Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Καλοκαίρι




Sam


Billie


Bill


Modern Jazz Quartet


Wijnand Van Klaveren



Cecily Nall and the Point Chamber Orchestra


Petrucciani - Manhattan Project


Big Mama (Thornton)





Janis



Nick (Drake)





και χιλιάδες ακόμα...





Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

Στέλλα;






Όταν γίνεται λόγος για το
 Μιχάλη Κακογιάννη
μου ’ρχεται στο νου
 η συγκλονιστική σκηνή
από τη «Στέλλα».
Το ίδιο συνέβη
 κι όταν άκουσα για το 
θάνατό του.

Η σκηνή εναλλάσσεται 
στη μνήμη με άλλες,
όπως εκείνη με το χορό 
του Ζορμπά – Άντονι Κουίν,
απ’ τις χαρακτηριστικές 
της αναδιαμορφούμενης (τότε)
νέας πατριωτικής ιδεολογίας,
της εμποτισμένης 
με το θεοδωράκειο συρτάκι.

Όμως, όπως πάντα, έτσι και τώρα,
επανέρχεται δυνατά 
η σκηνή από τη «Στέλλα».
Θα τη γράψω 
τη λέξη του συρμού:
Εμβληματική σκηνή, 
μένω πάντα άναυδος 
όταν προβάλλει στο γυαλί,
η σκέψη μου, τότε, θολή
με βάζει να τηνε μισώ, μα και να τη χαζεύω,
όπως μικρός τις έμορφες κοπέλες που περνούσαν
απ’ την παλιά μου γειτονιά, που χάθηκε σα λάθος,
που 'μοιαζε κείνης της σκηνής σα να 'ταν, σαν τον κόμπο
που μου σαλπίζει τη στριγκιά, της Στέλλας την αναίδεια,
και μου κρατάει σαν όμηρο τ’ ανόητα τα σχέδια,
που στίχος, που όλο κρύβεται σε ψεύτικες πεζούλες,
γίνεται και τρανώνεται και μαστιγώνει δούλες
της καταπόνησης του νου, της άξεστης λατρείας
μιας Ανδρομάχης άδολης, μιας πατημένης Τροίας.








αγάπη - δίκοπο μαχαίρι, με της χαράς την πεθυμιά
κάποτε μ' έπαιρνες στο φέρι και με γελούσες άλλη μια


το δάκρυ σου το φλογισμένο, τη στέρνα αρμύρισε ξανά
από τα μάθια εξαρτημένο, στεγνό σαν πρόγραμμα οκανά


φωθιές σε μάθια δε μπανίζω, σβησμένα αστέρια δε θωρώ
ούτε μεθέξεις προσπορίζω, ούτε ρεπούμπλα πια φορώ


φεγγάρι σαν το πορτατίφ μου, τραβώ κορδόνι και σβηστό
μου μουρμουράς το λάιτ μοτίφ μου, με τόνα μάτι σου κλειστό


μισό τον πόνο για να βλέπεις, μισό το φόνο ν’ αρνηθείς
μισώ το χρόνο που όλο δρέπεις, μη σώσεις να με λυπηθείς



έμεινες, στέλλα˙ το μαχαίρι δίκοπο μπήχτηκε κι εσύ
πάνω στη σέλα για τ' αστέρι με τις ματάρες σου καρσί



χύμηξες και κατασπαράζεις τα όνειρα των αγοριών
ακόμα και νεκρή ανταριάζεις, αντάρα των μισοφοριών









Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

κοινότοπο: αιφνίδιος θάνατος νεαράς σταρ




τότε
κάτι εκτόξευσε ανοησία στο διαδίκτυο
κανάλια άρμεξαν την ευκαιρία

φαν έκλαψαν
από ένα δάκρυ
μέχρι λυγμούς

τι κρίμα
έζησε γρήγορα
σαν τους άλλους
που πέθαναν
νέοι

ποπ μύθος

η φάρσα επαναλαμβάνεται

αφήστε να πεθάνω
με πάταγο
αρκετά
με λυπηθήκατε
όταν τρέκλιζα

τώρα η μορφή μου δεν θ’ αλλάξει
θα βρεθώ σε ταμπακέρες πόστερ τισέρτ τετράδια
σε διάφορα προϊόντα για

ποπ ήθος

θα μπω σε αφιερώματα περιοδικών εκπομπών ένθετων

θα πουληθεί ανέκδοτο υλικό μου

πολυεθνικοί γύπες
θα εφεύρουν καινούρια κόλπα
να συγκινούν τα κοριτσόπουλα

κοριτσόπουλο ονειρεύτηκα
την αρχή

το τέλος με ονειρεύτηκε
ενώ όλοι 
το προέβλεπαν
με βεβαιότητα






Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

All is Loneliness


Αργύρης Μπακιρτζής, 1979



Lucian Freud (8/12/1922 - 20/7/2011)
Interior in Paddington - 1951





τα δάχτυλά μου η μοναξιά
τα βάφει χρόνια μενεξιά

Janis - by 

πάνω στις νότες ακουμπούν
γυρεύουν μέσα τους να μπουν

Moondog - by  

κι απ’ των ονείρων τη θεά
συνδέουν καλώδια ερσεά

Kono Michi - by  

ανάσες ντύνουν την καρδιά
να ξεσκαλώσουν τη βραδιά

Antony and the Johnsons - by  

να βρω την κόχη να χωθώ
να κρατηθώ να ισωθώ


Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

Hello Emptiness




φέρνω μαντάτα για την καντάτα
της μοναξιάς
λέξεις πηχτές λέξεις του χτες
ψυχής σταξιάς



στρίβω κλειδί λέω επειδή
συρίζω
θάβω σβουνιές με ρουθουνιές
μυρίζω

 


δεν είναι εκτός και παρεκτός
διαπιστώνω
στους καπιταλισμούς μονήρεις εγκλεισμούς
παντανταμώνω



κι ο θάνατος αθάνατος
δαμάζει
μπιλώχνει και μαζώχνει
περιφράζει






Δεν ξέρω πώς.
Πες μου πώς γίνεται.
Μόνο του πάει το πράγμα.
Σχεδόν μόνο του.
Σχεδόν πάντα.




το ποίημά της:




Η μοναξιά…
δεν έχει το θλιμένο χρώμα στα μάτια
της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα παλαιών «καλών» καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοϊδίσο βλέμα κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών η μοναξιά
και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με τα κομμάτια τους
στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι – Αγ. Βαρβάρα – Κοκκινιά
Τούμπα – Σταυρούπολη – Καλαμαριά
Κάτω από όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας κατεβάζει μ’ αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοχτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο ποινικοί κι επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα
στα σκλαβοπάζαρα της γης – εδώ κοντά είναι η Κοτζιά
ξυπνήστε πρωί.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία
ατελείωτα χιλιόμετρα ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ-ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γατζωμένα κρέατα από τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της και δεν κρατάει άλλο
που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει στα τραπέζια ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω. Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω από τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει γυρίζει.


από τη συλλογή τής Κατερίνας Γώγου "Ιδιώνυμο"
εκδ. Καστανιώτη, πρώτη έκδοση 1980











Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

goodnight ladies ...



by   



Kieler Mundharmonikafreunde, by  



The Lawrence Welk Show, by




mr. David Taylor, by ms  



... Lou Reed, by   




... and gentlemen








ας όψονται τ' απροσδόκητα










επιστρέφω
εμμένων










Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011


και πάλι:
Ζήτω η Τρέλα μου!



και πάλι ζήτω η τρέλα μου
ενόσω ή γουάιλ
μες στο μυαλό η βδέλλα μου
ανοίγει ένα φάιλ


Residents - Satisfaction (R.S.) by  


την ίδια αυτή στιγμή
μπαϊλντισμένος
λέω
αμάν
με όση βροντή
η φωνή


που μάζευε κοσάρια περιφρόνηση και
ψέλλιζε θα δεις


λιβάδια φλογίζει
αβροφροσύνης
την ίδια τη στιγμή


απότομα κι αργόσυρτα
και σκόπιμα κι από παραδρομί


αμάν
χωρίς να χάσει ντιπ
από αναίδεια
όχι με πάταγο ούτε
μονάχα με λυγμό μα
με σπαραγμό το
αμάν
σε ασήκωτο αμανέ
βεντουζωμένο


βαρύ σα μαύρος ουρανός
σα μαύρης μέρας ξόδι


και
το ουστ που άλλαξε
πεποιθήσεις και
γίνηκε
αμάν
 της λάσπης 
των ονείρων τσαλαβούτι
για να τινάξει όλη τη σκόνη
από τα αν
να μου προσφέρει σκευρωμένο
το ούτι
κι ένα βαρύ τσιγάρο
ένα ζιτάν


Residents - Satisfaction (R.S.) by  


ζήτω και πάλι η τρέλα μου
σ’ ένα μανέ παραδομένη γιαβουκλού
υποδορίως διαφλέβει η γκέλα μου
την κάθε γκέλα μου ανεμίζει κλου


Ρόζα Εσκενάζυ - Σαμπάχ Μανές από   


"τίποτα δεν φοβήθηκα σ' αυτή την κοινωνία
τον κόσμο το διπρόσωπο και την αχαριστία"


Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Μαγιακόβσκη: νεκρός από Ιούλιο



Маяковский В.В., by   



Πού πάω;
Γιατί;
Τρέχω προς όλα τα σημεία 
ανάμεσα στ' ανθρώπινο σμήνος
που βομβίζει. 

Τα μάτια μου διατρέχουν τα παράθυρα-κυψέλες. 
Επίπονος τούς είναι ο Ιούλιος 
ξένος, 
απεχθής.


Η πολιτεία σβήνει τις βιτρίνες της
και τα παράθυρά της. 


Κατάκοπος και με γερτό κεφάλι. 


Και τότε μόνο
το λιόγερμα, ματόβρεχτος χασάπης, 
ξεκοιλιάζει το πτώμα των σύγνεφων. 


Σέρνομαι. 
Μια γέφυρα φαντασμαγορική.
Εκεί ανεβαίνω
κι απ' το ύψος της παρατηρώ παράξενα συγκινημένος.


Είμουν εκεί όρθιος, θυμάμαι. 
Είταν η ίδια ετούτη ακτινοβόλα λάμψη. 
Το ίδιο και τότε
αυτό λεγόταν Νέβας.


Υπήρχε εδώ μια πολιτεία
μια πολιτεία παράφρονη
χαμένη σ' ένα καπνοφόρο δάσος καμινάδων. 
Και να, σ΄αυτή την πολιτεία
θ' αρχίσουνε σε λίγο
οι νύχτες 
γυάλινες, 
πελιδνές.


Νεκρός από Ιούλιο.








Πυρακτωμένος, στερημένος από νύχτα. 
Το παραλήρημά του σ' ένα φευγαλέο μουρμούρισμα διαφεύγει. 
Σε λίγο περνάει ο σταυρός ενός νοσοκομειακού αυτοκινήτου,
σε λίγο ακούγεται ένας πυροβολισμός. 


Ύστερα πάλι
σιωπή. 
Ξέρω
πως φτάνει κάτι ελάχιστο
για να πυρακτώσει ανθρώπους σαν και μένα. 
Ωστόσο είναι τρομαχτικό
ετούτες οι χιλιάδες τα φανάρια
νάναι πρόσωπα.
Μα πού λοιπόν έχω δει αυτό το τικ;


Επάνω απόνα σπίτι
μες στους κινδύνους της γερτής σκεπής
σε βλέπω να βαδίζεις ανάμεσα στις ακτίνες
συνάζοντάς τες σε ανθοδέσμες. 
Τείνομαι ακέριος προς εσένα
μα εσύ έχεις φύγει κιόλας σαν ομίχλη κάτω από τη μύτη μου. 


Και πάλι, να με, 
βουβός και πετρωμένος. 
Οι βραδινοί περπατητές σκορπίσανε. 
Νιώθω σχεδόν την ευωδιά του δέρματός σου, 
σχεδόν την αναπνοή σου, 
σχεδόν τη φωνή σου. 
Νομίζω πως το φάντασμα 
αιφνίδια ξαναζεί







Εκείνη διέφυγε, 
από δεσμούς αγέρινους ξεγλύστρησε. 
Πιότερο ακόμη
έχει διαλυθεί
σε μια πομπή. 
Η αναστημένη μου καρδιά, βαριά αναπήδησε. 
Και πάλι
Ζήτω
η τρέλλα μου!








από το ποίημα "ο Άνθρωπος"
στο Μαγιακόβσκη - Ποιήματα
μτφ. Γιάννη Ρίτσου
εκδ. Κέδρος, όγδοη έκδοση, 1976





Δείτε ακόμη:

Ο Μαγιακόβσκη σκηνοθετεί και παίζει το 1918 στο 
η Λαίδη και ο Αλήτης
το σενάριο του Μαγιακόβσκη, βασισμένο 
στο διήγημα "Η δασκάλα των εργατών" του Edmondo De Amicis

Μέρος 1ο:

τα άλλα τρία μέρη: 2ο, 3ο και 4ο

by 



Reconstructing Mayakovsky