Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

γεια σου μάγκα, Λουιζιάνα




γεια σου μάγκα Λουιζιάνα, πάει καθάρισες κι εσύ
γνώρισες την κουκλουξκλάνα  σαν παιδάκι στο πετσί
τον πατέρα σου όταν φάγαν, από μάνα ορφανό, 
οι φασίστες που γελάγαν, βρώμισαν τον ουρανό



     

     Τη Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου έπαθε εγκεφαλικό. Έμεινε σε κώμα, ώσπου πέθανε προχτές, σε ηλικία 80 χρόνων. Ο Αμερικανός μπλουζίστας Iverson Minter ζούσε από το 1981 στη Γερμανία. Στην Ελλάδα είχε παίξει με τον Στέλιο Βαμβακάρη (πιο πάνω ακούγεται η σύνθεσή του Η φαντασία στην Εξουσία) και με τους Ηλία Ζάϊκο (Blues Wire) και Πάνο Μπαντικούδη.


Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

στις γυναικείες φυλακές,
το καρναβάλι

Αποφυλάκιση 1966, από τον Κόκκινο Φάκελο

     
     Το 2002 η Protasis Music Production κυκλοφόρησε τον δίσκο Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ. Γυναικείες φωνές, 30 χρόνια μετά τα πέτρινα της φυλάκισής τους. Όσες γλίτωσαν το εκτελεστικό απόσπασμα κι όσες γλίτωσαν το θάνατο στην υπόλοιπη διαδρομή, ξανατραγούδησαν τα τραγούδια της φυλακής τους. Ο δίσκος λογοκρίθηκε, όμως, για να μην αναμοχλεύσει, σύμφωνα με την επιτροπή λογοκρισίας, το πολιτικό παρελθόν. Ανάμεσά στα τραγούδια του ήταν και το Καρναβάλι:


    
 Αγνοούσα τον δίσκο, 
μέχρι που τον έμαθα χτες στο twitter, 
από μια συνομιλία των  και 
Ολόκληρος ο δίσκος έχει ανέβει στο γιουτιούμπ από τον LAKIS1934:



  •  

Στις γυναικείες φυλακές, το καρναβάλι
πασχίζει ο φασιστολακές να τ' αναβάλει.
Μες στους θαλάμους ξεγλιστρά και τριγυρνάει,
τύραννε άμουσε· η χαρά σε κυνηγάει.

Στις φυλακές, το καρναβάλι το γλεντάνε.
Έλα και πες το, ένα τραγούδι. Δεν κεντάνε. 
Του χρόνου ο βράχος δεν κυλά να τις διαλύσει·
τόνους μονάχος, στα δειλά, θ' απασφαλίσει.

Μα έχει ένα πόνο και πονά, το καρναβάλι. 
Καθένα κλώνο κοινωνά - δεν αμφιβάλλει. 
Μες απ' τα σίδερα, θυμώνει η λευτεριά. 

Όσα πιστέψανε, φτερούγα τσακισμένη, 
τις καταστρέψανε. Σε ρούγα λασπωμένη
δημοκρατίας, απ' της δύσης τη μεριά. 


Κηλαηδόνης: το Εμβατήριο της Σιωπής (staek1968)



Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

το παζλ των ψεμάτων

(γράμμα στον ΚΙΜΠΙ)


Αγαπητέ ΚΙΜΠΙ.

Διάβασα με πολύ ενδιαφέρον το δεύτερο γράμμα σου στη Βέρα από το περιοδικό ΜΟΝΟ. Πριν από λίγα χρόνια η κόρη μου ήταν στην ίδια ηλικία κι έκανα παρόμοιες σκέψεις. Η Γαλλίδα ψυχαναλύτρια Φρ. Ντολτό, παρομοίαζε τους εφήβους με αστακούς την εποχή που αλλάζουν κέλυφος κι είναι, γι’ αυτό, εκτεθειμένοι σε κάθε κίνδυνο. Έγραφε, ακόμα, ότι συχνά φορούν μαύρα ρούχα γιατί πενθούν την οριστικά χαμένη παιδική ηλικία. Η δική σου κόρη περνάει αυτή την ηλικία σε μια περίοδο που όλα γύρω αλλάζουν, μια περίοδο γενικευμένης αβεβαιότητας. Η δική μου είχε ν’ αντιμετωπίσει μονάχα το καταστροφικό αίσθημα του ανούσιου, που νότιζε η χαυνωμένη καταναλωτική κοινωνία. Το κακό είναι ότι και τότε και τώρα, σε διάστημα λίγων χρόνων, αν κι όλα έχουν αλλάξει, συνεχίζει να μην αλλάζει η ανυπαρξία ιδεών και οραμάτων που θα μπορούσαν να συγκινήσουν και τους εφήβους, όπως κι ολόκληρη την κοινωνία. 

Σε κείνες και σ’ αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, οι γονείς, παρά τις διαφορές στα συμφραζόμενα, συντασσόμαστε αγεληδόν, αλλά εγκαλούμενοι σαν υποκείμενα, όπως επιτάσσει η ιδεολογική μας κάθειρξη. Όμως, αν θέλουμε τα συμφραζόμενα, έστω, να μην είναι μονάχα φούμαρα, θα πρέπει, αποστασιοποιούμενοι από τον ρόλο μας, να μην ξεχνάμε. Για παράδειγμα, να μην ξεχνάμε ότι η παιδεία είναι ένα φρούτο που δεν προσφερόταν πάντα στο λαό, ούτε διεκδικήθηκε μαζί με το ψωμί και την ελευθερία. Η παροχή βασικής μόρφωσης στους υποτελείς ήταν ένα πρωτοποριακό σχέδιο του νεωτερικού κράτους, που θα έπρεπε να φροντίσει για τον εφοδιασμό τους με γνώσεις απαραίτητες για τη δουλειά. Παράλληλα, η εκπαίδευση ήταν αναγκαία από τον 19ο αιώνα στα αναδυόμενα έθνη – κράτη για την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης και τη διάδοση, συχνά με τη βία, της μίας και μοναδικής εθνικής γλώσσας, ταυτόχρονα με την καταδίωξη των άλλων γλωσσών. Γι’ αυτό κι η Ιστορία του σχολείου (η γραμμένη από τους νικητές, που λέγαμε) αποσιωπά και ανασύρει, ξεχνά και εμμένει. Το ιδεολόγημα της ακατάλυτης συνέχειας του ελληνισμού εμπεδώνεται στο σχολείο. Το κύρος του έθνους ενισχύεται από το βάθος της ιστορίας του. Ο ελλαδικός χώρος φαίνεται να κατοικούνταν πάντα από Έλληνες. Στη Θεσσαλονίκη, που απελευθερώθηκε πριν από 100 χρόνια, το ελληνικό στοιχείο ήταν, τότε, γύρω στο 25%. Η επίσημη ιστορία της Ελλάδας ευθυγραμμίστηκε με την εκδοχή Παπαρρηγόπουλου, αποσιω- πώντας όσα πρέσβευαν πολλοί, όπως ο Κοραής κι ο Ι. Ρ. Νερουλός, περί Μεγάλου Αλεξάνδρου, καταχτητή των Ελλήνων που έζησαν από τότε και στη συνέχεια με τους Ρωμαίους και το Βυζάντιο σε κατοχή, κλπ. Ενώ, από τα μέσα του 17ου αιώνα οι υπουργοί εξωτερικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν Φαναριώτες. Και τα παραδείγματα, δεν τελειώνουν. 

Όμως, ακόμα και τα πιο ουδέτερα μαθήματα χρειάζονται για τη λειτουργία του σχολείου σαν Ιδεολογικού Μηχανισμού του Κράτους, όπως έχει αναλυθεί από τον Αλτουσέρ, που παρατηρούσε ότι, "παίρνει τα παιδιά όλων των κοινωνικών τάξεων από το νηπιαγωγείο, και ήδη από κει, με παλιές και νεώτερες μεθόδους, αποτυπώνει μέσα τους, επί πολλά χρόνια, ακριβώς εκείνα τα χρόνια όπου το παιδί είναι περισσότερο «τρωτό», παγιδευμένο όπως βρίσκεται ανάμεσα στην οικογένεια και στο σχολείο, διάφορα "σαβουάρ φαιρ" ντυμένα με την κυρίαρχη ιδεολογία (τα γαλλικά, η αριθμητική, η φυσική ιστορία, οι επιστήμες, η φιλολογία) ή την κυρίαρχη ιδεολογία αυτή καθαυτή (ηθική, αγωγή του πολίτη, φιλοσοφία).". Η αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας, λοιπόν, είτε με τη μορφή ενδύματος, είτε με τη μορφή εσώρουχου, αυτή είναι η αιτιολογική λειτουργία του σχολείου. Δε χρειάζεται να διαβάσει κανείς Αλτουσέρ ή δεν ξέρω ποιον άλλο, για να το νιώσει αυτό. Η Βέρα, όπως οι πιο πολλοί έφηβοι, δίκαια ρωτά για ποιο λόγο αν θα θέλει να γίνει κομμώτρια θα πρέπει να μάθει όσα μαθαίνει και γιατί, μελλοντικά θα πρέπει να μάθει (κι είσαι σίγουρος ότι θα μάθει) κβαντομηχανική. Πέρα από το ότι η κβαντομηχανική είναι μια επιστημονική μέθοδος που εξηγεί μερικά, δηλαδή λαθεμένα, το αντικείμενό της, το σίγουρο είναι ότι κανείς απ’ όσους διδάχτηκαν κβαντομηχανική, για παράδειγμα, δεν θυμάται γρι από δαύτη, αν δεν συνέχισε να τη χρησιμοποιεί με κάποιο τρόπο. Αυτή η πικρή διαπίστωση, που, ας μη γελιόμαστε, όλοι κάνουμε για τα μαθητικά (αλλά και για τα φοιτητικά) μας χρόνια, φτάνει για να επιβεβαιώσει ότι όλα αυτά δεν χρειάζονται παρά μόνο για το σαβουάρ φαιρ του Αλτουσέρ. Θα μπορούσε ακόμα η Βέρα να ρωτήσει γιατί στο σχολείο δεν διδάσκεται η χρήσιμη τέχνη της κομμωτικής, γιατί δεν μαθαίνουμε πώς να φυτεύουμε, πώς να μαγειρεύουμε, πώς λειτουργούν τα πιο απλά πράγματα της καθημερινότητας, πώς να συνθέσουμε μουσική και πάει λέγοντας. Ακόμα κι όταν γίνονται νύξεις για όλα αυτά, γίνονται για το σαβουάρ φαιρ

Στο σχολείο, λοιπόν, μαθαίνει κανείς να πειθαρχεί, να υποτάσσεται, να εκτελεί εντολές, να αξιολογείται, να ελέγχει και να αξιοποιεί το άγχος, να ανταγωνίζεται, να νικά, να χάνει, να παίζει με τους όρους του παιχνιδιού. Μαθαίνει να μιλά σωστά, να μιλά τη γλώσσα – πρότυπο, την εθνική γλώσσα. Η σχολική επιτυχία που επιθυμεί κάθε γονιός, κι εδώ ίσως θα έπρεπε να μιλάμε για ελληνικό φαινόμενο, είναι συνάρτηση της ταξικής καταγωγής. Οι ευκολίες που παρέχονται στα παιδιά της κυρίαρχης τάξης, ξεκινούν από τη γλώσσα – πρότυπο που μιλιέται στο σχολείο, τη γλώσσα της τάξης τους. Γλώσσα, λέξεις, έννοιες, που σαν ιοί μολύνουν τη σκέψη μας. Τα media διαδέχονται το σχολείο, που κάνει πάσα και στον Μανδραβέλη με το θέμα της έκθεσης στις Πανελλήνιες. Τώρα πια κάτι που συμβαίνει ή λέγεται "το εισπράττουμε", κάτι άσχημο που μας συμβαίνει πρέπει "να το διαχειριστούμε", οι αγορές διείσδυσαν παντού, στην καθημερινή ζωή και στις νευρωνικές συνάψεις μας.


Μάλλον ξέφυγα απ’ το θέμα. Κάπως αλλιώς είχα σκεφτεί αυτό το γράμμα στο γράμμα. Πάντως, είναι δύσκολο να είσαι γονιός και ν’ απαντάς σε ερωτήσεις όπως αυτές της Βέρας. Δεν θα έλεγα ποτέ στην κόρη μου να παρατήσει το σχολείο ή, σήμερα, τις σπουδές της. Ούτε έπαψα να της προτείνω, με τρόπο, να πασχίζει για καλύτερες επιδόσεις. Προσπαθώ, όμως, να είμαι ειλικρινής. Και της λέω πως έτσι θα διεκδικήσει καλύτερη δουλειά, καλύτερο μισθό. Αυτή η σκέψη, στην προέκτασή της, οδηγεί και στην ένταξη στη νέα μπουρζουαζία. Το ξέρω. Όμως έχω και την πεποίθηση ότι αυτό το τεράστιο παζλ της αλήθειας στο οποίο αναφέρεσαι είναι ένα τεράστιο παζλ ψεμάτων. Και αντιπροτείνω έναν άλλο Μπρεχτ, από τις ιστορίες του κ. Κόινερ:

Στον κ. Κ., το στοχαστή, πήγε ο μαθητής Τιφ και του είπε:
- Θέλω να μάθω την αλήθεια.
- Ποιαν αλήθεια; Η αλήθεια είναι γνωστή. Θέλεις να μάθεις την αλήθεια για το εμπόριο των ψαριών; Ή μήπως θέλεις να μάθεις την αλήθεια για το φορολογικό σύστημα; Αν μαθαίνοντας την αλήθεια για το εμπόριο των ψαριών πάψεις να πληρώνεις ακριβά τα ψάρια τους, τότε δεν θα σου πουν ποτέ την αλήθεια, είπε ο κ. Κ. 

Καθώς αναφέρθηκα στην εθνική λειτουργία του σχολείου, θυμήθηκα και τον Καβάφη, τον ταλαιπωρούμε κι αυτόν από δω κι από κει, που τον διάβασα στη στήλη Trendy Topic, στη σελίδα πίσω από το γράμμα σου, στο δεύτερο τεύχος του ΜΟΝΟ: "...τρισβάρβαρα τα ελληνικά των, οι άθλιοι.".

Και, καπάκι, μου ήρθε στο νου ένα καταπληκτικό τραγουδάκι του MC Anemistira, που μου έμαθε η κόρη μου:


Α, και βέβαια το γράμμα στη Βέρα ήταν μόνο η αφορμή για να γραφτούν αυτές οι σκέψεις. Δεν θα έλεγα ότι θα ήθελα να μην διαβάσεις το γράμμα, όπως θα ήθελες εσύ να μη σε διαβάζει η Βέρα που της γράφεις, πάντως αυτό ακριβώς που δεν θέλεις επιβεβαιώνει και το νόημα των δημοσίων γραμμάτων. 

Χάρηκα για τη γνωριμία, καλό κουράγιο στην καλή προσπάθεια του ΜΟΝΟ και να με συμπαθάς.


                                             Tamistas




Λουί Αλτουσέρ, ΘΕΣΕΙΣ
μτφ. Ξενοφών Γιαταγάνας 
Θεμέλιο 1999

Μπέρτολ Μπρεχτ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ κ. ΚΟΫΝΕΡ 
μτφ. Πέτρος Μάρκαρης 
Θεμέλιο (;)

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Πληρωμένα Λάθη




Κι ήρθε μια νύχτα 
που έμεινε στην ιστορία. 
Την είπαν νύχτα της φωτιάς, 
νύχτα που ξόφλησε τα χρέη κάθε δυνάστη, 
νύχτα που σκόρπισε σα χαρτοπόλεμο τα οράματα. 

Θα ’ταν που συγκεντρώθηκαν, πρώτη φορά, μυριάδες. 
Πρώτη φορά τόσα τσογλάνια, αμέτρητα, λυσσούσαν. 
Τόσες γυναίκες μανιασμένες, άφριζαν να γδάρουν. 
Και τόσοι άντρες, σαν τραγικά μνημεία παροξυσμού. 

Αν κάποιος το μπορούσε να βυθιστεί στα μάτια τους, 
θα ξεχώριζε το καθαρό το βλέμμα των εφήβων, 
τα σύννεφα στων αλλονών το βλέμμα. 

Το Κράτος θα ’χε αποκοιμηθεί. 
Όταν το τέρας ξύπνησε αλαφιασμένο 
κι άρχισε να ξερνά φωτιές 
από τ’ αβυσσαλέο στόμα, 
θα ’ταν αργά. 

Τρανά πνευμόνια ρούφαγαν τον κόκκινο αέρα. 
Τα δηλητήρια που σκορπούσαν γλώσσες πύρινες 
έθρεφαν λίγο θάνατο κι απόφαση περίσσια. 
Τη νύχτα εκείνη βούιζε η οργή. 
Και σπάσαν οι κλοιοί. 

Αιώνες διψασμένο σμάρι·
μπούκαραν στο παλιό τ’ ανάκτορο 
από παραδομένες πόρτες και παράθυρα. 
Κάποιοι κοιτούσαν σύξυλοι. 
Οι περισσότεροι δεν έχαναν καιρό.
Σκίζανε φύλλο και φτερό 
τους τόμους τους χρυσόδετους. 
Μουτζούρωναν τους χάρτες 
με φρέσκιες τις ουλές της ιστορίας. 
Τσάκιζαν μ’ επικά τσεκούρια τα έδρανα. 
Άλειβαν με σκατά πορτρέτα 
των δημοκρατών προέδρων. 

Πέρασαν ώρες δίχως μουσική. 
Στην αίθουσα συναυλιών έσπαγαν, 
σα να  τανε δεσμά τους, κάθε χορδή 
απ’ τα πιάνα και τα τσέλα. 

Όταν απόκαμαν πέσαν να κοιμηθούν. 

Οι πρώτοι που ξυπνήσαν άρχισαν να θρονιάζονται 
στις θέσεις των προέδρων και των υπουργών. 
Οι διαλεχτές οι θέσεις μοίραζαν τους ρόλους. 
Ενός αμούστακου η φωνή πάτησε τότε 
απάνω σε μουρμούρες και ροχαλητά: 
Αντί να προεδρεύεις, κάνε το μαέστρο. 
Ας είναι η εξουσία εξαίσια μουσική! 
Μα, ούτε δοξάρι ούτε μπαγκέτα βρήκαν αβλαβή. 
Όλα κομμάτια: έγχορδα, πνευστά και κάμποσα κρουστά. 
Κλεισμένες οι φωνές από της νύχτας τις στριγκλιές. 
Κι οι τένοντες καμμένοι· πού να τον νιώσουν το ρυθμό. 

Πέρασαν ώρες απραξίας. 
Κάποιοι πήραν απόφαση να επιστρέψουν. 
Ακούστηκε, μα είπαν πως ήταν προβοκάτσια, 
πως θα γυρνούσαν στις δουλειές τους. 
Οι πιο πολλοί μιλούσανε για λάθος. 





Έξω η ατμόσφαιρα καθάριζε. Κι ο ουρανός 
έπλαθε τη δική του μουσική με συμπαντούμ μελωδικά. 
Όλος ο κόσμος γιόρταζε μιαν ήττα ακόμα των ανθρώπων, 
προανάκρουσμα εξαφάνισης του είδους του ταπεινού. 

~~)(~~




Πουλίκας εξ 24november08 




you might also laugh:
πάντα νωρίς


ακόμα, δε, νωρίτερα:
ο νοέμβρης του παρισιού


ας είναι...

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Holloway:
Η Κρίση του Φόβου
και της Ελπίδας




     Η μικρή τεθλασμένη για τον ζαπατισμό που ακολουθήσαμε τελευταία με την προτροπή της κ. Κικίδη - Μουλά, φτάνει στην άκρη της με τον John Holloway, καθηγητή Κοινωνιολογίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Πουέμπλα στο Μεξικό, που έχει χαρακτηριστεί θεωρητικός του κινήματος των Ζαπατίστας. Πριν από έξι χρόνια, εκδόθηκε στην Ελλάδα το βιβλίο του "Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία". Αν και δεν θα το επέτρεπαν οι καλοί βιβλιοφιλικοί τρόποι, ιδού η απάντηση στο πώς αυτής της ευχής, όπως δίνεται προς το τέλος του βιβλίου:


     Πώς να αλλάξουμε λοιπόν τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία; Βρισκόμαστε στο τέλος του βιβλίου και, όπως και στην αρχή του, δεν γνωρίζουμε. Οι λενινιστές γνωρίζουν ή γνώριζαν. Εμείς όχι. Η ανάγκη για επανάσταση είναι πιο επείγουσα από κάθε άλλη φορά, ωστόσο δεν γνωρίζουμε πια τι σημαίνει επανάσταση. Όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με αυτό το ερώτημα, τείνουμε να βήχουμε, να μουρμουρίζουμε κάτι και να προσπαθούμε να αλλάξουμε θέμα συζήτησης. Εν μέρει, η μη γνώση μας είναι η μη γνώση των ιστορικά ηττημένων: η γνώση των επαναστατών του τελευταίου αιώνα ηττήθηκε. Ωστόσο δεν είναι μόνο αυτό: η μη γνώση μας είναι επίσης η μη γνώση αυτών που κατανοούν πως η μη γνώση είναι μέρος της επαναστατικής διαδικασίας. Έχουμε χάσει κάθε βεβαιότητα, όμως ο ανοιχτός χαρακτήρας της αβεβαιότητας έχει κεντρική σημασία στην επανάσταση. "Ρωτώντας περπατάμε", λένε οι Ζαπατίστας. Ρωτάμε, όχι μόνο επειδή δεν γνωρίζουμε το δρόμο (δεν τον γνωρίζουμε), αλλά και επειδή το να ζητάμε κατευθύνσεις είναι μέρος της ίδιας της επαναστατικής διαδικασίας. 
     Ο Holloway, στο κεφάλαιο με τίτλο Η υλική πραγματικότητα και η κρίση του κεφαλαίου, επιχειρεί να διατυπώσει μια θεωρία για την κρίση, στις συνθήκες της οποίας...
     
     Προκειμένου να επιβιώσει, το κεφάλαιο καθίσταται όλο και πιο απαιτητικό: "Γονατίστε! Γονατίστε! Πέστε στα γόνατα! Πουλήστε την τελευταία σταγόνα αξιοπρέπειας που διαθέτετε!" είναι το σύνθημα του σύγχρονου κεφαλαίου. Η τάση προς την όλο και πιο έντονη υποταγή κάθε πλευράς της ζωής μας στο κεφάλαιο αποτελεί την ουσία του νεοφιλελευθερισμού. Ο νεοφιλε- λευθερισμός είναι η προσπάθεια υπέρβασης της κρίσης μέσω της εντατικοποίησης και της αναδιοργάνωσης της υποταγής. Ο χωρισμός υποκειμένου και αντικειμένου (η κατάλυση της ανθρωπιάς του υποκειμένου) διευρύνεται με την επέκταση της κυριαρχίας μέσω του χρήματος. Όπως τον 18ο αιώνα εδραίωσε την κυριαρχία του μέσα από τις περιφράξεις της γης (δηλαδή μέσα από το διαχωρισμό των ανθρώπων από τη γη), το κεφάλαιο προσπαθεί σήμερα να ξεπεράσει την κρίση του μέσα από την περίφραξη όλο και περισσότερων τομέων της κοινωνικής δραστηριότητας, επιβάλλοντας την κυριαρχία του χρήματος εκεί όπου η υποταγή ήταν μόνο έμμεση. Η εμπορευματοποίηση της γης, η αυξανόμενη εμπορευματοποίηση της περίθαλψης και της εκπαίδευσης, η διεύρυνση της έννοιας της ιδιοκτησίας ώστε να περιλαμβάνει το software και τα γονίδια, οι περικοπές στην κοινωνική πρόνοια στις χώρες όπου υπάρχει, η αύξηση της πίεσης στη δουλειά: όλα αυτά είναι μέτρα που στοχεύουν στην επέκταση και στην εντατικοποίηση της υποταγής, που σηματοδοτούν νέες περιοχές και λένε "αυτές οι περιοχές υπόκεινται πλέον στην άμεση κυριαρχία του κεφαλαίου, του χρήματος". Όπως οι περιφράξεις του 18ου αιώνα σήμαιναν πως συμπεριφορές που μέχρι τότε ήταν προσωπική υπόθεση μετατρέπονταν πλέον σε συμπεριφορές ενάντια στο κεφάλαιο που τιμωρούνταν με το νόμο και τη φτώχεια, έτσι και οι σημερινές περιφράξεις σημαίνουν πως συμπεριφορές που προηγουμένως θεωρούνταν φυσιολογικές αρχίζουν να αποτελούν απειλή για το κεφάλαιο. Έτσι, για παράδειγμα, η επιθυμία των ιθαγενών κατοίκων του Τσιάπας να διατηρήσουν τους παραδοσιακούς τρόπους ζωής έρχεται σε σύγκρουση με την επέκταση της ιδιοκτησίας για να περιλάβει τη γενετική ανάπτυξη. Στα πανεπιστήμια καθίσταται όλο και πιο δύσκολο για τους φοιτητές ή για τους καθηγητές να εργαστούν σε θέματα όπως το έργο του Πλάτωνα ή του Αριστοτέλη, γιατί αυτό το είδος εργασίας δεν θεωρείται συμβατό με την τάση του κεφαλαίου να υποτάξει όλο και περισσότερο τη διανοητική εργασία στις ανάγκες του. Η απλή απόλαυση του παιχνιδιού με τα παιδιά ή του εορτασμού των γενεθλίων είναι όλο και πιο δύσκολη μπροστά στην εντατικοποίηση της πίεσης στη δουλειά. Το κεφάλαιο έχει τόσο πολλούς τρόπους να μας πει να υποτάξουμε όλο και περισσότερο τη ζωή μας στις επιταγές του (στη λειτουργία του νόμου της αξίας), η έλλειψη υποταγής μας καθίσταται όλο και περισσότερο αιτία σύγκρουσης, κάτι που πρέπει να τιμωρηθεί με τη φτώχεια ή ακόμη χειρότερα. "Γονατίστε, γονατίστε, γονατίστε!" φωνάζει το κεφάλαιο. Μάταια: δεν επαρκεί. 
     Στη δεκαετία του 1930, ο Paul Mattick μίλησε για τη "μόνιμη κρίση" του καπιταλισμού. Θα μπορούσε κανείς να πει πως βρισκόμαστε σε μια παρόμοια κατάσταση, σε μια παρατεταμένη κρίση που δεν έχει ακόμη επιλυθεί. Η φράση του Mattick ήταν υπερβολικά αισιόδοξη: η κρίση του 1930 δεν ήταν μόνιμη, όντως ξεπεράστηκε, μέσα από τη σφαγή περίπου τριάντα εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτό είναι τρομακτικό. 
     Ωστόσο τίποτε δεν είναι προκαθορισμένο όσον αφορά την κρίση. Εμείς είμαστε η κρίση, εμείς οι οποίοι κραυγάζουμε, στους δρόμους, στην ύπαιθρο, στα εργοστάσια, στα γραφεία, στα σπίτια μας. Εμείς είμαστε οι ανυπότακτοι και οι μη υποταγμένοι που λέμε "Όχι!", εμείς που λέμε "Ως εδώ!", ως εδώ με τα ηλίθια παιχνίδια εξουσίας σας, ως εδώ με την ηλίθια εκμετάλλευσή σας, ως εδώ με το ανόητο παιχνίδι στρατιωτών και αφεντικών. Εμείς που δεν εκμεταλλευόμαστε και δεν θέλουμε να εκμεταλλευτούμε, εμείς που δεν έχουμε εξουσία και δεν θέλουμε να την αποκτήσουμε, εμείς που ακόμη θέλουμε να ζήσουμε μια ζωή που να τη θεωρούμε ανθρώπινη, εμείς που δεν έχουμε πρόσωπο και φωνή. Εμείς είμαστε η κρίση του καπιταλισμού. Η θεωρία της κρίσης δεν είναι μόνο μία θεωρία φόβου, είναι επίσης η θεωρία της ελπίδας. 





Το βιβλίο του Holloway, που κυκλοφόρησε το 2006 
από τις εκδόσεις Σαβάλλας σε μετάφραση Άννας Χόλογουεη,
έχει υπότιτλο Το νόημα της επανάστασης σήμερα.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε, από τις ίδιες εκδόσεις,



Παρότι φαλτσάρει σε ντουέτο με τις αντιανθρωπιστικές μας ανησυχίες (δεν συνάδει, που λένε), ο προβληματισμός του Holloway είναι χρήσιμος, ενδια- φέρων, συγκινητικός. Για όσους θα ήθελαν να είναι η κρίση.




Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Να γίνουμε Πουλιά,
να Χέσουμε τ' Αγάλματα

     
     
     
     Η Ελένη Hasta Siempre Κ., μας έφερε τις προάλλες μέχρι την Τσιάπας. Με τα λόγια της ταγματάρχη Άννας Μαρίας και με την ψυχή της διοικήτριας Ραμόνας, ακούσια τραγουδισμένη από τη Mercedes Sosa.

     Όταν ο υποδιοικητής Μάρκος γνώρισε τη διοικήτρια Ραμόνα γύρω στα 1990, εκείνη τον οδήγησε σε κάποια χωριά από δρόμους που γνώριζε καλά, για να συζητήσουν και να εξηγήσουν τον ζαπατιστικό αγώνα.  Η Ραμόνα προχωρούσε ξυπόλητη, ο Μάρκος με μπότες. Η Ραμόνα άφηνε ίχνη κι όταν ο υποδιοικητής δεν την προλάβαινε, έβλεπε το δρόμο που έπρεπε ν' ακολουθήσει. Όμως, τα δικά του βήματα δεν άφηναν κανένα ίχνος πάνω στο σκληρό έδαφος. 
     
     Όταν ο Μάρκος διηγήθηκε στον γερο  - Αντόνιο, που γνώριζε τη Ραμόνα, την ιστορία με τα ίχνη της, εκείνος διηγήθηκε στον υποδιοικητή μια παλιά ινδιάνικη ιστορία:


      Οι μεγάλοι σοφοί των ινδιάνικων λαών έλεγαν ότι, τις πρώτες μέρες, είχαν επιλέξει να φτιάξουν άντρες και γυναίκες με μεγάλο ανάστημα. Και τους είχαν φτιάξει μεγαλόσωμους, γιατί και το καθήκον τους ήταν μεγάλο. Εσείς θα τους λέγατε γίγαντες, εκείνοι όμως χρησιμοποιούσαν τη λέξη «μεγάλοι». Αυτοί οι άντρες και αυτές οι γυναίκες είχαν αναλάβει, λόγω του αναστήματός τους, να προχωρούν δείχνοντας το δρόμο έτσι ώστε, όταν απομακρύνονταν πολύ, οι άνθρωποι που  ακολουθούσαν να μπορούν να τους βλέπουν από μακριά, ακόμη και ψηλότερα από τα δέντρα. Στην αρχή τα πράγματα πήγαιναν καλά, ήρθε όμως η στιγμή που αυτό ξύπνησε τη ζήλια και την οργή των μικρών, των μικρόσωμων, και δημιουργήθηκε μεγάλο πρόβλημα.

     Συγκεντρώθηκαν τότε οι πρώτοι θεοί, αυτοί που γέννησαν τον κόσμο, και είπαν: «Λοιπόν, εδώ έχουμε δημιουργήσει ένα πρόβλημα» – εκείνοι δεν ήταν όπως οι σημερινές κυβερνήσεις, όταν τα θαλάσσωναν το αναγνώριζαν. «Τι κάνουμε;» Και είπαν: «Θα πρέπει με κάποιον τρόπο να κρύψουμε το μεγάλο ανάστημα αυτών των αντρών και των γυναικών». Και αποφάσισαν να τους κάνουν μικρούς. Δηλαδή, παρέμειναν γίγαντες, μόνο που είχαν μικρό ανάστημα. Όμως, καθώς λογομαχούσαν και χόρευαν με τη μαρίμπα και διασκέδαζαν –γιατί ήταν θεοί πολύ χαρούμενοι και πολύ χορευταράδες–, ξέχασαν μια λεπτομέρεια: τους είχαν αλλάξει το ανάστημα αλλά όχι το βάρος. Με αποτέλεσμα, αυτοί οι άντρες και αυτές οι γυναίκες, που πριν ήταν γίγαντες, να έχουν γίνει μικροί αλλά να ζυγίζουν σαν γίγαντες και να αφήνουν ίχνη.
     Ο γερο-Αντόνιο έλεγε ότι για να αντιληφθεί κάποιος τον τρόπο των ιθαγενών Μάγιας πρέπει να μάθει να κοιτάζει προς τα κάτω. 




     Ο υποδιοικητής Μάρκος είπε αυτή την ιστορία σε μια ομιλία του στην Πλάγια δελ Κάρμεν της πολιτείας Κιντάνα Ρο, σε συνέλευση με περιβαλλοντιστές και συμπαθούντες, τον Γενάρη του 2006. Η ιστορία περιέχεται στο βιβλίο "ιστορίες για τους ανθρώπους του καλαμποκιού", ιστορίες που διηγείται ο υποδιοικητής, ένα βιβλίο που εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη το 2009 από τις εκδόσεις των ξένων, σε μετάφραση Αντωνίας Μ., Εύης Π. και Νάντιας Τ.



Leon Gieco - el Sr Durito y yo (JawarOOO)
Don Durito

     Η ιστορία για τ' αγάλματα και τα πουλιά, είναι ακόμη μια από τις ιστορίες για τους ανθρώπους του καλαμποκιού, με πρωταγωνιστή ένα σκαθάρι, τον περιπλανώμενο ιππότη της ζούγκλας Λακαντόνα, Δον Ντουρίτο:

     Ο Ντουρίτο λέει πως η Εξουσία δεν δημιουργεί αγάλματα για να γράψει ή να αναπαράγει την ιστορία της, αλλά για να τάξει στον εαυτό της την αιωνιότητα και την παντοδυναμία. «Για να διηγηθούμε την ιστορία της Εξουσίας», λέει ο Ντουρίτο, «αρκεί να περιγράψουμε τα αγάλματα που υπάρχουν ανά τον κόσμο, στη γεωγραφία του χρόνου και του χώρου». 

     «Διότι», λέει ο Ντουρίτο, «εκεί που λείπει η λογική, αφθονούν τα αγάλματα. Όταν η Εξουσία δεν υφίσταται ακόμα ως Εξουσία αλλά αγωνίζεται να γίνει, τα δόγματά της γίνονται διακηρύξεις αρχών, προγράμματα, σχέδια δράσης, με λίγα λόγια, είναι εικονικά αγάλματα. Όταν η Εξουσία μετατρέπεται σε καρέκλα της Εξουσίας, τα δόγματά της γίνονται νόμοι, συντάγματα, διατάξεις, με λίγα λόγια, είναι αγάλματα χάρτινα που γίνονται πέτρινα στη συνέχεια. Την Εξουσία δεν την ενδιαφέρει η συναίνεση, η συμφωνία, ο λόγος που γεννιέται στον καθένα. Την ενδιαφέρει η κυριαρχία. Η συμφωνία νομιμοποιεί, η Εξουσία επικυρώνει. Στην Εξουσία, η έλλειψη της νομιμοποίησης λύνεται με δόγματα, δηλαδή με αγάλματα».

     Λέει ο Ντουρίτο πως ένα άγαλμα είναι μια ΑΛΗΘΕΙΑ (έτσι, με κεφαλαία) που κρύβει κάτω από την πέτρα την ανικανότητά της να αποδείξει οτιδήποτε και την αυθαιρεσία της ύπαρξής της. Διότι, σύμφωνα με τον Ντουρίτο, όπως η “αλήθεια” είναι η αυτοεπιβεβαίωσή μας και η περιθωριοποίηση του άλλου, του ακατανόητου, ένα άγαλμα είναι η αυτοεπιβεβαίωση του κυρίαρχου και η περιθωριοποίηση του κυριαρχούμενου.

     «Αλλά, όπως προκύπτει, η ιστορία προχωράει, μετ’ εμποδίων μεν, αλλά προχωράει», λέει ο Ντουρίτο, «και, στο  αύριο που είμαστε εμείς, ούτε που θα θυμόμαστε τον σημερινό νικητή του αγάλματος, όσο κι αν οι επιγραφές μάς λένε, μάταια, ότι “αυτό είναι το άγαλμα του Μαρκησίου της Αιώνιας Αλήθειας, και τα λοιπά”. Ο “έξυπνος” κόσμος της Εξουσίας προσποιείται πως είναι περίπλοκος, αλλά είναι αρκετά απλός, αποτελείται από δόγματα και αγάλματα. Και η γενεαλογία της Εξουσίας βασίζεται μόνο στη διανοητική διαμάχη για το ποιο υπήρξε πρώτα, το δόγμα ή το άγαλμα.

     » Υπάρχουν αυτοί που κάνουν άγαλμα (ή δόγμα, το ίδιο είναι) τα λόγια μας. Άλλοι κάνουν πέτρα τη σκέψη μας, για να την ανατρέψουν αργότερα μπροστά σε πολλά κάτοπτρα, σε στρογγυλά τραπέζια, σε στήλες εφημερίδων, σε συζητήσεις καφενείου. Άλλοι μετατρέπουν σε δόγμα τις ιδέες μας, τις εγκωμιάζουν και αργότερα τις αλλάζουν με κάποιο άλλο δόγμα, που είναι περισσότερο στη μόδα, πιο κατάλληλο, πιο ad hoc».

     Λέει ο Ντουρίτο πως και οι μεν και οι δε αγνοούν ότι ο ζαπατισμός δεν είναι ούτε δόγμα ούτε άγαλμα, ο ζαπατισμός, όπως και η εξέγερση, είναι μόλις ένα από τα χιλιάδες πουλιά που πετούν. 

     «Ο ζαπατισμός, όπως κάθε πουλί, γεννιέται, μεγαλώνει, τραγουδάει, αναπαράγεται με το άλλο και μέσα στο άλλο, πεθαίνει και, όπως πρέπει να κάνουν τα πουλιά, χέζει τα αγάλματα», λέει ο Ντουρίτο καθώς πετάει και προσπαθεί να υιοθετήσει, μάταια, «ένα ύφος μεταξύ τρυφερού και σκληρού, σαν ένα σπουργίτι».


υποδιοικητής Μάρκος,
από τα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού
Μάης 2003






Σαν τα σπουργίτια που πετούν
δίχως καθόλου βιάση
και δίχως διόλου να επαιτούν,
να 'χαμε παλαβιάσει·

σαν ζαπατιστικός μπελάς,
με κουτσουλιές - οβίδες,
σ' αγάλματα Κυρίων νταμπλάς,
σε δόγματα πυξίδες.

Να 'χαμε μόνο, δηλαδή,
τη φαντασία σπείρει, 
να 'χε η κομμούνα σαν κλαδί
απ' τον καημό μας γείρει,

απ' τον καημό που κάρπισε
κι αξιόπρεπα χιμάει
και την ψυχή τη ράπισε
να 'ν' έτοιμη για Μάη.


Himno Zapatista -Al Mukawama

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

κ. Κικίδη - Μουλά, Hasta Siempre


Σ. Ιατρίδου - Θ. Σακελλαρίδης 
Γ. Τσοκόπουλος - Μ. Άννινος



     Η κ. Κικίδη - Μουλά δεν έχει άλλες αντοχές. Μια σταγόνα, εκείνο το πρωινό, ξεχείλισε το ποτήρι. Ασφυκτιά. Η ζωή της με τον Μήτσο είναι αφόρητη. Μόνη παρηγοριά, η παρέα της. Στο τελευταίο δείπνο που διοργάνωσε, ανακοίνωσε τη μεγάλη της απόφαση. 




Η καλή μας η Ελένη η Κικίδη, 
που αγάπησε τον ευπαρτίδη, 
κινδυνεύει κατάθλα να πάθει 
να πληρώσει τα ίδια της λάθη. 


Τα παιδιά έχουν πια μεγαλώσει 
και ο Μήτσος την έχει αλώσει. 
Η καημένη η Ελένη η Κικίδη, 
που συχνά νιώθει σκέτο σκουπίδι... 


Ένα δείπνο ξανά θα οργανώσει, 
την παρέα να ενημερώσει 
για το χάος το εντός και το εκτός· 
για το ζειν ουδαμώς ανεκτώς. 


Θα καλέσει, λοιπόν, την παρέα, 
που κολλά στη φιλία βαρέα· 
στης φιλίας αυτή την υπόθα, 
δίχως κίνητρα να ’χουνε νόθα. 


Ένα θέμα έχει μόνο η Ελένη 
και μονάχα σ’ ετούτο χωλαίνει: 
το μενού δεν μπορεί όπως πρώτα 
να ’ναι πλούσιο σε στιλ «χειροκρότα». 


Δε βαριέσαι, η παρέα μετράει· 
και φαΐ αρκετό, να φτουράει, 
τότε σκέφτηκ’ η Ελένη Κικίδη: 
Και ας είναι και βήτα τα είδη. 


Για να μην πολυλέμε τα ίδια, 
στην κατάψυξη είχε και μύδια, 
τα εδέσματα άρεσαν σ’ όλους 
δαιτυμόνες και ονειροπόλους. 


Κι αφού διάβασαν ποίηση πάλι, 
το κρασί λίγη έφερε ζάλη, 
κάποιος άρχισε να κουτουλά 
και του είπε η Ελένη Μουλά: 


Βρε, Μουλά κάλλιο να μη με λέγαν 
και καλύτερα εδώ να με κλαίγαν. 
Δεν αντέχω το Μήτσο, την κόβα. 
Δεν μου παν τα σανδάλια ούτ’ η γόβα. 


Ο Μητσάρας, που απόψε είν’ έξω, 
και καλύτερα, να μην τα παίξω, 
μας τελείωσε, δεν τον αντέχω. 
Το λαλώ κι αμαρτίαν ουκ έχω. 


Σύντροφοί μου, αυτό το αγόρι, 
και στ’ αγόρια να πω πρέπει σόρι, 
μας το παίζει ένας γόης μινόρε 
και ζορίζεται για το ονόρε. 


Όμως πια δεν τραβάει άλλο η πλάκα 
και ο έρως δεν είναι για τράκα. 
Εγώ θέλω ζωή θυελλώδη 
κι όχι έτσι, ντεμί, νεφελώδη. 


Μια ο Μήτσος, η τρόικα δύο, 
Με πρησμένο έχω μείνει αιδοίο. 
Μια κυρία Κικίδη – Μουλά, 
που λαχεία στους δρόμους πουλά. 


Δεν αντέχω άλλο ετούτη τη ζήση· 
ούτε σκέφτομαι πια και τον Ζήση, 
που με φλέρταρε πριν λίγους μήνες 
και μου πρόσφερε σεξ σ’ αμμοθίνες. 


Δεν γουστάρω, δηλώνω, κανένα. 
Δεν μου φτάνουν καράβια και τρένα. 
Μακριά θέλω τώρα να φύγω, 
αφού εδώ, νιώθω πλέον να λήγω. 


Η ψυχή μου ριγά για την Τσιάπας, 
ας το μάθει λοιπόν απαξάπας. 
Στον αγώνα με τους Ζαπατίστας, 
να ζηλέψει ο εμπνευστής μου, ο Ταμίστας.






     Κάποιοι άνθρωποι, σε κάποια στιγμή της ζωής τους παίρνουν τη μεγάλη απόφαση. Μιαν απόφαση ανατροπής της ίδιας της ζωής τους, όπως οι ίδιοι την είχαν, ως τότε, οργανώσει. Ακόμα κι αν τους κυνηγά ένα αίσθημα απογοήτευσης, ακόμα κι αν αισθάνονται ότι πιάστηκαν κορόιδα, παραδέχονται ότι η ευθύνη είναι δική τους· και μόνο δική τους. Αυτή η πεποίθηση είναι αναγκαία συνθήκη για ν' αποφασίσουν την ανατροπή. 
     Όμως, καμιά φορά, όσο κι αν τους έχει βασανίσει η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας, αυτό μόνο δεν φτάνει. Λες και χρειάζεται να συμβεί κάτι  τυχαίο, που θα καταλύσει την αποφασιστική αντίδραση. Οι επιστήμονες της ψυχής θα έλεγαν ότι εκ των υστέρων αποδίδεται σ' αυτούς τους καταλύτες η καταλυτική ιδιότητα. Ποιος ξέρει...
     Η κ. Κικίδη - Μουλά, ξεφορτώθηκε το συζυγικό επώνυμο, όχι στα χαρτιά, ακόμα, τη μέρα που διάβασε σ' ένα παλιό τεύχος του περιοδικού Ουτοπία, από αυτά που έχει σε στίβες ο Μήτσος, ένα άρθρο του Holloway. Μάλλον, όταν διάβασε τα λόγια της ταγματάρχη των Ζαπατίστας Άννας Μαρίας, στο τέλος του άρθρου:

     Πίσω από εμάς είμαστε εσείς. Πίσω από τις κουκούλες μας είναι το πρόσωπο όλων των αποκλεισμένων γυναικών. Όλων των ξεχασμένων ιθαγενών. Όλων των καταδιωγμένων ομοφυλό- φιλων. Όλων των περιθωριοποιημένων νέων. Όλων των κατατρεγμένων μεταναστών. Όλων των φυλακισμένων για το λόγο τους και τη σκέψη τους. Όλων των ταπεινωμένων εργατών. Όλων των νεκρών από λησμονιά. Όλων των απλών και συνηθισμένων αντρών και γυναικών που δεν μετράνε, που δεν φαίνονται, που δεν έχουν όνομα, που δεν έχουν αύριο.




     Και, πόσο καταλυτική σύμπτωση... Την ίδια μέρα άκουσε στο ράδιο εκείνο το τραγούδι του Victor Heredia από τη Mercedes Sosa, που το ήξερε, αλλά πρώτη φορά το άκουγε σαν αφιέρωση των ζαπατιστριών, των mujeres zapatistas, στην Comandante Ramona. Κι ήταν η πρώτη φορά που το τραγούδι Razon de Vivir, που σημαίνει αιτία για να ζεις, τη συγκλόνισε.