Σάββατο, 7 Ιουνίου 2014


οι οφειλές της ελπίδας





Η απόσταση ανάμεσα σε μια ζωή γεμάτη συμβάσεις και στη ζωή, σαν σινεμά, της περιπέτειας εκμηδενίζεται στη θέα του σπιτιού σου όταν πια το έχουν εγκαταλείψει οι διαρρήκτες. Όταν ο ασφαλής χώρος της κατοικίας αλωθεί, δεν έχεις παρά να περιμένεις να δράσει ο χρόνος. Τη δεύτερη φορά είναι πιο εύκολο. Ξανακούς τις ίδιες συμβουλές: να βάλεις συναγερμό, σιδεριές, να πάρεις ένα μεγάλο σκύλο. Ο Σωτήρης, σκυλάκι του σαλονιού, παραμένει σιωπηλός μάρτυς. Τα μάτια του είναι μελαγχολικά, αλλά ίσως ήταν πάντα ή δεν είναι ούτε και τώρα. Ίσως να τον κατέλαβε μια μακάρια ηρεμία αδιαφορία, όπως μου εξήγησε η Μαρίλδα ότι συμβαίνει συχνά (ή καμιά φορά;) με τους υστερικούς. Ίσως θάπρεπε επιτέλους να καταλάβω ότι εγώ είμαι βλάκας, όχι αυτός, αφού εγώ δεν καταλαβαίνω τι μου γαυγίζει, ενώ αυτός καταλαβαίνει μια χαρά τι του λέω. 

Μετά από τέτοια περιστατικά εμφανίζονται πάντα οι ομοιοπαθείς. Οι ιστορίες αφθονούν. Περιπλέκονται αστικοί μύθοι, όπως ο ψίθυρος του ληστή στον προσποιούμενο τον κοιμισμένο νοικοκύρη: "καλά κάνεις ότι κοιμάσαι". Ναρκομανείς ήταν. Η περιοχή έχει γεμίσει ναρκομανείς, μου εξήγησε κρατώντας σφιχτά την τρίχρονη κόρη της μια γειτόνισσα. Ήταν γυφτάκια, ρομά τα λένε μιλώντας πολιτικά σωστά, δυο αγόρια κι ένα ξανθό κορίτσι, θα τα έβαφε, εκτός αν ήταν από τα γυφτάκια όπως η τηλεοπτική μικρή που δεν θυμάμαι τ' όνομά της και που ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να επιστραφεί εκεί όπου υποτίθεται ότι ανήκε. Τα είδε η μάνα μου, κοντά 80 χρονών. Χομεϊνί, φώναζε, Χομεϊνί· και μην μου ξαναπείτε για ρομά. Της είπα ότι ίσως αυτός είναι ένας τρόπος για μερική αποκατάσταση των κοινωνικών ανισοτήτων και άλλες τέτοιες μαλακίες. Μου απάντησε ότι θα έπρεπε επιτέλους να σοβαρευτώ. Το ίδιο παιχνίδι ρόλων. 
- Πάντως, η αλήθεια είναι ότι ζουν μια ζωή πολύ πιο συναρπαστική από τη δική μας. 
- Τι να σου πω, παιδάκι μου. 

Όσα αστεία κι αν έκανα, όπως ότι λυπήθηκα που φεύγοντας τους έπεσε ένα αδιάφορο σε μένα κλοπιμαίο, ήξερα ότι αν είχα χάσει κάτι που μου ήταν απαραίτητο θα σοβαρευμόμουν. Όσα αστεία κι αν έκανα, μόνο ήρεμο ύπνο δεν είχα το βράδυ. Πετάχτηκα δυο φορές. Αν ένιωσα να μου απειλούν κάτι, δεν ήταν ο συσσωρευμένος πλούτος μου αλλά ο ιδιωτικός μου χώρος. Οι άνθρωποι των καιρών μας αρέσκονται στο να επιδεικνύουν τα ιδιωτικά τους με web κάμερες και λογαριασμούς στα κοινωνικά δίκτυα. Όλοι μας πλανιόμαστε γεμίζοντας το διαδικτυακό χάος με αποτυπώματα που οδηγούν, σαν τα ψίχουλα του Κοντορεβυθούλη, πίσω στο σπίτι. Οι πόρτες και οι κερκόπορτες του διαδικτύου προκαλούν το ενδιαφέρον που όσοι ανοίγουν τις πρώτες, τουλάχιστον, επιθυμούν να προκαλέσουν. Ο απομακρυσμένος επισκέπτης παρατηρεί τα εκτιθέμενα καθώς η ανάσα του βαραίνει. Κουβαλάει την ιστορία των κρυφών βλεμμάτων όσων περιδιάβαιναν άλλοτε τα σοκάκια και αναζητούσαν μισοτραβηγμένες κουρτίνες, να γευτούν λίγο απ' το άρωμα ενός άγνωστου σπιτιού, ένα έπιπλο, ένα φωτιστικό, έναν πίνακα, ή να εστιάσουν σε διάττοντα αντικείμενα πόθου. Οι διαρρήκτες έχουν βλέμματα αυστηρά στοχευμένα, που λένε. Θα υπάρχουν πιστεύω κι εκείνοι που χαζεύουν, ή απαλλοτριώνουν, αντικείμενα που δεν σκοτώνονται για λίγα ή αρκετά ευρώ, αφού οι μυρωδιές που δεν διαχέονται από μικρά μπουκάλια δεν αξίζουνε λεφτά. 

Σύντομα θα γυρνάμε σπίτι αμέριμνοι, χωρίς να περιμένουμε να επιβεβαιώσουμε ότι δεν ξαναπαραβίασαν την εστία, έχοντας μόνο τα φιλιά στο νου. Και τότε θα ξαναζήσουμε το μούδιασμα. Τότε θα ξαναναρωτηθώ: ποιος είναι απελπισμένος, μωρέ, να μεταδώσει την ελπίδα; Ο Βούρβαχης μοιάζει κινηματογραφικός, ο Ταμίστας είναι ένα κατά τύχη ψευδώνυμο μιας διαδικτυακής περσόνας που επιστρέφει την ηρεμία στον φορέα της, που χρησιμοποιεί την υπόθεση MHNYMAL για τους λόγους που συντηρούν τις αιτίες που την γέννησαν. Κι αυτοί που, όπως έγραφε ο Marcuse, βρίσκονται έξω από τη δημοκρατική διαδικασία, στ' αλήθεια αντιτίθενται στο σύστημα ακόμα κι αν δεν το συνειδητοποιούν; Ή μήπως είναι μια εξίσου ενσωματωμένη κατηγορία που δεν παραβιάζει τους κανόνες του παιχνιδιού, αλλά ακολουθεί άλλους κανόνες, πάντως κανόνες; Κανόνες που, εντέλει, απλώς περιλαμβάνονται στην ερμηνεία μέσω της δικής μας παρατήρησης στη δική μας πραγματικότητα;

Αν δεν έχουμε καμιά ελπίδα, το οφείλουμε σ' αυτούς που πιστεύουν ότι αν έχουν μια ελπίδα το οφείλουν σ' αυτούς που δεν έχουν καμιά. 




8 σχόλια:

  1. Θυμαμαι πριν πολλα χρονια,ζουσαμε με την κοπελα μου σε ενα σπιτι παρεα με αλλους 3-4.Ο καθενας ειχε το δωματιο του.Μια νυχτα,μπουκαρε καποιος απο το μπαλκονι-ημιοροφος ηταν-μεσα στο δωματιο που κοιμομασταν.Δεν τον πηραμε χαμπαρι φυσικα,ροχαλιζαμε του καλου καιρου.Το πρωι καταλαβαμε οτι δεν προχωρησε παραμεσα στο σπιτι,δεν πηρε και τιποτα αξιας,δεν ειχαμε και τιποτα αξιας να παρει.Το συνταρακτικο και ενδιαφερον ομως,ηταν οταν καταλαβαμε οτι καποιος βρισκοταν μεσα στο χωρο μας και μας κοιτουσε ενω κοιμομασταν αγκαλιτσα με το κοριτσι.Ποιος ξερει,μπορει να κανε και κανα τσιγαρο,να χε και κανα μπλοκ να μας ζωγραφιζει,να μας περιεργαζόταν τελος παντων,μπορει να εγραψε και καμια ποιηση για παρτη μας :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαχχα!Καλό!
      Διαρρήκτης-ποιητ'ης!
      Ελα Ταμίσταν εμπνεύσου!

      Διαγραφή
  2. Αν και δεν είμεθα σκυλάδικον, είναι στ' αλήθεια για έμπνευση η ιστορία.

    Σημειώνω ότι η φράση του Walter Benjamin "Αν έχουμε άκόμη μιά ελπίδα, τή χρωστάμε σ' αύτούς πού δέν έχουν καμιά" είναι αυτή που κλείνει το βιβλίο του Marcuse στο οποίο παραπέμπω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δεν κατάλαβες.....Δεν ειναι η ιστορία για έμπνευση αλλά η ιδιότητα του διαρρήκτη,που αντιτιθέμενη στη μονοδιάστατη και παραδοσιακή ιδιότητα που του έχουμε αποδώσει,θα μπορεί να μεταστραφεί σε έναν ποιητή-διαρρήκτη που διαρυγνείει πόρτες όχι για να κλέψει αλλά για να υμνήσει και να φτιάξει ποίηση μέσα από τις υπναγωγικές κραυγές και θέλξεις του σύγχρονου άνθρωπα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ξεκίνησες ήδη το ποίημα. Συνέχισε.

      Διαγραφή
    2. Μα εγώ δεν είμαι ποιητής.
      Είμαι διαστρεβλωτής :)

      Διαγραφή
  4. γουέλ...
    μία σημείωση, είναι "μακάρια αδιαφορία", από το γαλλικό "belle indifférence"

    με αγάπη,
    Μαρίλδα

    ΑπάντησηΔιαγραφή