Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

κάτοχοι του χτες




Βρέθηκα,τελευταία, εκτός τόπου και χρόνου. Πολυτεχνείο, Γρηγορόπουλος, Μίσσιος, ό,τι δεν θυμάμαι, Χριστούγεννα.... Αλλού. Σιωπή. Τσιμουδιά. Περαστικά. Όμως ήμουν εδώ. Εδώ. Πολυτεχνείο. Εδώ ΒίλλΑμαλίας. Που δεν πάτησα ποτέ το πόδι μου. Εκεί Μαρφίν. Που δεν πέρασα απέξω. Όλο το σκηνικό παγιδευμένο στης καθεμιάς, στου καθενός, την τσίπα. 

Εδώ 2012. Τέλος. Οι ιστορίες μας, αποσυρμένα έλκηθρα του Αη Βασίλη. Σαν το υπικό της αισθητικής φαμελιάς μας. Που συναρτά ρεμπέτικα, χιπ χοπ, μπλουζ, ανταλού και καντάδες. Χειμερινούς κολυμβητές και Διονυσίου. Μπαχ και μπαλαλάικες. Και τόσα κονκάρδια ταυτότητας. Αντισταθείτε σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό στιχάκι και λέει: για, να με δω... Αντισταθείτε στης αντίστασης τη δηθενιά. Ν' αντισταθώ κι εγώ στην εδική μου κάθε λέξη, κάθε στιγμή και κάθ' επιμονή. 



Δεν είναι που αλλάζει ο χρόνος οσονούπω 
Είναι που κάτι τέλειωσε σύμφωνα με το γδούπο
Όταν πρόκειται ν' αλλάξει ο χρόνος, πολλοί μπαίνουν σε απολογιστικούς κύκλους. Στην πραγματικότητα σκοπεύουν να μπουν σε κύκλους προϋπο-λογιστικούς. Οι προϋπολογισμοί επιβάλλουν τελευταίως ελαττώσεις του μήκους των ακτίνων των κύκλων μας. Για να διατηρηθεί η επαφή με άλλους κύκλους, θα πρέπει, αν είναι εσωτερικοί, να μειωθεί κι αυτών το μήκος ακτίνας, αν είναι εξωτερικοί, ν' αυξηθεί. Δεν γίνεται να διατηρηθούν σταθεροί οι κύκλοι - ακτίνες και περιφέρειες. Μόνο τα κέντρα παραμένουν αμετακίνητα. Κύκλος ή γραμμή, ιδέα ή ζώο, ανεξάρτητη ή εξαρτημένη μεταβλητή, όσο κι αν προσπαθούμε να τον υπολογίσουμε, ο χρόνος δεν μας υπολογίζει διόλου. Άσχετο. Ο Καλβίνο, στην Αντέλμα από τις Αόρατες Πόλεις (στην παλιά έκδοση): 

Φτάνεις σε κάποια στιγμή της ζωής σου όπου, ανάμεσα στον κόσμο που έχεις γνωρίσει, οι νεκροί είναι περισσότεροι από τους ζωντανούς. Και το μυαλό αρνιέται να δεχτεί άλλες φυσιογνωμίες, άλλες εκφράσεις: σ' όλα τα καινούργια πρόσωπα που συναντάς, αποτυπώνει τις παλιές μορφές, βρίσκει για το καθένα τη μάσκα που του ταιριάζει περισσότερο. 





Είμαι αισιόδοξος για το μέλλον. Εννοώ για ό,τι θα φέρει ο τάχα βελο(νο)ειδής χρόνος. Εννοώ ότι είμαι αισιόδοξος γιατί καρπώθηκα όσα χάθηκαν στο παρελθόν. Έχω μια καλή περιουσία απωλειών και κάτι χαμένους παράδεισους, από τότε που η παράδεισος αντηχούσε στα όνειρά μου. Εξηγεί ο Μπόρχες:

Ξέρω πως έχασα τόσα πράγματα που δε θα μπορούσα να τα καταγράψω και αυτές οι απώλειες, τώρα, είναι ό,τι μου ανήκει. Ξέρω ότι έχασα το κίτρινο και το μαύρο και σκέφτομαι αυτά τα άπιαστα χρώματα όπως δεν τα σκέφτονται αυτοί που βλέπουν. Ο πατέρας μου πέθανε και πάντα στέκει στο πλευρό μου. Όποτε θέλω να μελετήσω στίχους του Σουίμπερν, το κάνω, μου λένε, με τη φωνή του. Μόνο ό,τι έχει πεθάνει είναι δικό μας, μόνο αυτό που χάνουμε μας ανήκει. Το Ίλιον υπήρξε, όμως το Ίλιον παραμένει στο εξάμετρο που το θρηνεί. Το Ισραήλ υπήρξε όταν ήταν μια παμπάλαιη νοσταλγία. Το κάθε ποίημα, με τον καιρό, είναι μια ελεγεία. Δικές μας είναι οι γυναίκες που μας άφησαν, και που δεν είναι δεμένες με της βραδιάς την άγωνία και τους συναγερμούς και την τρομοκρατία της ελπίδας. Δεν υπάρχουν παράδεισοι άλλοι από τους χαμένους παραδείσους. 



Κάτοχοι του χτες:
το ανωτέρω ποίημα του Μπόρχες
από την τελευταία συλλογή του
Συνωμότες (1985)



CCCYP


καλή χρονιά


Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

ξεράδια


ξέρω πολλά 
για τις συμβάσεις και
για τα συμβατά συντρίμματα 
για τα παράτονα συνθήματα 
ξέρω πολλά και 
για τις ώρες της υπομονής και
για τα δάκρυα τσιμουδιάς
στη λιτανεία που βουίζει
για όλα όσα θα 'τανε καλύτερα 
να μη γνωρίζω 

ξέρω πολλά

την τεχνική των πλέξεων λέξεων
που δεν τις ξεστομίζεις εύκολα
λες κι είναι αυτές που καίνε
κι όχι το πάντοτε φλεγόμενο 
βαρύ κι ασήκωτο 
άδειο κι  απόμακρο
βαθύ κι απόλυτο
τόσο ξερό
τρανό στον ουρανό
απειροστό μηδενικό
το απειροστό μηδενικό 
βρήκε δουλειά στον ουρανό 
μηδενικό τρανό
τις ώρες που τα σύμβολα 
συντρίβονταν ή λιώναν
ωχ της θερμότητας χυδαία υπερβολή
την ώρα που με φίλησες κυρά μου
που σαν το τίποτα τινάχτηκα 
στων λέξεων τον καπνισμένο ουρανό
τρανό μηδενικό των συμφερόντων 
της ατιμώρητης φυγαδευμένης σκέψης
που γυροφέρνει στην ανώμαλη πλαγιά
γδέρνεται φλομωθείσα ήτταν 
ξαναγυρνά στη συνοικία των θέλω
να τρώγει μανικώς απ' τα φαγιά
που μούχλιασαν μες 
στους λαμπρούς 
σκουπιδοντενεκέδες




Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012


δυο λογάκια
για τον μοσχοδημοκράτη



Ο μοσχοδημοκράτης ελίσσεται προσεκτικά στην έρημο του μετανεωτερικού πολτού, μεταφέρει σαν εύθραυστο μυρο-δοχείο την επιστημονική του κατάρτιση, αγνοεί τις παραμέτρους της κόλασης που υποδέχεται με ιπποτικές υποκλίσεις, είναι ευγενικός, ανθεκτικός, καθαρός, ψεκασμένος με αντιιδρωτικό, έχει περγαμηνές, δεν πίνει νες, ποτέ, μόνο φρεντοτσίνο, εμπνέει σεβασμό, ανθρωπιά και φιλότιμο. 

Ο μοσχοδημοκράτης κοιτάζει ψηλά, αγωνίζεται σκληρά, πλην τιμίως, αγνοεί το ρευστόν των καιρών, συγκεντρώνει επιμελώς τυπικά και άτυπα προσόντα, ονειρεύεται να είναι πρώτος μεταξύ ίσων, ίσον πρώτος, είναι ικανότατος, θέλει να τον θαυμάζουν για τις ικανότητές του, προτάσσει το κοινό καλό, μοσχοβολάει καλοσύνη. 

Ο μοσχοδημοκράτης δεν ενδιαφέρεται για οφίτσια, αισθάνεται όμως αναγκασμένος να υπηρετήσει θεσμούς, πιστεύει ευλαβικά στους θεσμούς, ελπίζει στους θεσμούς, προσφέρει εθελοντικά γνώσεις και ικανότητες για ιδέες που ενώνουν τους άλλους και που τον συγκινούν βουρκωτικά. 

Ο μοσχοδημοκράτης μοσχοβολάει δημοκρατία. Μοσχο-πουλάει την τεχνοκρατική του αυτάρκεια. Είναι μέσα στα κοινωνικά μέσα, είναι κοινωνικός, είναι αιρετός, είναι άξιος, ορκίζεται στην αξιοκρατία, πασχίζει για δίκαιες αξιολογήσεις που θ' αναδεικνύουν τους πραγματικά άξιους, αντιπαρατάσσει την εντιμότητα στο κουτσομπολιό, το ήθος στην κατινιά, είναι στοιχείο ηθικό και αδέκαστο. 

Ο μοσχοδημοκράτης δεν παίζει με τον διάλογο, παρακινεί σε διαβουλεύσεις, δεν αντιλαμβάνεται το χυδαίο χιούμορ κάποιων γραφικών που πιστεύουν ότι η δημοκρατία γίνεται να μυρίζει χνώτα κι ιδρωτίλα σε βαρετές συνελεύσεις. Πρεσβεύει μια σύγχρονη άμεση δημοκρατία, μια μοσχο-δημοκρατία όλο φρεσκάδα, πραγματικά άμεση, διαδι-κτυακή, με ηλεκτρονική ψήφο και επιστημονική εποπτεία. 



nostalgia77       -       alice russell
white stripes



Εν ολίγοις, 
ο μοσχοδημοκράτης 
τιμπώνει μοσχαλιές 
σαν κλαρίμπας. 
Γι' αυτό τον είπα 
τζούθρενο και κλεμεντέ. 


Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

ο μοσχοδημοκράτης

Ο περδοξουρανόδεικτος, ο μπαργιλομαρντάγκας
ανακαταλαργιότανε στο τσακινομαργκάλι.
Δεν χρίμιζε τα λιάγκουβα, δεν πάρδιζε τα φλέγκια,
ούτε καρδαβoνόκλαγε τα σιμαζιά, τα μπίνια.


Καρδόναγε και μοσχαλιές τίμπωνε σα κλαρίμπας,
γιατί μαγροτσιλίβωνε τα πρόλαδια στα γκλόρνια.
Και κρούδερνε τις φαχαλιές στα κορδομαλεγάζια.
Ο τζούθρενος. Ο κλεμεντές. Ο μοσχοδημοκράτης.






Το στρόκτορο του μαργκίνου
αχτιβρώνεται δοκαμινέστερο των βηγυρών κονθίξεων.


Βιρδίνιος Παλακαραμανασακανέρης
Τζίφιλος της Μοσχοπαλεττριαντικής Δημοκρατίας



Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

μα το γδυμνό κοπέλι δε μ' αφήνει


Στην από κάτω σκηνή από Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν του Ταρκόφσκι
ο λοχαγός Χόλιν κρατά τη Μάσα πάνω απ' το κενό για 12 δευτερόλεπτα. 


GlitcHead


Η νοσοκόμα Μάσα ενσαρκώνεται από την ηθοποιό Βάλια Μαλιάβινα που, όπως έγραψε ο Ταρκόφσκι ήταν σαν αρνητικό της νοσοκόμας του Μπογκομόλοφ, του συγγραφέα της νουβέλας στην οποία βασίστηκε η ταινία: 

... είχε κάτι ιδιότυπο, προσωπικό, απρόσμενο, κάτι που δεν υπήρχε στο διήγημα· έκανε το χαρακτήρα της Μάσα πιο σημαντικό, πιο σύνθετο, εξηγούσε πολλά γι' αυτήν και έδινε αφάνταστες προεκτάσεις στα δικά της επεισόδια.

Κάτι ιδιότυπο, προσωπικό, απρόσμενο... Το μυστήριο του έρωτα, οι θεωρίες της επιθυμίας, το κενό κάτω απ' τα αιωρούμενα πόδια της Μάσα που αφήνεται στη σφιχτή αγκαλιά του Χόλιν ενώ ο έρωτας αγκαλιάζεται με τον θάνατο. Στο δοκίμιο Έρωτας θνητός, απωθημένος θάνατος, που περιέχεται στο βιβλίο Η απατηλή υπόσχεση της αγάπης, ο Πέτρος Θεοδωρίδης υποστηρίζει ότι η απεγνωσμένη λαχτάρα της συνουσίας για τους ερωτευμένους υποκρύπτει μια επιθυμία θανάτου και επιμένει ότι ο έρωτας τείνει προς τον θάνατο κι ενέχει μέσα του την αγωνία, δηλαδή μια πρόγευση θανάτου. Φυσικά, για χιλιάδες χρόνια, όπως και τότε στα παιδικά τα χρόνια του Ιβάν, γύρω στα 1944, θηλυκό θεωρείτο ό,τι ήταν ντροπαλό, δεκτικό, υποταγμένο, γράφει στο ίδιο βιβλίο, στο δοκίμιο Η επινόηση του έρωτα, ο Θεοδωρίδης. Κι η Μάσα, η Βάλια, του Ταρκόφσκι; Εξηγεί ο σκηνοθέτης: 

Πυρήνας του χαρακτήρα της Βάλιας είναι η ευάλωτη φύση της. Έδειχνε τόσο αφελής, αγνή και εύπιστη, που γινόταν αμέσως φανερό ότι η Μάσα - Βάλια ήταν τελείως ανυπεράσπιστη απέναντι σ' αυτό τον πόλεμο με τον οποίο δεν είχε καμία σχέση. Βασικό χαρακτηριστικό της φύσης και της ηλικίας της ήταν αυτό το ευάλωτο στοιχείο της προσωπικότητάς της. Οτιδήποτε ενεργό υπήρχε μέσα της, ό,τι θα έπρεπε να καθορίζει τη στάση της απέναντι στη ζωή, βρισκόταν ακόμα σε εμβρυακή κατάσταση. Έμοιαζε τελείως φυσικό να αναπτυχθεί δεσμός απέναντι σ' αυτή και στο λοχαγό Χόλιν, επειδή τον είχε αφοπλίσει η ανυπεράσπιστη φύση της. 

Τι τα θες, ο μαστρ-Αντρέι ήταν κι αυτός στον κόσμο του, που όποτε το θελήσουμε μπορεί να συνδιαλέγεται με τον δικό μας, προς το παρόν εδώ παρεισέφρησε δια γιουτουμβίου (ας όψεται το γιουτούμπι, που λένε), γι' αλλού ήταν να πάει αυτή η ανάρτηση. Ας πάει.




Λοιπόν. Το δοκίμιο Έρωτας θνητός, απωθημένος θάνατος ήταν η πηγή έμπνευσης άσματος με τον τίτλο θνητός εμαυτός, δημοσιευμένο εδώ που έγραψα τώρα εδώ, τον προπερασμένο Μάη. Η συσχέτιση του αποσπάσματος στο οποίο παραπέμπει το δίστιχο του Μπάτη και των στίχων είναι εύκολη. Η πρώτη στροφή, ας πούμε, αναφέρεται στη διάσημη ρήση του Επίκουρου που περιλαμβάνεται στο δοκίμιο, ότι δηλαδή δεν μπορεί να είμαστε ταυτόχρονα παρόντες και εγώ και ο θάνατός μου. Ή εγώ ή αυτός. Βεντέτα. Λάθος, λέει ο Θεοδωρίδης, διότι υπάρχουμε χάρη στο θάνατο. Ε, τότε ας πω κι εγώ ότι αυτός υπάρχει χάρη σ' εμάς, αντλεί απ' τη ζωή μας, την ανταλάσσει με το δικό του πείναι. Περιμπλεγμένο κομμάτι, ας το.

Ο Κικέρων θέλησε ν' απευθύνει στην ανθρωπότητα το μήνυμα ότι θα πρέπει είτε να αρχίσει να επιθυμεί τον θάνατο είτε τουλάχιστον να σταματήσει να τον φοβάται:

Γιατί αν η τελευταία μέρα της ζωής μας δεν φέρνει την καταστροφή μας, αλλά μια απλή αλλαγή τόπου, τι το καλύτερο θα μπορούσαμε να ευχηθούμε; Αν πάλι η μέρα αυτή φέρνει το οριστικό μας τέλος και τον αφανισμό μας, τι ωραιότερο από το να αποκοιμηθούμε φήνοντας στη μέση τους μόχθους της ζωής και, κλείνοντας τα μάτια, να παραδοθούμε γλυκά στον αιώνιο ύπνο;


Sleep and Death, Flaxman

Όμως, να πού ήθελα να φτάσω, πάλι στον Beckett, στο βιβλιαράκι Πρώτος Έρωτας που ένα κομμάτι του παρακίνησε τη δεύτερη στροφή του άσματος, αφού ήδη είχα ταυτιστεί, που λένε, με τον αφηγητή, κάθε βδομάδα, τόσα χρόνια, στο νεκροταφείο, βοηθός και συνοδός τής μάνας μου.



Προσωπικά δεν έχω τίποτε εναντίον των νεκροταφείων, εκεί κάνω περιπάτους πολύ ευχάριστα, πιο ευχάριστα από αλλού, πιστεύω, όταν είμαι υποχρεωμένος να βγω. Η μυρωδιά των πτωμάτων, που ξεχωρίζω καθαρά κάτω απ' τη μυρωδιά του χόρτου και του χώματος, δεν μου είναι δυσάρεστη. Είναι ίσως πολύ γλυκερή, κάπως επίμονη, αλλά τόσο προτιμότερη απ' τη μυρωδιά των ζωντανών, της μασχάλης τους, των ποδιών, του κώλου, τη μυρωδιά της άπλυτης πόσθης και των ξεστρατισμένων ωαρίων. Κι όταν τα υπολείμματα του πατέρα μου συμμετέχουν σ' αυτή, όσο μικρή και να 'ναι η συμμετοχή τους, λίγο θέλει να μου 'ρθουν δάκρυα στα μάτια. Όσο και να πλένονται οι ζωντανοί, όσο και να αρωματίζονται, βρωμούν. Ναι, σαν τόπο περιπάτου, άμα είναι κανείς υποχρεωμένος να βγει, αφήστε μου τα νεκροταφεία και τραβάτε περίπατο, εσείς, στους δημόσιους κήπους ή στην εξοχή. Τα στάντουιτς, την μπανάνα μου, τα τρώω με μεγαλύτερη όρεξη καθισμένος πάνω σ' έναν τάφο, κι αν μου 'ρθει η όρεξη να κατουδήσω, και μου 'ρχεται συχνά, έχω εκλογή. Ή τριγυρίζω με τα χέρια πίσω στην πλάτη, ανάμεσα στις πέτρες, τα μονοπάτια, τα ισώματα, τις κατηφοριές, και ξεδιαλέγω τις επιγραφές. Δεν μ' έχουν ποτέ απογοητεύσει οι επιγραφές, υπάρχουν, πάντα, τρεις ή τέσσερις τόσο για γέλια που πρέπει να στηριχτώ στο σταυρό, στη στήλη ή στον άγγελο, για να μην πέσω. Τη δικιά μου την έχω συνθέσει εδώ και πολύ καιρό και είμαι πάντα ευχαριστημένος γι' αυτό, αρκετά ευχαριστημένος. 


Βλακείες. Κι αν λέω αμάν πια, όλο κάτι ο Νέρωτας κι ο Θάνατος, όλο κάτι τέτοια,  αφού σου λέω μαλώνουν, τι θέλεις να τα μπλέκεις, ο έρωτας δε σε σπρώχνει στο θάνατο, στη ζωή σε κρατάει, πρέπει να το φιλοσοφήσεις για να μυριστείς την ορσμή του θανάτου, αλλά όταν το φιλοσοφείς δεν το ζεις, δηλαδή βλακείες, λέξεις, συλλαβές από γράμματα, νοήματα, αράδες στην οθόνη. Ο Ρώκριτος, ο ρομαντικός νέος του Κορνάρου, το 'νιωσε πως ο θάνατος είναι εμπόδιο στον έρωτα, που είναι τρέλα και φωτιά.


Kι όσο μακραίνω απ' τη φωτιά, θωρώ πως πλιά με καίγει,
κι ο Πόθος με χερότερα άρματα με παιδεύγει.
Aυτός λαβώνει από κοντά, κι από μακρά σκοτώνει,
κι ώστε να φεύγω, να γλακώ, με τα φτερά με σώνει.
Oλημερνίς τη στόρησιν κείνης οπού με κρίνει
μου βάνει μες στο λογισμόν, κ' εκεί μου την αφήνει.
Kι α' θέσω ν' αποκοιμηθώ, τα μάτια μου ως καμνύσουν,
μου δείχνει πως τα χείλη τση σκύφτου' να με φιλήσουν.
Ώφου, κακό οπού μ' εύρηκε! Kαι ποιά ώρα να 'ν' εκείνη
ν' αναπαγώ; Mα το γδυμνό κοπέλι δε μ' αφήνει.


Canova - Louvre

Αν είχαν γίνει έρευνες, είμαι βέβαιος ότι θα ήταν ευρέως γνωστό αυτό που ξέρω καλά, δηλαδή ότι μετά από κηδείες, ενδεχομένως και μετά από επισκέψεις σε νεκροταφεία, οι άνθρωποι συνήθως αισθάνονται το ρίγος απ' το βέλος του γδυμνού κοπελιού· θυμίζουν το λένε στην Κρήτη. Ο έρωντας είναι bi· έχει γκόμενα τη ζωή και γκόμενο το θάνατο. Θα βγάλω από τη θήκη τη λύρα να παίξω εις το όνομα του πατρός τον Ερωτόκριτο.





έρωτα
φίλεψέ με λίγο θάνατο
κόλλυβα νοτισμένα από τα υγρά σου


ξερίζωσέ μου την καρδιά που μπλάβιασε στις παγωνιές του
γδάρε με ν' απαλλαγώ απ' τον έρωτα 
θάνατε 





και κάτι 
που ξέχασα 
να βάλω
απ' την αρχή
όμως ποτέ 
δεν είναι 
αργά: