Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

με Ψηφιά



Τι ’ναι στο νου που να το γράφουνε ψηφιά
και δεν σ’ το ’χει αραδιάσει η μούσα μου η πιστή;
Σέξπηρ, σονέτο 108, μτφ. Ρώτα


Πολλά. Ας πούμε, των αναμονών μου,
που – δόξα σοι ο θεός – πάντοτε με παιδεύουν,
οι ζορισμοί.
Σκέφτομαι πως, καμιάν ώρα,
θ’ αρχίσω να καταβροχθίζω
τον οσμικό σου περίβολο ή
την επιδερμική σου προφάνεια.

Αυτό γράφεται με ψηφιά. Κι αυτό:
Γλμπρκξφστλκρμπνστσαφ.

Βάλε με να σου φτιάξω λέξεις.
- Φιλίπονον -
- Ράγγιγμα -
- Λυγρασία -
- Φλοισβωδία -
- Αχνάλειμμα -
Άφησέ με να στις φορέσω σκουλαρίκια 
και να στις λέω ξελενώτια.

Γύρισε προς τον καθρέφτη.
Θα φορέσω τα γυαλιά μου.

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

θνητός εαυτός


ζούλα σε μια βάρκα μπήκα
και στη σπηλιά του δράκου βγήκα

Γιώργος Μπάτης

το λίνκι στο στίχο του Μπάτη, πηγή έμπνευσης του στιχοπονήματος,
εξαφανίστηκε από τον δημιουργό του (βλ. σχόλιο νοσφεράτου) -
το στιχοπόνημα, ανάπηρο, παρελαύνει :


στο θάνατο των αλλονών
προβάλλω το δικό μου
γιατί όταν θάρθει θα ’μαι απών
απ’ το θανατικό μου

στα κοιμητήρια τριγυρνώ
στα πέπλα του θανάτου
που μ’ ευωδιά όπως γερνώ
βλύζουνε τ’ άρωμά του

ο χρόνος, η επινόηση
των σκλάβων της ευθύνης
που τάζουν κατανόηση
σαν εκκρεμές αν φθίνεις

όσο μετριέται του καιρού
η πλήξη με ρολόγια
του τέλους του θανατερού
θα μείνουν μόνο λόγια

λέξεις που σάμπως σάβανα
το θάνατο τυλίξαν
άλλοτε ήταν σπάργανα
λέξεις με λέξεις σμίξαν


Κυριακή, 24 Απριλίου 2011


Αληθώς!



Η κλεφτουριά στη γκλαμουριά στέλνει τα συχαρίκια
Πως ο Χριστούλης σήκωσε στον τάφο τα μανίκια
Κι έδωσε μια και τάσπασε τα μάρμαρα κι ανέστη
Κι είδανε τη φιγούρα του φρουροί και γυναικούλες
Την είδε κι η Μαγδαληνή πούχε βαρέσει μπιέλες
Την είδε κι η μανούλα του – κι η λύτρωση τη βρήκε
Να κάθεται ανακούρκουδα, να οδύρεται, να βρίζει
Να σκάβει με τα νύχια της τη γης που τονεπήρε
Να σκίζει, ναι, το φόρεμα, να βγάζει τα μαλλιά της
Και να ζηλεύει όλες αυτές που τα παιδιά τους ζούσαν

Κι ύστερα, πώς να πιστευτεί η τρανταχτή η αλήθεια
Πώς ο ηττηθείς ο Χάροντας να βγει ξανά στη γύρα
Να φαλαγγίσει τις ζωές όλων των γεννημένων
Να πάψουν τα φτυσίματα μη βασκαθούν τα νιάτα
Να λυτρωθούν οι οδυνηρές εξ ορισμού ζωές μας

Είναι όλα κουραφέξαλα, ένας τροζός φωνάζει
Απάνω εις του πλάτανου τις πιο ψηλές κλαδούρες
Αν ήτανε απέθαντοι να ζήσουν πια οι θνητοί μας
Κι άνεργοι ναπομείνουνε οι νεκροθάφτες όλοι
Καλύτερα να τιναχτώ ψηλά εις τους αιθέρες
Κι αν είν’ το τέλος φάντασμα ας ζήσω πια πετώντας
Είπε, ψηλά τινάχτηκε, λες στάθηκε για λίγο
Ακίνητος σαν πάγωμα μες στης τιβής τα πίξελ
Κι ύστερα προσγειώθηκε ανώμαλα στη γη του
Πούθελε να τον καταπιεί τι’χε ξανά πεινάσει

Τη μάνα εκειού του κουζουλού που ’πεσε απ’ το πλατάνι
Την έσκισε μια μαχαιριά μέσα στα σωθικά της
Στο θαύμα δεν επίστεψε ως είχε αναδακρυώσει
Μόν’ ετροζάθηκε κι αυτή και λέγει μοιρολόγια
Γιε μου, της μοίρας μου νταβά, του χάροντα στρατιώτη
Που εσάλεψέ σου το μυαλό να παίζεις το αγγελάκι
Δεν το κατέω αφέντη μου γιάντα σ’ έχω αναστήσει
Να ζήσεις όσο ’νταν πρεπό κι όχι όσο θέλει η ρίμα
Που ’ναι κι αυτή πουταναριό του χάροντα μαιτρέσσα
Και τώρα κλαίγω μοναχή γιατί ’μουν πάντα μόνη
Τα δάκρυά μου πέφτουνε στη γη και τηνε καίνε
Και τα ποτάμια που περνούν αδιάφορα στεγνώνουν
Κι η θάλασσα όπου χύνουνταν αφρίζει απ’ το κακό της
Τι στην καρδιά τα σφάλισα να ’ρθω να σ’ ανταμώσω
Να γίνω σκουληκοτροφή, των σαπροφάγων γλέντι




colin-vian.tumblr




Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Απόφαση



-   Λοιπόν, τ’ αποφάσισα.
Θ’ αυτοκτονήσω όταν όλα θα είναι τέλεια.
Κανένα χρέος, κανένας πόνος, καμιά αρρώστια.
Τίποτα. Όλα τέλεια.
-   Μα…
-   Έτσι θα έχει νόημα η αυτοκτονία.
Αυτοκτονία όχι για τη ζωή, μα για το θάνατο.
Η ουσία της αυτοκτονίας. Σκέψου το.
-   Μα, τι ’ν’ αυτά που λες;
-   Σκέψου το.
Φρόντισε ποτέ πια να μην είναι όλα τέλεια. 


Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

λίγο πριν



Πρελούδιο του Νικόλα

δεν ξέρω
τι θα πει νέος ή γέρος
τι θα πει 63
ποιοι μάγκες δεν υπάρχουν πια
τι θα πει φυλάξου για το τέλος
γιατί ραγίζει απόψε η καρδιά
τι θα πει ιδού ο νυμφίος έρχεται 
τη νύχτα της μέρας που πέθανες
πότε πέρασε κι η άλλη μισή ζωή δίχως 
να καταλάβω εγώ αυτή τη φορά

ξέρω πως
κι αν τώρα πια μέσω νεφών το γέλιο σου απλώνεις
ακόμα στου βινύλιου τα σκρατς θα μας λυτρώνεις


18 Απριλίου 2011


 

σ’ είδα λίγο πριν πεθάνεις τρομαγμένο κι ορφανό

από αγάπη κι από ελπίδα σ’ ένα μαύρο ουρανό

την ψυχή σου είδα να σβήνει σ’ ένα πρόσωπο ωχρό

μέσα στην πολυκοσμία περιέργεια κι αηδία



μια ζωή πάντα λαθραία, απ’ το γέλιο αρπαχτή

μεσ’ στα τόσα ψέματά σου μια αλήθεια αντηχεί

καταπίνει τον καιρό μου, μου βαραίνει τη ζωή

με το ξύπνημα θυμάμαι, λείπεις – θε μου – πώς κοιμάμαι



πώς γελώ τώρα πώς θέλω πάλι να ειρωνευτώ

να χλευάσω να χορτάσω κι ό,τι άλλο να γευτώ

λες και τίποτα δεν ξέρω λες και πρέπει να σκεφτώ

για να θυμηθώ το τέλος να γλιτώσω απ’ το έλος



στο βυθό τής πολυθρόνας στης οθόνης το κενό

να πασχίζεις βουτηγμένος ν’ ανορθώσεις το μυαλό

αχθοφόρος τής ευθύνης σαν καβούκι παγερό

το χαμένο σου το βλέμμα λιώνει στο πηγμένο αίμα



έφτασε λοιπόν το τέλος την παράσταση σχολάς

μέσ’ απ’ το βαρύ κασόνι και καλείς τούς π’ αγαπάς

να ’ρθουν για να σε φιλήσουν για στερνή φορά ζητάς

θα σε κούρασε η πομπή σου σ’ αγκαλιάζει τώρα η γη σου



λαχταράς να ξαποστάσεις να ξορκίσεις το κακό

πριν της μάνας σου το δάκρυ σού κυλήσει στο λαιμό

λες και θες να ξεστομίσεις «φτάνει πια, ευχαριστώ

ένα χάδι λαχταρούσα μα ν’ αγγίξω δεν κοτούσα



τώρα εσένα δε σε μέλει τι θ’ αλλάξει στον καιρό

αν στερέψει το ποτάμι και θα ψάχνουν για νερό

αν το δάκρυ μου στερέψει τίποτα δεν σου στερώ

έχει πάψει να υποφέρεις μόνο από χώμα ξέρεις



ψάχνω στις φωτογραφίες ν’ αναστήσω τις στιγμές

που έτρεχες και κυνηγούσες και χυνόσουν στις ακτές

κλαίω σα μικρό παιδάκι όπως κάποτε στο χτες

με κρατούσες απ’ το χέρι, μου ’δειχνες καινούρια μέρη



κι αν παράδεισος υπήρχε κι αν δεν τέλειωνε η ζωή

στοργικά θα σε φιλούσε του παράδεισου το ουρί

ό,τι σου άξιζε όσο ζούσες να ’ταν τώρα να το βρεις

που το σώμα σου σαπίζει που το δάκρυ μου στραγγίζει



τώρα που η παλιοζωή μας έχει γίνει πιο φτηνή

τώρα που σαν τύψη πέφτει η νύχτα κι ανυπομονεί

να συρθεί κάτω απ’ τα φώτα να γλιτώσει την ποινή

το πιοτό ποιος θα κεράσει το βοτάνι ποιος θα κάψει



κι όλες οι ανοησίες που για σένα θα ειπωθούν

κάποτε θα μ’ εκνευρίζουν πιο συχνά θα μ’ απωθούν

λεν για μοίρες και καντήλια κι όταν φύγουν θα χωθούν

στην πραγματικότητά τους με τα τρέντι νυχτικά τους



Φλεβάρης 2006
(ετικετοειδούς Τασ-και-Μπαμπ)




Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

το τρεχαντήρι



έρχεται ένα τρεχαντήρι
από μέρη αλαργινά
περιέργεια εγείρει
αχ αυτό το τρεχαντήρι
πλέει ταπεινά

έχει ξάρτια και κατάρτια
ξόμπλια πρωρινά
μου εδάκρυσαν τα μάτια
θάλασσα στα τρελοστράτια
πνίγεις αλγεινά

μα σ’ αυτό το τρεχαντήρι
μεσ’ στα σκοτεινά
γράφει μ’ ένα τεμπεσίρι
στης αγάπης το εργαστήρι
λόγια ποθεινά

κι αν η θάλασσα τα σβήσει
μ’ όλα τα δεινά
πάλι θα ‘χει ραβαΐσι
κι η καρδιά μου θα ριγήσει
αν κι αυτής πεινά

της αγάπης που κινά
από μέρη αλαργινά
νάρθει μάης να μυρίσει
νάνι νινάνι νανινά


πρώτη δημοσίευση, 14.04.11 στην καρακάξα

Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Γενέθλιον



στον εύριπο γεννήθηκες, πέντε κιλά κι αφράτη
ο απρίλης είχε 18, μα εσύ 'χες το γινάτι
με το γινάτι γύρευγες να 'χει η πίπα λάλη
και το βρακάκι σου έδειχνες - γελούσαν οι μεγάλοι -
για ν' αποκτήσεις μια καραμελίτσα του μπακάλη


από μικρή μεγάλωνες μέχρι να γίνεις τόση
οι αρετές σου ήταν πολλές: η εμορφιά κι η γνώση,
η τσαχπινιά και η μαγκιά, των ομμαθιών σου η πείνα,
μα πιο πολύ το νάζι σου με στέλνει θεατρίνα


δασκάλα είσαι στο σχολειό και στο φιλί δασκάλα
ρίξε μου τώρα, δε βαστώ, για ν' ανεβώ στη σκάλα,
να φτάσω μπρος στα πόδια σου, κυρά δασκάλα στάσου,
μη με λακτίσεις, μια στιγμή, φιλώ τα γόνατά σου


κι αν πάνε χρόνια τριανταδυό, ας πάνε και πενήντα
να θέλεις άλλα είκοσι για να γενείς εξήντα
να τρέμει ο χάρος μη σε δει, να σπούνε τα ρολόγια
να σειέται η γης σαν πορπατείς, να σφάζονται τ' αγόρια


μια ζερβοπούλα αγάπησα, πόχει τα κάλλη πλούσα
πόχει τ' αχείλι κόκκινο σαν το ούρμο το κεράσι
πόχει  τα μάτια τα γλαρά τα χείλη ζαχαρένια
δεν είμαι ο ρωτόκριτος, δεν είναι η αρετούσα
μα τυφλωμένος βρίσκομαι κι ήντα κάμω δεν κατέχω
κι ήχασα το λογαριασμό και μπλιος μου νου δεν έχω




Απρίλιος 1998




Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

καρμετηλείνα


 
ήταν ένας θεατής τηλεοπτικός
το γυαλί το βύζαινε απομυζητικώς
μα ήρθε μια μέρα που είχε αποκάμει
απ’ όσα βύζαξε απ’ το πλαντάμι
και μονολόγησε ομφαλοσκοπικώς:


με κούρασαν ο τρόμος,
ο γουρλωμένος οθονισμός,
η καλοκάγαθη συγκατάβαση,
τα ματογυάλια που απειλούν,
οι ξεκαρδιστικοί  πατριωτισμοί,
τα μίξερ προταγμάτων,
τα στόματα που ανοιγοκλείνουν,
η ανυπόφορη βεβαιότητα,
η ακατάσχετη πραγματικότητα…


ήταν ένας κουρασμένος τηλεθεατής
(μείωσε την ένταση, τον τρομοκρατείς)
που άνοιξε πάλι ένα βράδυ την τιβί
μα από τότε τον κοιτάει πάντα βουβή,
πίσω απ’ την πλάσμα, η καρμελίνα του ματίς