Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013


γιατί ξυπνά κανείς το πρωί







Σκέφτομαι πως αφού σκέφτηκα, την ελευθερία ή ό,τι άλλο, υπήρξα σκεπτόμενος σαν τον εκτρωματικό ανθρωπάκο του Λακάν που κανοναρχεί την καθεμέρα μου, αυτός εγώ ο ίδιος που σκέφτομαι πως κρυμμένος μέσα στο παπούτσι της μπορώ ξεπεταρούδην να ευφρανθώ δίχως cogito τη γεύση του κορδονιού της, αιφνίδιος σαν γνώριμος θάνατος. Αυτός ο οδηγός του άρματος που λέγει ο Λακάν, που αποφαίνεται: θα χαρακτηρίσω τη λειτουργία του καρτεσιανού cogito με τον όρο έκτρωμα ή ανθρωπάκο, αυτός εγώ σκέφτομαι ότι κάθε προσπάθεια να εξηγηθεί απ' τον καθένα το έμφορτο πραυματικότητα μέσα μου καταντά γελοία σαν ψευδαίσθηση ελευθερίας σκλάβου που ξεψυχάει. Δεν την χλευάζω, όμως, τη γελοιότητα, στο κάτω κάτω σκλάβος της έμεινα ως τώρα και δεν πήρα τα βουνά. Και πώς πάλι να σκεφτείς ελεύθερα για την ελευθερία αφού με λέξεις σκέφτεσαι, με λεξιλόγια γλώσσας που έχει δομή ίδια με του συλλογικού υπερεμείς, του ασυνειδήτου δεν την ξέρω τη δομή. Έχει τα όριά του κάθε λεξιλόγιο, τα όριά του είναι ηλεκτροφόρα σύρματα, μονάχα οι υπερλεξιστές κι οι ψάλτες με τα τεριρέμ μπορούν να τα διαβούν, μα δίχως cogito.

Ο σκλάβος πώς να νιώσει ελεύθερος; Σκέφτηκα την ελευθερία τις μέρες που πέρασαν, την ελευθερία που κάποτε μαϊμουδίζαμε ότι για μας είναι μια ωραία γυναίκα με υπεργάστριο και υπογάστριο, που λογοπαίζαμε με την έκκληση να πάψει να χτυπάει με το σπαθί, σερσέ λα φαμ ε σι βου τρουβερέ λα λιμπερτέ, που λέει ο λόγος ή που βγαλμένη από τα κόκκαλα ιερουργεί στα φρόκαλα εντυπωσιακά νεγκλιζέ για τις μεταμοντέρνες περιστάσεις. Ίσως η ελευθερία έχει υποστεί τις περισσότερες ταλαιπωρίες, ήγουν τα φριχτότερα βασανιστήρια στα μπουντρούμια των εννοιών. Πόρνη των αστών τη χαρακτήρισε τις προάλλες ο κ. Ι. Τζανάκος και δεν είχε άδικο, εκ των ιερών οστών ορμώμενη, λοιπόν, εις των αστών τις αγορές βασίλισσα, πάει να πει βασιλεμένη. 






Μιλώντας για την ελευθερία το πιο εύκολο είναι να γίνει κανείς κοινότοπος. Η ελευθερία είναι το αίσθημα που επιζητούμε όταν αισθανόμαστε ότι δεν είμαστε ελεύθεροι, περίπου όπως, κατά τον Επίκουρο, η ηδονή επέρχεται με την εξάλειψη του πόνου. Μιλώντας για την ελευθερία κανείς, το πιο εύκολο είναι να επιστρέψει στις σκέψεις για την ουτοπία, τον τόπο που δεν υπάρχει αλλά μπορεί να υπάρξει, όχι σαν τέλος/σκοπός, αλλά δύναται να υπάρξει - και όχι δεν δύναται, όπως σημαίνει πια η ουτοπία. Συζητώντας για την ουτοπία ο Ernst Bloch και ο Adorno έφτασαν να μιλούν για την ελευθερία. Adorno για την ελευθερία:

Ούτε και η κατηγορία της ελευθερίας μπορεί να απομονωθεί. Αν όλος αυτός ο συλλογισμός στηριχθεί στο γεγονός ότι βλέπουμε την κατηγορία της ελευθερίας μόνον ως το κλειδί για την ουτοπία, τότε το περιεχόμενο του ιδεαλισμού θα είχε στην πραγματικότητα το ίδιο νόημα με την ουτοπία, διότι ο ιδεαλισμός δεν επιδιώκει παρά την πραγμάτωση της ελευθερίας χωρίς πρακτικά να περιλαμβάνει την πραγμάτωση της ευτυχίας. Βρίσκεται έτσι μέσα σ' ένα πλαίσιο όπου εμφανίζονται και συνδέονται όλες αυτές οι κατηγορίες. Η κατηγορία της ευτυχίας προβάλλεται πάντοτε από κάτι τι το θλιβερό ως απομονωμένη κατηγορία και εμφανίζεται ως απατηλή στις άλλες κατηγορίες. Θα μεταστρεφόταν, ακριβώς όπως, από την άλλη μεριά, και η κατηγορία της ελευθερίας, η οποία δεν θα ήταν πλέον ένας αυτοσκοπός και ένας καθ' εαυτόν σκοπός της υποκειμενικότητας (innerlichkeit) αλλά θα όφειλε να πραγματώσει τον εαυτό της. 





Η συζήτηση ανάμεσα στους Bloch και Adorno, που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1975 στη Φραγκφούρτη και το 2000 στην Αθήνα, με υπότιτλο Μια συζήτηση για τις αντιφάσεις της ουτοπικής επιθυμίας, πήρε τον τίτλο της Κάτι λείπει από την ίδια φράση στο Mahagony του Brecht. Οι ηρωικές αυταπάτες της γαλλικής επανάστασης, που γεννούσε το φυσικό δίκαιο, δεν υλοποιήθηκαν, σε αντίθεση με την ελεύθερη αγορά που διόλου δεν είναι ό,τι ονειρεύτηκαν οι άνθρωποι άν και το επιθύμησαν, το ήλπισαν, το επιδίωξαν, ώς ουτοπία, επισημαίνει ο Bloch, παραλληλίζοντας τις ματαιώσεις αυτών των αυταπατών με εκείνες των αυταπατών που γεννούσε τότε η τεχνολογική πρόοδος, που ίσως να μπορούσε να εξαφανίσει την πείνα και τις άλλες άμεσες ανάγκες, και που τώρα που αποδεικνύεται ότι παρά τον ίλιγγό της, εξοπλίζει με τα επιτεύγματά της επιδέξια δάχτυλα, ακτινοβολημένα μάτια κι αυτιά, μα και άδεια στομάχια. Bloch, για την ελευθερία: 

Αυτή συνδέεται με «τα όνειρα για μια καλύτερη ζωή», που απεικονίζουν οι κοινωνικές ουτοπίες, αλλά διακρίνονται απ' αυτή. Στις κοινωνικές ουτοπίες, ιδιαίτερα, οι καλύτερες δυνατές συνθήκες κοινωνικής ζωής καθορίζονται είτε διαμέσου της ελευθερίας είτε διαμέσου της τάξης. Η ελευθερία εδώ είναι μια μεταβλητή ή ένα επικουρικό μέσο για μια καλύτερη δυνατή ζωή. Η ελευθερία ως αίσθημα δεν εμφανίζεται στην ουτοπία, αλλά στο φυσικό δίκαιο, και ασφαλώς στο φιλελεύθερο φυσικό δίκαιο του δέκατου όγδοου αιώνα σε συνδυασμό με το ορθό βάδισμα, με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που την εγγυάται μόνο η ελευθερία. 

Αυτό που λείπει, η ελευθερία, το μεγάλο μέρος της επιθυμίας που δεν εκπληρώθηκε, η επιθυμία να είναι κανείς ελεύθερος σαν τα πουλιά. Σχετικό, από πάροδο: Ο Claude Lévi-Strauss καταλαβαίνει ότι αν τα πουλιά μπορούν να παίρνουν, ευκολότερα απ' όλες τις άλλες ζωολογικές τάξεις, ανθρώπινα ονόματα - ανάλογα με το είδος στο οποίο ανήκουν - αυτό συμβαίνει γιατί τους επιτρέπεται να μοιάζουν με τους ανθρώπους ακριβώς επειδή διαφέρουν πάρα πολύ από αυτούς. Επειδή, λέει, η κοινωνία των πουλιών είναι μια ανεξάρτητη κοινότητα, γι' αυτό μας φαίνεται σαν μια άλλη κοινωνία, ομόλογη προς αυτήν στην οποία ζούμε: το πουλί αγαπά την ελευθερία, χτίζει σπίτι όπου ζει με την οικογένειά του και μεγαλώνει τα μικρά του, συχνά διατηρεί κοινωνικές σχέσεις με τα άλλα μέλη του είδους του και επικοινωνεί μαζί τους με ακουστικά μέσα που θυμίζουν τον έναρθρο λόγο. 
Ο υποδιοικητής Μάρκος θα πρόσθετε κι ότι χέζει τ' αγάλματα. 






Πώς να ξανάχει κανείς σήμερα αυταπάτες; Στις ηλικίες από 18 μέχρι 45 η ΧΑ δημοσκοπείται δεύτερη. Για να ξαναονειρευτούμε το νησί της ουτοπίας θα πρέπει να την ξαναφανταστούμε, πέρα από αφόρητες αναπτυξιακές ψευδαισθήσεις της προόδου, να ονειρευτούμε την αυταπάτη της ελευθερίας. Δεν ξέρω πώς ή στο όνομα τίνος. Όμως το ερώτημα του Bloch ονειρεύεται να λυτρώσει ξανά τον αγωνιώδη ύπνο μας στο βασίλειο της αβεβαιότητας:

Γιατί ξυπνά κανείς τό πρωί; Πώς προέκυψε μια τέτοια ιδιαίτερα εντυπωσιακή κατάσταση ακριβώς στά μέσα του δεκάτου ένατου αιώνα καί εκανε τον Wilhelm Raabe νά γράψει αύτή τή φράση: «Οταν ξυπνώ τό πρωί, η καθημερινή μου προσευχή είναι: χάρισέ μου σήμερα την αυταπάτη μου, την καθημερινή μου αυταπάτη. Διότι οι αυταπάτες είναι αναγκαίες, έχουν γίνει αναγκαίες για τη ζωή σ’ έναν κόσμο πλήρως στερημένο από μιαν ουτοπική συνείδηση και από μιαν ουτοπική αναπαράσταση».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου