήδονα,
στον κύκνο της λαιμό, ο ιδρώς, ψηφί μαργαριτάρι,
φκιάνει άλεχτους αστερισμούς να σέρπονται φιλήδονα,
και, μαγευμένο κατ' αυτή, προσβλέπει το χορτάρι.

και, κρούει τη θύρα του σπιτιού, τη θύρα του παράδεισου,
να γένει η πόρνη, λυγερό κι απάρθενο κοράσι,
κρυφονεραϊδογέννητη, σταίνεις βωμό το χάδι σου,
κι είσαι νεράντζι, μανταρίνι, κόκκινο κεράσι.

τον βλέπει, φύλλα τρέμουνε τα μυρισμένα χείλη της, 
κι ως τη θωρεί, στα πόδια του, σαν τρομασμένο αλάφι,
κρατεί το, τάχα, μυστικό της δέησης της αμίλητης,
σα σφιχτοχέρης, που στο στρώμα κρύβει το χρυσάφι.

Κύριος πορεύεται, σιγή διδάσκει τ' αποκάρωμα,
όπου γυμνή, ανυπόδητη, ομοιώνεται τη σάρκα.
σπάζει στα πόδια του το βάζο, εκχέεται πλούτος τ' άρωμα,
μα δεν ταξίδεψεν ο Αδάμ στων Μάγδαλων τη βάρκα.

στριγκά αντιφώνησε ο Θωμάς κι έγρουξ' ο Γιούδας γύρω της,
να πουληθεί και τα λεφτά να πάνε για τη φτώχεια.
μα, δίχτυ που κρυφάπλωσε, ειν' το χυμένο μύρο της,
να πιάσει, κάθε αρσενικό πουλί, μέσα στα βρόχια.

κι ο δάσκαλος δεν έσκυψε, να βυθιστεί στο ευώδισμα,
που απ' την κοιλιάν ανάβρυσε στις απαλές λαγόνες.
σαν τον τυφλό, στου κρυφανθού το νοτισμένο ρόδισμα,
στέρφα τα χρόνια γεύεται στους άτρεπτους αιώνες.

μα, βγαίνει απ' το θνητό κορμί, πέρα απ' την άφραστη ύλη του,
καταλαλιά κι επίκληση, το σμίξιμο μαζί της.
λυγμός του ανέραστου και πόθος άμετρος του αφίλητου.
Πούλια από φως κι Αυγερινός του αιδοίου κι Αποστερίτης.


G. Datzov: το όνειρό της


'βωδάς, οσμή του βραδινού και το βοτάνι ο έροντας,
και δέεσαι του αστροχείμαρρου το γάλα, στην καρδιά μου.
και των αρχαίων ο σκυθρωπός και νεκρικός Αχέροντας
θα μας αλλάξει αστέφανα τα στέφανα του γάμου.

και του καιρού παράπονο, εγκρεμός τα ματοτσίνορα,
ό,τι πρωτόειδα, ζω μ' αυτό, και θα τ' ανακαλέσω.
όταν θα φτάσω, ολόγυμνος, στης ερημιάς τα σύνορα,
μ' εσέναν, γύψινο στεφάνι μου, πολύ θ' αρέσω.

σ' έχω πληρώσει μ' ουρανό. και περισσέψαν τάλαντα.
είμαι ο σταυρός. μαζί μου θνήσκουν πράγματα κι ανθρώποι.
ζώντας, μη ζώντας, θα γιορτάσω να σου πω τα κάλαντα.
Μαγδαληνή. φιλιά. και προδοσίες. και κάποιοι τόποι.


J. J. Lefebvre: στη σπηλιά





ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ
εκδ. Ίκαρος, 2009

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

FB


Άλλη μια φορά του είχε έρθει στο μυαλό εκείνη η κουβέντα της Χάνας Άρεντ για τον παράδεισο των τρελών. Η αφθονία, έγραφε, το προαιώνιο όνειρο του φτωχού και του απόκληρου, μόλις πραγματοποιηθεί γίνεται παράδεισος του τρελού... Ήταν τότε που βρέθηκε ουρανοκατέβατος στο Μώλ κι έστεκε αποσβολωμένος και κοιτούσε σα χάνος τα θρωπάκια που μπαινόβγαιναν καβλωμένα για κατανάλωση στα μαγαζάκια και δεν αγόρασε τίποτα· του έπεσε, που λένε. 

Τώρα ήταν κάτι άλλο. Ήταν το φέισμπουκ. Η αφθονία εδώ ήταν διαφορετική. Όμως ο μηχανισμός της κατανάλωσης δεν διέφερε. Η ματαιοδοξία της δημόσιας αναγνώρισης έμοιαζε να χαρακτηρίζει περισσότερο τους like-ιστές από τους like-ιζόμενους. Είχε σημασία σ' αυτόν τον ορυμαγδό στον κήπο των τρελών; Στο Μωλ δεν είχε πάθει την αγοραφοβία, όμως εδώ ίσως δεν θα τη γλίτωνε.






Η αντίληψη της νεότερης εποχής για τη δημόσια σφαίρα, μετά τη θεαματική αύξηση της δημόσιας σημασίας της κοινωνίας, εκφράζεται από τον Adam Smith, όταν, με αφοπλιστική ειλικρίνεια, αναφέρει "την ανεπρόκοπη εκείνη ράτσα των ανθρώπων που κοινώς αποκαλούνται άνθρωποι των γραμμάτων", για τους οποίους "η δημόσια αναγνώριση ... αποτελεί πάντα ένα μέρος της αμοιβής τους ..., ένα σημαντικό μέρος ... για το επάγγελμα του γιατρού· ένα ακόμη μεγαλύτερο ίσως για το επάγγελμα του νομικού· για τον ποιητή και τον φιλόσοφο αποτελεί το σύνολο σχεδόν". Εδώ είναι αυταπόδεικτο ότι η δημόσια αναγνώριση και η χρηματική αμοιβή είναι της αυτής φύσεως και μπορούν να πάρουν το ένα την θέση του άλλου.

Η δημόσια αναγνώριση είναι κι αυτή κάτι που χρησιμοποιείται και καταναλώνεται, και το γόητρο, καθώς θα λέγαμε σήμερα, ικανοποιεί μιαν ανάγκη όπως η τροφή ικανοποιεί μιαν άλλη: η δημόσια αναγνώριση καταναλώνεται από την ατομική ματαιοδοξία όπως καταναλώνεται η τροφή από την πείνα.
Είναι προφανές ότι απ' αυτή την άποψη το κριτήριο της πραγματικότητας δεν έγκειται στην δημόσια παρουσία των άλλων, αλλά μάλλον στην μεγαλύτερη η μικρότερη επιτακτικότητα των αναγκών εκείνων που την ύπαρξη ή μη ύπαρξή τους δεν μπορεί να βεβαιώσει κανένας άλλος εκτός από όσους τις νιώθουν. Και αφού η ανάγκη της τροφής έχει την αυταπόδεικτη πραγματική βάση της στην ίδια τη λειτουργία της ζωής, είναι επίσης προφανές ότι οι εντελώς υποκειμενικές σουβλιές της πείνας είναι πιο πραγματικές από τη "ματαιοδοξία", όπως συνήθως ονόμαζε ο Hobbes τη δίψα της δημόσιας αναγνώρισης. Όμως, κι αν ακόμη αυτές τις ανάγκες, μ' ένα θαύμα συμπόνοιας, τις συμμερίζονταν και οι άλλοι, πάλι η ίδια η κενότητά τους θα τις εμπόδιζε πάντα να εγκαθιδρύσουν κάτι τόσο στέρεο και τόσο διαρκές όσο ένας κοινός κόσμος.
Το θέμα λοιπόν δεν είναι ότι υπάρχει μια έλλειψη κοινής αναγνώρισης για την ποίηση και τη φιλοσοφία στον σύγχρονο κόσμο, αλλά ότι αυτή η αναγνώριση δεν συνιστά ένα χώρο όπου διασώζονται τα πράγματα από τη φθορά του χρόνου. Η ματαιότητα της κοινής αναγνώρισης, η οποία καταναλώνεται καθημερινά σε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες, είναι τέτοια, ώστε, αντίθετα, η χρηματική αμοιβή, ένα από τα πιο μάταια πράγματα που υπάρχουν, μπορεί να γίνει πιο "αντικειμενική" και πιο πραγματική.

Hannah Arendt, Η ανθρώπινη κατάσταση
μτφ. Ροζάνης-Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Γνώση





Facebook Auto Liker, Auto Liker, Auto like, Auto likes, Autoliker, Facebook autoliker, autolike, autolikes, Facebook auto like, Facebook auto likes, Facebook autolike, Facebook autolikes, FB auto liker, FB autoliker, FB auto like, FB auto likes




Κυριακή 20 Μαρτίου 2016


στων αλλωνών τον θάνατο

προηγούμενο:




Παλιά μιλούσε σα να έπρεπε συνέχεια ν' απολογείται. Αν τον ρωτούσες τι του αρέσει, τι καφέ πίνει για παράδειγμα, έπρεπε ν' αναφέρει αναλυτικά τους λόγους που υποστήριζαν το γούστο του. Προσπαθούσε να σου απαντήσει έτσι ώστε, αν θεωρούσες ότι ο συγκεκριμένος καφές που πίνει είναι απαράδεκτος, να δείξει ότι κι εκείνος δεν διαφωνούσε ακριβώς αλλά υπήρχαν κάποιοι λόγοι που δεν μπορούσες να φανταστείς και που τον ανάγκαζαν να πίνει το συγκεκριμένο είδος καφέ. Όμως τελευταία όλα άλλαξαν. Ίσως όταν πήρε εκείνες τις εξετάσεις που, σύμφωνα με τον γιατρό, απαιτούσαν "περαιτέρω διερεύνηση" και που τον έκαναν να ανησυχήσει τόσο που αρνήθηκε να υποστεί οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση του σώματός του. Είχε αρχίσει να πιστεύει ότι η αρρώστια του ήταν σοβαρή και θα τον οδηγούσε σύντομα στον θάνατο. Αυτή η πεποίθηση μέρα με τη μέρα εδραιωνόταν μέσα του κι έσπερνε σκέψεις για την ηθική του ευθύνη απέναντι στο τέλος, την τελετή λήξης όπως έλεγε, που έπρεπε να προετοιμάσει αποτιμώντας ευλαβικά την ανθρωπιά του. Είχε σκεφτεί να νοσήσει ο ήρωάς του, ο άντρας του ζευγαριού του σούπερ μάρκετ. Γράφοντας για κάποιον άλλο, ένα φανταστικό πρόσωπο, ίσως μπορούσε να ξεδιαλύνει τι του συνέβαινε. Μάλλον ποτέ δεν θα ξεδιάλυνε τι του συνέβαινε, θα μπορούσε όμως ν' αποφασίσει τι πρέπει να κάνει. Πώς να φερθεί στους δικούς του. Αν θα έβαζε σε λειτουργία το σχέδιό του να τους κάνει να τον μισήσουν ώστε όταν θα πεθάνει να πονέσουν λιγότερο. Εύκολη σκέψη, δύσκολη πράξη. Ας έγραφε τουλάχιστον. Και θάβλεπε τι θα κάνει.

- Άνοιξα τον σουγιά. Το σουγιά που μου πουλήσανε. Του είπα, αυτός ο σουγιάς δεν κόβει καλά. Παιδεύομαι κάθε φορά με τα μπρόκολα. Με τον λαιμό σου όμως... Με κοίταξε έντρομος. Το πιάνεις; Έντρομος. Ο τρόμος είναι μεγάλη υπόθεση. Το έχω καταλάβει. Έχω τρομάξει πολλές φορές. Πολλά θρωπάκια ξυπνάνε μέσα σε τρόμο. Τρομοληρούν. Τρόμαξε ο διευθυντάκος. Πάτησε ένα κουδούνι. Ήρθαν οι σεκιουριτάδες. Μ' άρπαξαν από τα μπράτσα. Οι δύο. Ο τρίτος μ' έπιασε απ' τα μαλλιά. Θα κουρευτώ γουλί, ρε. Να δούμε αν θα με ξαναπιάσουν απ' τα μαλλιά. Ούρλιαξα. Έχω έιτζ, ρε. Πίσω!!! Τρόμαξαν τα γοριλάκια. Με παράτησαν. Απότομα. Σωριάστηκα. Έκαναν πίσω. Πηγαίνετε, τους είπε ο διευθυντάκος. Σηκώθηκα. Έκανα πως θα τον φτύσω. Τρομοκρατήθηκε. Έφτυσα το μαζεμένο σάλιο στο πάτωμα. Αηδίασε. Έφυγα.
- Είσαι τρελός! Μ' έχεις κάνει ρεζίλι. Δεν πάει άλλο.
- Πάει. Πώς δεν πάει. Δεν έχω έιτζ.
- Το ξέρω, ηλίθιε.
- Έχω καρκίνο.
- Είσαι ηλίθιος.
- Στους όρχεις.
- Λες ψέματα.
- Στο δεξί αρχίδι! Ιδού! Εξετάσεις!
Πήρε τα χαρτιά στα χέρια, έβαλε πρώτα το τσιγάρο στο στόμα, δυσκολευόταν με το τσιγάρο, ο καπνός τής μπήκε στο μάτι, δάκρυσε, νευρίασε, πέταξε τα χαρτιά με δύναμη στο πάτωμα, δυο τρία χαρτιά ήταν, δεν υπάκουσαν στην οργή της, έπεφταν αργά, εκείνος πρόλαβε να τα πιάσει στον αέρα, θριαμβευτικά, μα η σκέψη πως γι' αυτό το αστείο, που κάποτε την έκανε να γελά, τώρα αδιαφορούσε, ούτε καν μια γκριμάτσα βαρεμάρας δεν του χαράμισε, η σκέψη αυτή τον γέμισε με θλίψη, εκείνη την ίδια τη θλίψη στα μάτια και το στόμα. Χαμήλωσε το βλέμμα, δεν τον εξόργιζε πια, τακτοποίησε τα χαρτιά κι έκανε να φύγει. 

Ίσως κάπως έτσι, σκέφτηκε. Κάπως έτσι να της έλεγε ότι έχει καρκίνο. Είχε κι ο ίδιος; Αυτή η ιστορία με το ζευγάρι του σούπερ μάρκετ τον μελαγχολούσε. Εκείνοι ήταν αλλιώς. Δεν ήταν ένα ξοφλημένο ζευγάρι. Αγαπιούνταν τόσο. Γι' αυτό ήτανε γολγοθάς. Πώς να της το πει; Πώς να την πληγώσει τόσο βαθιά; Έπρεπε να γράψει. Ίσως λυτρωνόταν. Προσωρινά έστω. Κι ίσως έβρισκε τη λύση. Οι λύσεις είναι πάντα προσωρινές. Με ημερομηνία λήξεως. Μετά στα ίδια. Ώσπου νάρθει το τέλος. 



gr.pinterest



Αυτή η σκέψη, της ζωής σαν προετοιμασίας για τον θάνατο, της φιλοσοφίας σχεδόν που, αν είχε δίκιο εκείνος ο σουπερστάρ ο Σωκράτης, είναι μελέτη θανάτου, η σκέψη αυτή καθόριζε την ιδέα του να γράψει για έναν τύπο συγγραφέα, που λάτρευε τη σύντροφό του και την κορούλα τους, που πίστευε πως είχε καρκίνο, να γράψει για εκείνον τον τύπο που έγραφε ένα διήγημα, ίσως, για το ζευγάρι του σουπερμάρκετ, για ένα ζευγάρι διαλυμένο, εκείνος χοντρός και παρανοημένος, εκείνη μπλαζέ και μπλαζέ. Πότε να βρει καιρό να γράψει άραγε, για ποιον θάνατο, πού τον είχε δει, μόνο ό,τι ο θάνατος άφηνε πίσω του είχε δει, ανθρώπους και ζώα. Λένε πώς τα ζώα δεν έχουν συνείδηση του θανάτου που θα τα βρει, ο Νίτσε πίστευε ότι τη μνήμη τους τηνε δένουν στον πάσσαλο της στιγμής, ο Σοπενχάουερ πίστευε ότι τα ζώα αγνοούν την ύπαρξη του θανάτου αλλά τον φοβούνται, εκείνος όμως δεν το πίστευε ότι τα ζώα ζουν σ' αυτή την άγνοια, αν και τούτη η λέξη, όπως όλες, είναι φτιαγμένη γι' ανθρώπους. 

Πριν από καιρό είχε άθελά του σκοτώσει μια γάτα με το αυτοκίνητο. Οι άλλοι γάτοι στην αυλή της μάνας του έκαναν καιρό να συνέλθουν, δεν πλησίαζαν πια το αυτοκίνητο, κοιτούσαν με τρόμο το σημείο όπου σφάδασε η καημένη γάτα, ήταν κι η μόνη θηλυκιά στην παρέα και τώρα τόχουνε ρίξει στις μπουρδελότσαρκες οι άλλοι, γλίτωσε κι η μάνα του από τους γαμπρούς. Άργησαν να συνέλθουν οι γάτοι, ο άρχοντας δεν έβγαινε από το σπίτι για μέρες. Με το ζόρι μόνο για κακά του. Θα πεις κι αν δεν ήταν της στιγμής ο πάσαλος ήταν των λίγων ημερών. Μα κι οι άνθρωποι γρήγορα δεν ξεχνάνε; Στην αρχή φυσάνε και τη γιαούρτη κι έπειτα από καιρό ξανακαίγονται με το χυλό. Ίσως αυτές τις σκέψεις να τις έβαζε στην ιστορία του. Ίσως. Για τον πανταχού απόντα παρόντων ημών, κατά τον Επίκουρο, θάνατο, σημείο διαφωνίας σε κουλτουριάρικες συζητήσεις, ή για τον Βίτγκε, που στην υποθέση 6.4311 της Πραγματείας του διαβεβαίωνε ότι ο θάνατος δεν είναι συμβάν της ζωής, ότι (αφού) δεν τον ζούμε. Κι αυτές οι σκέψεις τού θύμισαν ένα παλιό υπό μέλους ποίημα, τον θνητό εμαυτό, που τόβαλε σκοπό να το κάνει μετά μέλους. Παράτησε τα γράμματα κι έπιασε τις νότες. 







ο θνητός εμαυτός παρακινήθηκε
από ένα άρθρο του Πέτρου Θεοδωρίδη
στο τεύχος 7 του περ. Ένεκεν (2007)

και η προβολή έγινε μπρόβα




Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016


ένα blues για τα θρωπάκια



φυσούσε δυνατά
έτρεχαν να προστατευτούν
στα υπόστεγα
βροχή απρόσμενη
τύλιγε στα βή
λάσπη στα βήματα
αλώνιζαν τα μεγκαπίξελ
η άμιλλα την όρεξη ερεθιούσε
κατάπινε η βροχή τη σκόνη
κουμπώνανε τα πανωφόρια
ξεκουμπώνανε
νύχτωνε αδιάκοπα



blaaargh /france-1937



ευθύνη προπαντός ευθύνη
ευθυκρισία ευθύτης
στόχοι ευθυτενείς
έθεταν στόχους προπαντός
τραγουδούσαν
time is on my side
είναι πάθος η δουλειά
άλλο η ψυχαγωγία
ίδρωναν στα κονσέρτα
ήξεραν τα τραγούδια πέξω
ζογκλέρ εργάτριες τρύπωναν
αλκοόλ έρεε αλκοόλ έρεε αλκοόλ
δίσκοι σερβιρίσματος αιωρούνταν
οι κάμερες αστράφταν
κοινότης ταύτιση χαρά
υπερδιέγερση μεστοί αδένες
άλλο η ψυχαγωγία
μετά στο μπαρ ένα ποτό
μετά δύο σφηνάκια
μετά για ύπνο
η κυριακή δεν θα διστάσει
η λογική θα λιπανθεί
σε ατομικά τρυβλία
όλα στη θέση τους
στου φέισμπουκ τα ράφια
ασκοπα κλικ
ευλύγιστα ξυράφια





























τα είδα πάλι
στόματα νοιγόκλειναν
δάχτυλα ευκίνητα
τα είδα
τα θρωπάκια

τα είδα τα θρωπάκια
αρνάκια λυκάκια
κοιμούνται ξυπνάνε
ενδιαμέσως θα φάνε
δες τα μες το δρόμο
δες τα μες στον τρόμο
ξανά. ξυπνούν

τα είδα τα θρωπάκια
τα είδα στη δουλειά
σε συνετή χαλάρωση
με τη σφιχτή θηλειά
ορίστε το έγγραφό σας
το ύφος το σοφό σας
λατρεύω διευθυντά

τα είδα τα θρωπάκια
μέσα στα μαγαζάκια
τα ψώνια τους να κάνουν
για πάντα ως να ποθάνουν
θα καυλώνουν
να καταναλώνουν

τα είδα τα θρωπάκια
σε θέατρα σινεμά
να παρακολουθούνε
αμίλητα. νοιχτά
έχουν τα ματάκια
έχουν και ταυτάκια
ζουν στο πουθενά

τα είδα τα θρωπάκια
τα είδα στα μπαράκια
να πίνουνε ποτάκια
με κόκα με παγάκια
κοκτέιλ και σφηνάκια
μονήρη. ζευγαράκια.
ναι. ναι

τα είδα τα θρωπάκια
σαρδελοπακτωμένα
εκστασιασμένα
συναυλιακώς
ο σταρ δεν υπάρχει
είναι και καλά
αντιστάρ











Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016


να πεθαίνεις στο σπίτι


Πρόβατα και αρουραίοι. Οι άνθρωποι επινοούν διπολίες από τον κόσμο των άλλων ζώων για να περιγράψουν αντιθέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους. Οι άνθρωποι επιδίδονται διαρκώς σε μεταφορές. Γυναίκες οχιές, σκυλιά, κότες, αλεπούδες, άντρες γουρούνια, αρκούδες, γάτες, κότες, μοσχάρια, λαγοί... Έτσι ξεχωρίζονται από τ' άλλα ζώα. Αποκαλώντας έναν άνθρωπο ζώο, γενικά ή συγκεκριμένα, νομίζουμε ότι ξεσκεπάζουμε την απομάκρυνσή του από την ανθρωπιά. 

Οι σκέψεις τον καθυστερούσαν απ' το να ξεκινήσει επιτέλους να γράφει την ιστορία με τον τύπο που θέλει να γράψει μιαν ιστορία για το ζευγάρι που είδε στο σούπερ μάρκετ. Ο τύπος είχε μάθει πως έχει καρκίνο που κάλπαζε σαν άτι. Θα τον έβαζε να πεθυμήσει: Νάτανε, αχ και νάτανε, του καρκίνου το άλογο αργό κι ανήμπορο σαν το άλογο του Τορίνο, που βύθισε στη θλίψη τον Νίτσε. Νάτανε σαν το άλογο στο όνειρο του Ρασκόλνικωφ. Στο φρικώδες όνειρο. Νάτανε οι γιατροί σαν τον Μικόλχα που το σκότωσε στο ξύλο...


civil-war-horse

Το μέλλον διαγραφόταν φρικώδες. Ήταν στ' αλήθεια; Η προειδοποίηση του θανάτου είναι μια ευγενική κατάσταση. Ο καρκίνος δεν αιφνιδιάζει, δεν είναι ύπουλη ύαινα, δίνει τον χρόνο να σκεφτείς για τον θάνατο που έτσι κι αλλιώς θα έρθει. Ήθελε να γράψει για το ζευγάρι που είδε στο σούπερ μάρκετ. Πόση θλίψη στο ταμείο... Στην ιστορία του δεν θα πλήρωναν. Ούτε θα έπαιρναν τα ψώνια.

Ο λογαριασμός ήταν ένας αριθμός δίχως νόημα, το χρήμα ήταν πλαστικό, η γυναίκα του χασμουριόταν γνέφοντας στο κενό, το γεμάτο χνώτα κενό. Βάλτε το πιν, παρακαλώ. Στην τρίτη προσπάθεια έχασε τα ψώνια, 63 ευρώ και 38 λεπτά, καθώς αναρωτιόταν αν οι συσκευασίες συγκρατούσαν τις μυρωδιές ή τις εξαφάνιζαν. 
Βγήκε άπρακτος. Έπρεπε να εντοπίσει το αυτοκίνητο, δεν θυμόταν το αυτοκίνητο. Οι σκέψεις δεν του επέτρεπαν να συγκεντρωθεί. Δεν μπορούσε να καταλήξει αν ο καταναλωτής αποφασίζει ο ίδιος τι θα ψωνίσει ή τον σπρώχνει μια ανεξέλεγκτη βούληση. Κι αυτή η βούληση είναι ενστικτώδης ή κατασκευασμένη; Η γυναίκα του τον παρακολουθούσε εξοργισμένη δίπλα στο αυτοκίνητό τους. 
- Πώς μπορώ να λαχταρώ ένα συσκευασμένο κομμάτι κρέας; Όχι, κυρία μου, γύρισε προς εκείνη, δεν το αγοράζω. Τον κοιτούσε με έκπληξη μετριασμένη από περιφρόνηση. 
- Το βλέπεις; ένα κουνέλι! Κάτω από εκείνο το φορτηγάκι! 
- Είσαι τρελός! Πάμε σπίτι. 
Έτρεξε προς το φορτηγάκι, έπεσε κάτω απ' τις ρόδες. Τίποτα. 
- Ένα κουνέλι θα ήταν σπάνιος μεζές. Αληθινός. Επιστρέφω. 
- Πού πας, άνθρωπέ μου; 
- Πάω να επιστρέψω την κάρτα των πόντων. 

Θα  έγραφε για την προσπάθεια του διευθυντή του σούπερ μάρκετ να τον μεταπείσει. Για τις εξειδικευμένες προσφορές που θα του πρότεινε και που θα ικανοποιούσαν τα μοναδικά του γούστα. Θα έπρεπε να συμπληρώσει ένα ερωτηματολόγιο. Θυμήθηκε το δικό του ερωτηματολόγιο, για την αρρώστια. Δεν το είχε συμπληρώσει. Δεν άντεχε να νιώθει κόκκος ενός δείγματος. Εξάλλου δεν πονούσε καθόλου. Μια χαρά αισθανόταν. 

- Αυτά που μου λέτε, κύριε διευθυντάκο, είναι κολοκύθια. Και τα κολοκύθια στο δήθεν μανάβικό σας είναι τούμπανα. Ξέρετε τι είστε; Ένα θρωπάκι. Ένα τόσο δα. Πολύ μικρότερος από τα θρωπάκια που διατάζετε δω μέσα. Που τα προσβάλλετε για να φχαριστηθείτε. Ο Μικόλχας με τους αιμοβαφείς οφθαλμούς, τη μετάφραση του Παπαδιαμάντη να διαβάσετε, άξεστε, ο Μικόλχας με τους αιμοβαφείς οφθαλμούς τηνε πάτησε. Ο θάνατος τού α-φή-ρε-σε το θύ-μα του. Καταλάβατε; Πολύ καλά καταλάβατε. Εσείς έχετε άφθονα θύματα, δεν διατρέχετε κίνδυνο. Με κουράσατε. Σαν του Χομπς τα θρωπάκια. Ο Λεβιάθαν, η πολιτική κοινότης, διευθυντάκο, είναι ένας μεγάλος τεχνητός άνθρωπος που αποτελείται από πολλά θρωπάκια. 
Έβγαλε από το μπουφάν μια φωτοτυπία απ' την εισαγωγή του Λεβιάθαν κι άρχισε να διαβάζει δυνατά:
Η κυριαρχία αποτελεί την τεχνητή ψυχή αυτού του τεχνητού ανθρώπου, εμφυσώντας ζωή και κίνηση σ' ολόκληρο το σώμα. Οι δημόσιοι λειτουργοί και οι υπόλοιποι δικαστικοί και εκτελεστικοί αξιωματούχοι είναι οι τεχνητές κλειδώσεις του. Η ανταμοιβή και η τιμωρία, προσδένοντας κάθε άρθρωση και μέλος στην έδρα της κυριαρχίας και παρωθώντας στην εκτέλεση του καθήκοντος, αποτελούν τα νεύρα του, τα οποία επιτελούν την ίδια λειτουργία στο φυσικό σώμα. Τα αγαθά και τα πλούτη όλων των ξεχωριστών μελών του αποτελούν την ισχύ του. Στη salus populi, την ασφάλεια του λαού, έγκειται το έργο του. Οι σύμβουλοι, που τοv πληροφορούν για όλα όσα πρέπει να γνωρίζει, συνθέτουν τη μνήμη τοu. Η ευθυδικία και οι νόμοι συγκροτούν τον τεχνητό Λόγο και τη Βούλησή του. Η ομόνοια είναι η υγεία του, η ανταρσία η ασθένειά του και ο εμφύλιος πόλεμος ο θάνατός του. Τέλος, οι συμφωνίες και οι συμβάσεις, με τις οποίες τα μέρη αυτού του πολιτικού σώματος αρχικά δημιουργήθηκαν, συστάθηκαν και συνενώθηκαν, μοιάζουν με το "γεννηθήτω" ή το "ποιήσωμεν άνθρωπον" που εξήγγειλε ο Θεός στη δημιουργία.

Μπα, ήταν μεγάλο το κομμάτι που έβαλε να διαβάζει. Πώς ν' αντιδρούσε ο διευθυντάκος; Θα το σκεφτόταν. Ίσως να μην τέλειωνε ποτέ αυτή την ιστορία. Προς το παρόν έπρεπε να ποφασίσει αν θα σχεδίαζε την εφαρμογή της τρελής του ιδέας. Της ιδέας να κάνει όσους αγαπά να τον μισήσουν. Γιατί έτσι ίσως να μην τους πονούσε ο θάνατός του. Δεν έπρεπε να χάσει καιρό. Ίσως σύντομα θάταν κιόλας ανίκανος για οτιδήποτε. 
Είδε στην οθόνη για τον θάνατο του Umberto Eco. Είχε, λέει, καρκίνο μα πέθανε στο σπίτι. Συνήθως οι καρκινοπαθείς πεθαίνουν στα νοσοκομεία, διασωληνωμένοι, όταν το αποφασίσουν οι καθ' ύλην αρμόδιοι. Άλλοτε ο θάνατος, ο φυσικός όπως τονε λένε, πλησίαζε αργά. Κι ο ετοιμοθάνατος, ξαπλωμένος σ' ένα κρεβάτι στο σπίτι του, περιβαλλόταν από τους συγγενείς.  Θυμήθηκε τον Ariès. Τράβηξε από τη βιβλιοθήκη τα Δοκίμια για τον θάνατο στη Δύση. Διάβασε: "Τεχνικά, δεχόμαστε ότι μπορεί να πεθάνουμε, κάνουμε ασφάλειες ζωής για να γλυτώσουμε τους δικούς μας απ' τη μιζέρια. Αλλά, στην πραγματικότητα, στο βάθος του εαυτού μας, δεν νιώθουμε θνητοί." Θυμήθηκε ότι δεν είχε πληρώσει ακόμα τον λογαριασμό της ασφάλειας που θα εξασφάλιζε αξιοπρεπείς συνθήκες θανάτου σε κείνον και μιαν ανταμοιβή πόνου στην οικογένεια. Ξεφύλλισε το βιβλίο κι έφτασε σε άλλη τσακισμένη σελίδα, στην 168, όπου είχε σημειώσει με μολύβι "in petto = κεκλεισμένων των θυρών": 
"Το πρόβλημα τίθεται ήδη στην πράξη. Όπως εξηγούμε σ' αυτό το βιβλίο, κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται από το γιατρό σύμφωνα με τέσσερις παραμέτρους: Το σεβασμό προς τη ζωή, που ωθεί στην επ' αόριστον παράτασή της. Τον ανθρωπισμό, που ωθεί στο να γίνει συντομότερος ο πόνος. Την κοινωνική χρησιμότητα του ατόμου (νέος ή γέρος, διάσημος ή άγνωστος, αξιοσέβαστος ή περιθωριακός) και το επιστημονικό ενδιαφέρον της συγκεκριμένης περίπτωσης. Η απόφαση είναι απόρροια της σύγκρουσης αυτών των τεσσάρων λόγων. Παίρνεται πάντα in petto, χωρίς τη συμβολή του αρρώστου. Η ίδια η οικογένεια είναι συνένοχη και εγκαταλείπει, συνήθως, την πρωτοβουλία στα χέρια του γιατρού-μάγου - ακόμα κι αν αργότερα στραφεί εναντίον του." 
Ο Eco πέθανε. Όμως εκείνος αισθανόταν ακόμα καλά. Η είδηση του θανάτου του σημειοδίφη, που κάποτε τον είχε ενθουσιάσει με την ιδέα ενός σημειολογικού ανταρτοπόλεμου - πήγαινε καιρός που είχαν πάψει να τον ενθουσιάζουν οι ιδέες των διανοούμενων - του επανέφερε την ίδια ιδέα: Από το να σβήσει μέσα σε πόνους, διασωληνωμένος σε νοσοκομειακό θάλαμο, αφήνοντας τους δικούς του να υποκύψουν στην ιατρική μαγεία, ας έβρισκε κάποιον άλλον τρόπο. Μα ποιον; Θα δοκίμαζε να το γράψει. Θα έβαζε τον άντρα του ζευγαριού του σούπερ μάρκετ να μαθαίνει ότι έχει καρκίνο. Και θάβλεπε πώς θα του έβγαινε. 


Αυτή η ιστορία δεν θα τέλειωνε ποτέ. Ουσιαστικά δεν θ' άρχιζε ποτέ. Το να λες, να γράφεις, έστω, ιστορίες είναι λυτρωτικό. Και για σένα και για τον ακροατή ή τον αναγνώστη. Ο τυφλοπόντιξ ελάλησε: Feed your head.






Αρκετά με τις ιστορίες.
Καιρός για blues.
Το blues για τα θρωπάκια
ήταν έτοιμο από μέρες.
Την επόμενη φορά,
στο μπλογκ.
Καληνύχτα.





Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016


πρόβατα και αρουραίοι







ΤΑ ΠΡΟΒΑΤΑ

του Νίκου Φωκά, από τη συλλογή
Ο μύθος της καθέτου - 1981
(μονοτονισμένο)

Κουράστηκαν τα πρόβατα
Και πέσαν καταγής.

Πώς έσβησαν τα μάτια τους
Πώς ρέψαν τα κορμιά!

Πώς σάπισαν και μύρισαν
Οι σάρκες τους και πώς

Όταν σε βλέπουν να 'ρχεσαι
Κάνουν αντάμα μπε.

1973 





                        και
ΟΙ ΑΡΟΥΡΑΙΟΙ



στο Άλογο του Τορίνο (2011)
του Ούγγρου Μπέλα Ταρ