Πέμπτη 19 Μαΐου 2016


το κατασκεύασμα






τον έμαθα τον άθρωπο
την άτιμή του φύση
που την κατασκευάζουνε
σανατολή και δύση

αυτό το κατασκεύασμα
μπλεγμένο μες στα δίχτυα
αλλάζει όλο προσώπατα
τόχει παλιά συνήθεια



απτό σχολείο στη δουλειά
και στα νοσοκομεία
ο βίος εξουσιάζεται
δε βρίσκω άκρη καμία

βρε ναποπί βρε ναποπί
βρε ναποπίσω απτίς οθόνες
μέσα σου φέγγει φυλακή
ατέλειωτους χειμώνες



τον έμαθα τον άθρωπο
τη μίζερή του φύση
που την κατασκευάζουνε
για να υπηρετήσει

για πες πώς τα κατάφερες
μέσα πομιάν οθόνη
άθρωπε να μοιράζεσαι
αφού είσαι απαστροσκόνη






wehuntedthemammoth






αυτό το κατασκεύασμα
αλλόκοτη έχει φύση
όλο καυλώνει δηλαδή
μα δε μπορεί να χύσει









Παρασκευή 13 Μαΐου 2016


η θαλπωρή ενός άκαρδου κόσμου




Ο άνθρωπος είναι ο κόσμος του ανθρώπου, το Κράτος, η κοινωνία. Το Κράτος αυτό, η κοινωνία αuτή, παράγουν τη θρησκεία, μια ανεστραμμένη συνείδηση του κόσμου, γιατί αυτά τα ίδια είναι ένας κόσμος ανεστραμμένος. Η θρησκεία είναι η καθολική θεωρία του κόσμου τούτου, η εγκυκλοπαιδική του συνόψιση, η εκλαϊκευμένη λογική του, το σπιριτουαλιστικό του point d' honneur, ο ενθουσιασμός του, η ηθική του κύρωση, το μεγαλόπρεπο συμπλήρωμά του, το καθολικό θεμέλιο της παραμυθίας του και της δικαίωσής του. Είναι η φαντασμαγορική πραγμάτωση της ανθρώπινης ουσίας, γιατί η ανθρώπινη ουσία δεν έχει πραγματωθεί αληθινά. [...]

Η θρησκευτική καχεξία είναι, κατά ένα μέρος, η έκφραση της πραγματικής καχεξίας και, κατά ένα άλλο, η διαμαρτυρία ενάντια στην πραγματική καχεξία. Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η θαλπωρή ενός άκαρδου κόσμου, είναι το πνεύμα ενός κόσμου απ' όπου το πνεύμα έχει λείψει.




Η παράγραφος δεν τελειώνει όπως πιο πάνω.
Υπάρχει μια ακόμα πρόταση
που η υπερβολική της κατανάλωση
εξαφάνισε τις προηγούμενες:



Η    θρησκεία    είναι    το    όπιο    του    λαού.

 

oh-lucky-man



Τρίτη 3 Μαΐου 2016


Ver Sacrum



Ας θυσιαστεί ένα παιδί ορφανό.
Με δίχως μάνα. Με χωρίς πατέρα.
Αφού τρελαίνονται οι γονείς.
Ας θυσιαστεί ένα ορφανό στον κλήρο.
Να ποφασίσει η τύχη.
Αφού διχάζει το δικαίωμα για την εκλογή.

Ας θυσιαστεί ο γιος του ανθρώπου.
Με μαγικό το γονιδίωμά του.
Με το θεϊκό χρωμόσωμα το ψι και
με το χι της διαλεχτής παρθένας.
Ας θυσιαστεί ο παράκλητος
που να καεί στο τέλος ο ιούδας,
να προσφερθεί η μαγειρίτσα
η οπλισμένη απ' τη συκωταριά
του αμνού που αντί για τον παράκλητο
θα θυσιαστεί ίνα σπαταληθούν
το κρέας και το αίμα. Ίνα χλαπακιαστούν,
να εορτασθεί ο πάσχας.


Rocco Normanno



Ας θυσιαστεί η φιγένεια. Αντί για εκείνη
ένα τραγί ας αποδιοπομπευτεί.
Ας εξευτελιστεί η αοιδός που
ποια θυσία ερωτά για την αντίζηλη
κι οδύρεται.

Ας θυσιαστεί φορ έβερ η εργατιά
που αγκομαχά στον δρόμο
ενός του ζήνωνος παράδοξου.
Ας θυσιαστεί το κόμμα της αυτής.
Με των αγώνων
τη χλαμύδα σαν γαρύφαλλο.
Ας είναι θύμα ο καπνεργάτης
στη σαλόνικα. Ας είναι
η άοπλη διαδηλώτρια του εάμ.

Ας είναι δεκαπέντε μόνο χρόνων
με μια κουκούλα, ένα μαντήλι και μαλόξ.
Ας ποιηθεί ένας μεταμοντέρνος επιτάφιος.
Ας θυσιαστεί ένας της πείνας απεργός.
Μία γυναίκα στον αγώνα φιερωμένη.
Ένα λουλούδι, μια σοδειά, ένα γουρούνι.

Ας είναι να καταστραφεί ό,τι πρέπει
για να γλιτώσει ό,τι θ' απομείνει,
όπως κατάλαβε ο μπατάιγ.
Ας τη μυρίσουνε την άνοιξη
αυτοί που δεν τους κόψανε τις μύτες.









Σάββατο 23 Απριλίου 2016


Η Μαγδαληνή κατά τον θρύλο




του Ηλία Λάγιου
από την τελευταία συλλογή του
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΑΛΙΛΑΙΑ
(ένα πόνημα θεολογικόν)
2004



Απ' το σκοτάδι το πυκνό, τερπνά νερά αξημέρωτα,
να χύνουνται σα λειτουργία προς τ' αυγινό τ' αστέρι, 
χαίρονται με τη νιότη τους και παίζουν με τον έρωτα,
στη δροσινή, στη θερμική, σε λαύρας μεσημέρι.

που ένα κρατεί στα μάτια της, και χίλια μύρια λήγει τα,
προβαίνει η κόρη της ντροπής με στάμνα μυροφόρο,
όσα κατέχει το κορμί δε μίλησαν τ' αξήγητα,
κι ειν' το βυζί της προσφορά, κι ειν' η κοιλιά της δώρο.

απ' την πολύφερνην οδό, σε ποταμάκι αβάδιστο,
της μνήμης δέεται της γλυκιάς, που ανθίζει στα όνειρά της,
κι ως λέει η ψυχή της του αηδονιού τον ύμνον ακελάιδιστο,
φυσάει σιρόκο ο ζέφυρος κι όλο τον γραίγο ο μπάτης. 

του θέρους, λες, και πύκνωσε, ηλιοστάλαχτο τον κήδονα,
στον κύκνο της λαιμό, ο ιδρώς, ψηφί μαργαριτάρι,
φκιάνει άλεχτους αστερισμούς να σέρπονται φιλήδονα,
και, μαγευμένο κατ' αυτή, προσβλέπει το χορτάρι.

και, κρούει τη θύρα του σπιτιού, τη θύρα του παράδεισου,
να γένει η πόρνη, λυγερό κι απάρθενο κοράσι,
κρυφονεραϊδογέννητη, σταίνεις βωμό το χάδι σου,
κι είσαι νεράντζι, μανταρίνι, κόκκινο κεράσι.

τον βλέπει, φύλλα τρέμουνε τα μυρισμένα χείλη της, 
κι ως τη θωρεί, στα πόδια του, σαν τρομασμένο αλάφι,
κρατεί το, τάχα, μυστικό της δέησης της αμίλητης,
σα σφιχτοχέρης, που στο στρώμα κρύβει το χρυσάφι.

Κύριος πορεύεται, σιγή διδάσκει τ' αποκάρωμα,
όπου γυμνή, ανυπόδητη, ομοιώνεται τη σάρκα.
σπάζει στα πόδια του το βάζο, εκχέεται πλούτος τ' άρωμα,
μα δεν ταξίδεψεν ο Αδάμ στων Μάγδαλων τη βάρκα.

στριγκά αντιφώνησε ο Θωμάς κι έγρουξ' ο Γιούδας γύρω της,
να πουληθεί και τα λεφτά να πάνε για τη φτώχεια.
μα, δίχτυ που κρυφάπλωσε, ειν' το χυμένο μύρο της,
να πιάσει, κάθε αρσενικό πουλί, μέσα στα βρόχια.

κι ο δάσκαλος δεν έσκυψε, να βυθιστεί στο ευώδισμα,
που απ' την κοιλιάν ανάβρυσε στις απαλές λαγόνες.
σαν τον τυφλό, στου κρυφανθού το νοτισμένο ρόδισμα,
στέρφα τα χρόνια γεύεται στους άτρεπτους αιώνες.

μα, βγαίνει απ' το θνητό κορμί, πέρα απ' την άφραστη ύλη του,
καταλαλιά κι επίκληση, το σμίξιμο μαζί της.
λυγμός του ανέραστου και πόθος άμετρος του αφίλητου.
Πούλια από φως κι Αυγερινός του αιδοίου κι Αποστερίτης.


G. Datzov: το όνειρό της


'βωδάς, οσμή του βραδινού και το βοτάνι ο έροντας,
και δέεσαι του αστροχείμαρρου το γάλα, στην καρδιά μου.
και των αρχαίων ο σκυθρωπός και νεκρικός Αχέροντας
θα μας αλλάξει αστέφανα τα στέφανα του γάμου.

και του καιρού παράπονο, εγκρεμός τα ματοτσίνορα,
ό,τι πρωτόειδα, ζω μ' αυτό, και θα τ' ανακαλέσω.
όταν θα φτάσω, ολόγυμνος, στης ερημιάς τα σύνορα,
μ' εσέναν, γύψινο στεφάνι μου, πολύ θ' αρέσω.

σ' έχω πληρώσει μ' ουρανό. και περισσέψαν τάλαντα.
είμαι ο σταυρός. μαζί μου θνήσκουν πράγματα κι ανθρώποι.
ζώντας, μη ζώντας, θα γιορτάσω να σου πω τα κάλαντα.
Μαγδαληνή. φιλιά. και προδοσίες. και κάποιοι τόποι.


J. J. Lefebvre: στη σπηλιά





ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ - ΠΟΙΗΜΑΤΑ
εκδ. Ίκαρος, 2009

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

FB


Άλλη μια φορά του είχε έρθει στο μυαλό εκείνη η κουβέντα της Χάνας Άρεντ για τον παράδεισο των τρελών. Η αφθονία, έγραφε, το προαιώνιο όνειρο του φτωχού και του απόκληρου, μόλις πραγματοποιηθεί γίνεται παράδεισος του τρελού... Ήταν τότε που βρέθηκε ουρανοκατέβατος στο Μώλ κι έστεκε αποσβολωμένος και κοιτούσε σα χάνος τα θρωπάκια που μπαινόβγαιναν καβλωμένα για κατανάλωση στα μαγαζάκια και δεν αγόρασε τίποτα· του έπεσε, που λένε. 

Τώρα ήταν κάτι άλλο. Ήταν το φέισμπουκ. Η αφθονία εδώ ήταν διαφορετική. Όμως ο μηχανισμός της κατανάλωσης δεν διέφερε. Η ματαιοδοξία της δημόσιας αναγνώρισης έμοιαζε να χαρακτηρίζει περισσότερο τους like-ιστές από τους like-ιζόμενους. Είχε σημασία σ' αυτόν τον ορυμαγδό στον κήπο των τρελών; Στο Μωλ δεν είχε πάθει την αγοραφοβία, όμως εδώ ίσως δεν θα τη γλίτωνε.






Η αντίληψη της νεότερης εποχής για τη δημόσια σφαίρα, μετά τη θεαματική αύξηση της δημόσιας σημασίας της κοινωνίας, εκφράζεται από τον Adam Smith, όταν, με αφοπλιστική ειλικρίνεια, αναφέρει "την ανεπρόκοπη εκείνη ράτσα των ανθρώπων που κοινώς αποκαλούνται άνθρωποι των γραμμάτων", για τους οποίους "η δημόσια αναγνώριση ... αποτελεί πάντα ένα μέρος της αμοιβής τους ..., ένα σημαντικό μέρος ... για το επάγγελμα του γιατρού· ένα ακόμη μεγαλύτερο ίσως για το επάγγελμα του νομικού· για τον ποιητή και τον φιλόσοφο αποτελεί το σύνολο σχεδόν". Εδώ είναι αυταπόδεικτο ότι η δημόσια αναγνώριση και η χρηματική αμοιβή είναι της αυτής φύσεως και μπορούν να πάρουν το ένα την θέση του άλλου.

Η δημόσια αναγνώριση είναι κι αυτή κάτι που χρησιμοποιείται και καταναλώνεται, και το γόητρο, καθώς θα λέγαμε σήμερα, ικανοποιεί μιαν ανάγκη όπως η τροφή ικανοποιεί μιαν άλλη: η δημόσια αναγνώριση καταναλώνεται από την ατομική ματαιοδοξία όπως καταναλώνεται η τροφή από την πείνα.
Είναι προφανές ότι απ' αυτή την άποψη το κριτήριο της πραγματικότητας δεν έγκειται στην δημόσια παρουσία των άλλων, αλλά μάλλον στην μεγαλύτερη η μικρότερη επιτακτικότητα των αναγκών εκείνων που την ύπαρξη ή μη ύπαρξή τους δεν μπορεί να βεβαιώσει κανένας άλλος εκτός από όσους τις νιώθουν. Και αφού η ανάγκη της τροφής έχει την αυταπόδεικτη πραγματική βάση της στην ίδια τη λειτουργία της ζωής, είναι επίσης προφανές ότι οι εντελώς υποκειμενικές σουβλιές της πείνας είναι πιο πραγματικές από τη "ματαιοδοξία", όπως συνήθως ονόμαζε ο Hobbes τη δίψα της δημόσιας αναγνώρισης. Όμως, κι αν ακόμη αυτές τις ανάγκες, μ' ένα θαύμα συμπόνοιας, τις συμμερίζονταν και οι άλλοι, πάλι η ίδια η κενότητά τους θα τις εμπόδιζε πάντα να εγκαθιδρύσουν κάτι τόσο στέρεο και τόσο διαρκές όσο ένας κοινός κόσμος.
Το θέμα λοιπόν δεν είναι ότι υπάρχει μια έλλειψη κοινής αναγνώρισης για την ποίηση και τη φιλοσοφία στον σύγχρονο κόσμο, αλλά ότι αυτή η αναγνώριση δεν συνιστά ένα χώρο όπου διασώζονται τα πράγματα από τη φθορά του χρόνου. Η ματαιότητα της κοινής αναγνώρισης, η οποία καταναλώνεται καθημερινά σε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες, είναι τέτοια, ώστε, αντίθετα, η χρηματική αμοιβή, ένα από τα πιο μάταια πράγματα που υπάρχουν, μπορεί να γίνει πιο "αντικειμενική" και πιο πραγματική.

Hannah Arendt, Η ανθρώπινη κατάσταση
μτφ. Ροζάνης-Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Γνώση





Facebook Auto Liker, Auto Liker, Auto like, Auto likes, Autoliker, Facebook autoliker, autolike, autolikes, Facebook auto like, Facebook auto likes, Facebook autolike, Facebook autolikes, FB auto liker, FB autoliker, FB auto like, FB auto likes




Κυριακή 20 Μαρτίου 2016


στων αλλωνών τον θάνατο

προηγούμενο:




Παλιά μιλούσε σα να έπρεπε συνέχεια ν' απολογείται. Αν τον ρωτούσες τι του αρέσει, τι καφέ πίνει για παράδειγμα, έπρεπε ν' αναφέρει αναλυτικά τους λόγους που υποστήριζαν το γούστο του. Προσπαθούσε να σου απαντήσει έτσι ώστε, αν θεωρούσες ότι ο συγκεκριμένος καφές που πίνει είναι απαράδεκτος, να δείξει ότι κι εκείνος δεν διαφωνούσε ακριβώς αλλά υπήρχαν κάποιοι λόγοι που δεν μπορούσες να φανταστείς και που τον ανάγκαζαν να πίνει το συγκεκριμένο είδος καφέ. Όμως τελευταία όλα άλλαξαν. Ίσως όταν πήρε εκείνες τις εξετάσεις που, σύμφωνα με τον γιατρό, απαιτούσαν "περαιτέρω διερεύνηση" και που τον έκαναν να ανησυχήσει τόσο που αρνήθηκε να υποστεί οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση του σώματός του. Είχε αρχίσει να πιστεύει ότι η αρρώστια του ήταν σοβαρή και θα τον οδηγούσε σύντομα στον θάνατο. Αυτή η πεποίθηση μέρα με τη μέρα εδραιωνόταν μέσα του κι έσπερνε σκέψεις για την ηθική του ευθύνη απέναντι στο τέλος, την τελετή λήξης όπως έλεγε, που έπρεπε να προετοιμάσει αποτιμώντας ευλαβικά την ανθρωπιά του. Είχε σκεφτεί να νοσήσει ο ήρωάς του, ο άντρας του ζευγαριού του σούπερ μάρκετ. Γράφοντας για κάποιον άλλο, ένα φανταστικό πρόσωπο, ίσως μπορούσε να ξεδιαλύνει τι του συνέβαινε. Μάλλον ποτέ δεν θα ξεδιάλυνε τι του συνέβαινε, θα μπορούσε όμως ν' αποφασίσει τι πρέπει να κάνει. Πώς να φερθεί στους δικούς του. Αν θα έβαζε σε λειτουργία το σχέδιό του να τους κάνει να τον μισήσουν ώστε όταν θα πεθάνει να πονέσουν λιγότερο. Εύκολη σκέψη, δύσκολη πράξη. Ας έγραφε τουλάχιστον. Και θάβλεπε τι θα κάνει.

- Άνοιξα τον σουγιά. Το σουγιά που μου πουλήσανε. Του είπα, αυτός ο σουγιάς δεν κόβει καλά. Παιδεύομαι κάθε φορά με τα μπρόκολα. Με τον λαιμό σου όμως... Με κοίταξε έντρομος. Το πιάνεις; Έντρομος. Ο τρόμος είναι μεγάλη υπόθεση. Το έχω καταλάβει. Έχω τρομάξει πολλές φορές. Πολλά θρωπάκια ξυπνάνε μέσα σε τρόμο. Τρομοληρούν. Τρόμαξε ο διευθυντάκος. Πάτησε ένα κουδούνι. Ήρθαν οι σεκιουριτάδες. Μ' άρπαξαν από τα μπράτσα. Οι δύο. Ο τρίτος μ' έπιασε απ' τα μαλλιά. Θα κουρευτώ γουλί, ρε. Να δούμε αν θα με ξαναπιάσουν απ' τα μαλλιά. Ούρλιαξα. Έχω έιτζ, ρε. Πίσω!!! Τρόμαξαν τα γοριλάκια. Με παράτησαν. Απότομα. Σωριάστηκα. Έκαναν πίσω. Πηγαίνετε, τους είπε ο διευθυντάκος. Σηκώθηκα. Έκανα πως θα τον φτύσω. Τρομοκρατήθηκε. Έφτυσα το μαζεμένο σάλιο στο πάτωμα. Αηδίασε. Έφυγα.
- Είσαι τρελός! Μ' έχεις κάνει ρεζίλι. Δεν πάει άλλο.
- Πάει. Πώς δεν πάει. Δεν έχω έιτζ.
- Το ξέρω, ηλίθιε.
- Έχω καρκίνο.
- Είσαι ηλίθιος.
- Στους όρχεις.
- Λες ψέματα.
- Στο δεξί αρχίδι! Ιδού! Εξετάσεις!
Πήρε τα χαρτιά στα χέρια, έβαλε πρώτα το τσιγάρο στο στόμα, δυσκολευόταν με το τσιγάρο, ο καπνός τής μπήκε στο μάτι, δάκρυσε, νευρίασε, πέταξε τα χαρτιά με δύναμη στο πάτωμα, δυο τρία χαρτιά ήταν, δεν υπάκουσαν στην οργή της, έπεφταν αργά, εκείνος πρόλαβε να τα πιάσει στον αέρα, θριαμβευτικά, μα η σκέψη πως γι' αυτό το αστείο, που κάποτε την έκανε να γελά, τώρα αδιαφορούσε, ούτε καν μια γκριμάτσα βαρεμάρας δεν του χαράμισε, η σκέψη αυτή τον γέμισε με θλίψη, εκείνη την ίδια τη θλίψη στα μάτια και το στόμα. Χαμήλωσε το βλέμμα, δεν τον εξόργιζε πια, τακτοποίησε τα χαρτιά κι έκανε να φύγει. 

Ίσως κάπως έτσι, σκέφτηκε. Κάπως έτσι να της έλεγε ότι έχει καρκίνο. Είχε κι ο ίδιος; Αυτή η ιστορία με το ζευγάρι του σούπερ μάρκετ τον μελαγχολούσε. Εκείνοι ήταν αλλιώς. Δεν ήταν ένα ξοφλημένο ζευγάρι. Αγαπιούνταν τόσο. Γι' αυτό ήτανε γολγοθάς. Πώς να της το πει; Πώς να την πληγώσει τόσο βαθιά; Έπρεπε να γράψει. Ίσως λυτρωνόταν. Προσωρινά έστω. Κι ίσως έβρισκε τη λύση. Οι λύσεις είναι πάντα προσωρινές. Με ημερομηνία λήξεως. Μετά στα ίδια. Ώσπου νάρθει το τέλος. 



gr.pinterest



Αυτή η σκέψη, της ζωής σαν προετοιμασίας για τον θάνατο, της φιλοσοφίας σχεδόν που, αν είχε δίκιο εκείνος ο σουπερστάρ ο Σωκράτης, είναι μελέτη θανάτου, η σκέψη αυτή καθόριζε την ιδέα του να γράψει για έναν τύπο συγγραφέα, που λάτρευε τη σύντροφό του και την κορούλα τους, που πίστευε πως είχε καρκίνο, να γράψει για εκείνον τον τύπο που έγραφε ένα διήγημα, ίσως, για το ζευγάρι του σουπερμάρκετ, για ένα ζευγάρι διαλυμένο, εκείνος χοντρός και παρανοημένος, εκείνη μπλαζέ και μπλαζέ. Πότε να βρει καιρό να γράψει άραγε, για ποιον θάνατο, πού τον είχε δει, μόνο ό,τι ο θάνατος άφηνε πίσω του είχε δει, ανθρώπους και ζώα. Λένε πώς τα ζώα δεν έχουν συνείδηση του θανάτου που θα τα βρει, ο Νίτσε πίστευε ότι τη μνήμη τους τηνε δένουν στον πάσσαλο της στιγμής, ο Σοπενχάουερ πίστευε ότι τα ζώα αγνοούν την ύπαρξη του θανάτου αλλά τον φοβούνται, εκείνος όμως δεν το πίστευε ότι τα ζώα ζουν σ' αυτή την άγνοια, αν και τούτη η λέξη, όπως όλες, είναι φτιαγμένη γι' ανθρώπους. 

Πριν από καιρό είχε άθελά του σκοτώσει μια γάτα με το αυτοκίνητο. Οι άλλοι γάτοι στην αυλή της μάνας του έκαναν καιρό να συνέλθουν, δεν πλησίαζαν πια το αυτοκίνητο, κοιτούσαν με τρόμο το σημείο όπου σφάδασε η καημένη γάτα, ήταν κι η μόνη θηλυκιά στην παρέα και τώρα τόχουνε ρίξει στις μπουρδελότσαρκες οι άλλοι, γλίτωσε κι η μάνα του από τους γαμπρούς. Άργησαν να συνέλθουν οι γάτοι, ο άρχοντας δεν έβγαινε από το σπίτι για μέρες. Με το ζόρι μόνο για κακά του. Θα πεις κι αν δεν ήταν της στιγμής ο πάσαλος ήταν των λίγων ημερών. Μα κι οι άνθρωποι γρήγορα δεν ξεχνάνε; Στην αρχή φυσάνε και τη γιαούρτη κι έπειτα από καιρό ξανακαίγονται με το χυλό. Ίσως αυτές τις σκέψεις να τις έβαζε στην ιστορία του. Ίσως. Για τον πανταχού απόντα παρόντων ημών, κατά τον Επίκουρο, θάνατο, σημείο διαφωνίας σε κουλτουριάρικες συζητήσεις, ή για τον Βίτγκε, που στην υποθέση 6.4311 της Πραγματείας του διαβεβαίωνε ότι ο θάνατος δεν είναι συμβάν της ζωής, ότι (αφού) δεν τον ζούμε. Κι αυτές οι σκέψεις τού θύμισαν ένα παλιό υπό μέλους ποίημα, τον θνητό εμαυτό, που τόβαλε σκοπό να το κάνει μετά μέλους. Παράτησε τα γράμματα κι έπιασε τις νότες. 







ο θνητός εμαυτός παρακινήθηκε
από ένα άρθρο του Πέτρου Θεοδωρίδη
στο τεύχος 7 του περ. Ένεκεν (2007)

και η προβολή έγινε μπρόβα