Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Τάνγκο

.


Σε διαδρόμους,
σε ασανσέρ, σε υπονόμους
Ευκαιρίες
για καταναλωτές και μπόνους
Τι θα κερδίσεις
αν τη ζωή σου συναρτήσεις
Με φέισμπουκ, λάιφ στάιλ,
λεξοτανίλ, ζανάξ
Καμιά γραμμούλα,
πρωί – πρωί με την αυγούλα
Όπως αρμόζει
στην αμερικάνα παξ


Εξορμήσεις
για ράφτιν και γαμώ ξενώνες
Μονοπάτια
μέσα στη φύση ονειρώνες
Αχ, λίγη φύση,
μακριά απ’ της πόλης το γαμήσι
Έστω για λίγο,
ένα σουκού να ξεχαστείς
Κι ύστερα πάλι,
θα μοιάζει οθόνη το κεφάλι
Δεν κινδυνεύεις
βίρτσουαλι να διχαστείς


Παρεούλες
και για καφέ και για ποτάκι
Ασ’ τον Παύλο,
αυτός θα πάει στο μπαρ του Τάκη
Στην εποχή μας
εξαφανίστηκ’ η ενοχή μας
Μεταμοντέρνες τάσεις,
κουίρ απόψεις, ε σαβά
Όλες οι απόψεις
κονιορτός στην εσοχή μας
Συνθέτουν πλήρως
τον ανέμελο καμβά


Όμως τώρα,
που σκάνε οι φούσκες σα φουσκάλες
Όλη η χώρα
έχει λουφάξει κι οι κουφάλες
Κανιβαλίστε
προστάζουν το εθνικό ασκέρι
Λίγο Σεφέρη,
Θεοδωράκη και Νταλάρ
Εθνεγερθείτε
οι άλλοι φταιν’ εσείς αρθείτε
Στων περιστάσεων
ζυγιστείτε το καντάρ

.

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

των ποιητών το γήρας
(ή: το ξερατό της πείρας)

όταν οι ποιητές γερνούν

στο παρελθόν τους σκουντουφλούν

τους ίδιους στίχους αλυχτούν

σα βέλασμα παραμιλούν



ανοίγουν μάτια το πρωί

λάγνα κοιτούν ένα κορμί

που το ποθούν κι οι δυο μαζί

οι εαυτοί τους οι σκυφτοί



υμνούν το χρέος το πορφυρό

και το θηρίο το τρυφερό

σβήνουν τα μάτια στο νερό

δύσκολο βρίσκουν τον καιρό


ραμολιμέντοι αλλότροποι

χωρίς περίσκεψη, ντροπή

αρλουμπολόγοι κατηφείς

θρηνούν τη νιότη τής αλκής



όταν οι ποιητές γερνούν

δεν το τολμούν ν' απαλλαγούν

από τις ώρες που φρουρούν

φωνές που τους καλούν ακούν


ηχούν φωνές από το χθες

στίχοι, στροφές ορμούν ορδές

μαθές τεντώνουν τις χορδές

άκου: τους φεύγουνε πορδές


άπλυτοι και ξυπόλητοι

του σκότους ιέρεια ανόητη

θα τους ξυρίσει η τυφλή

να 'ν' έτοιμοι για τη στιγμή


που η κτίση θα σειστεί ξανά

που θα ψελλίσουν ωσαννά

θα κοιταχτούν αχόρταγα

μα θα 'ναι η τελευταία φορά
.

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

λ-έξεις

Θαρρώ, θα τις σκορπίσω τις λέξεις
Ψίχουλα της τράπεζας του νεκροτόμου
Θα καρφωθούν στο εύκαμπτο δάπεδο
Στην κοιλιά της μεσήλικης ονείρωξης της πίστης
Υπόκωφοι κρότοι απ’ τον βομβαρδισμό των λέξεων
Κάτι τσικ – τσικ δηλαδή τίποτα το σπουδαίο
Μα τα μυρμήγκια αγχωμένα να προλάβουν τα λεξίχουλα
Θα κουφαθούν οριστικά
Ο ιδρώτας το γαλακτικό οξύ η οργή του στομάχου
Θα επιζήσουν στη σάλα της μυρμηγκοφωλιάς

Οι λέξεις ζυγίζονται καθ’ εκάστην
Παρακολουθούν με αγωνία την πορεία των κιλών
Στήνουν οδοφράγματα στις λύπες της γλώσσας
Συγκαλούν τα σημεία στίξης σε αλλεπάλληλες συσκέψεις
Ξημερώνονται στη βουή του χειμώνα
Κι αντέχουν το άλγος των ψυχών
Λέξεις λένε είναι κι αυτές
Με γράμματα απ’ το τέλος της αλφαβήτας
Λέξεις ψίχουλα μύτες πορδώδεις
Έξεις ωμώδεις

Αλίμονο οι λέξεις αλίμονο και οι προηγούνται των λέξεων
Πώς δηλαδή να εκφραστείς με λέξεις που διατυμπανίζουν την αιθάλη τους
Και καταπνίγουν της λιμοκτονούσας γραμματικής τις επεμβάσεις
Πώς να ανεχτείς τη σύνταξή τους σε συντακτικό υποκείμενα κατηγορούμενα αντικείμενα
Λέξεις δηλαδή τίποτ’ άλλο

Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010

Θαλασστίχοι

Οι λέξεις κι ας ενόμισαν πως σύνθεσαν το ποίημα

Μονάχες εναπέμειναν και γύρευαν το σήμα

Που η θάλασσα εξαπέστειλε ανεπαίσθητο σαν κύμα

Να σεργιανά στης άπνοιας το επινοημένο λήμμα

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

Έσονται

Όλοι ολολύζουν κι ολοφύρονται
κι ολόκληρο τον κόσμο αν τους διέθετες για εκδούλευση
θα έλεγαν όχι δεν χρειάζεται αυτή τη στιγμή
δεν είναι η κατάλληλη στιγμή
ίσως κάποιαν άλλη φορά ίσως αύριο
ίσως μεθαύριο πάντως όχι νωρίτερα από αύριο γιατί
σήμερα δεν γίνεται ολοφυρόμενοι δεν
υπάρχει περίπτωση να ενσκήψουν στο αγχώδες πήγμα των ορυγμάτων
μιας εν τάχει επικής επόλαυσης.

Όλοι κραυγάζουν σαν άλλοι οπαδοί της υστερίας της ημέρας της κρίσης
ήτοι ένοχοι της απλής κλίσης απλών ονομάτων όπως
κόστος βαρύτης ασπίς κρότος μόχθος λοστός αφιόνι ρίγος αλήθεια
πτήση κρίση φύση φυσιοκράτης κραταιός φαιός κλπ.

Όλοι απορούν για το φέγγος της υπόρρητης νύχτας
όπως αυτή σκιαγραφήθηκε ανόρεχτα
κι όμως απολαυστικά από τους κουτεντέδες της εικόρασης
και τους φανφαρόνους της μυθοκλασίας.
Αλίμονο ψελλίζουν κι απορούν δια τον ρούν
του ποταμού ζωροάστρη μιας ανατομής όψεως κατόψεως και ανόψεως.
Ας όψονται.

Σύντομα θα λογοδοτήσουν στης αιωρούμενης φόδρας τον όλεθρο
όπως του ράφτη του πολύπειρου το λάθος
όπως το ρεζίλεμα στη βεγγέρα των χνώτων.

Ας κλάσουν τον άρτο το ψωμί του παπά
την πολλοστή βρώση των πάνδεινων και μεγαλοπρεπών ονύχων της σήψης.

Ταμπουρωθείτε.
Έσονται πρώτοι.

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

Νοσταλγία

Μία παιδούλα, η Νοσταλγία, ξαγρυπνά
Τι να μπορέσει σ’ ένα κόσμο αλαλιασμένο;
Καημένη δούλα που, η φτωχή, στα σκοτεινά
Θέλει να πέσει, να σωθεί απ’ τον πεθαμένο

Του πεθαμένου η ανάσα βιαστική
Από το πουθενά σιμώνει και παγώνει
Του τρομαγμένου τη λαλιά που κατοικεί
Στα σκοτεινά, στης νοσταλγίας το μπαλκόνι

Απ’ το μπαλκόνι, στου καπνού την ερημιά
Η δούλα πέφτει με τα χείλη δαγκωμένα
Πεισμώνει η νύχτα, παγωμένη η ξαστεριά
Κόκκινοι κρύσταλλοι από χείλη ματωμένα

Εδώ που μάτωσε του χρόνου ο χαλκάς
Του τρομαγμένου η νύστα έλιωσε το δρόμο
Λες και ντελάλησε της δούλας ο νταλκάς
Λες και του πεθαμένου πάτησε τον ώμο
Λες και του πεθαμένου πάτησε το νόμο


Γι’ αυτό μην κλαις
Γι’ αυτό μην λες
Πως οι νοητές γραμμές που ενώνουν τις ματιές
Είναι ένας κύκλος απειλές
Ξεκουρδισμένος αμανές
Για τις ανόητες θυσίες, για τις μάταιες χαρές

Ότι κι αν το θες,
Όσο κι αν κλαις
Ορθές κοφτές οι λέξεις μπαίνουν στις πληγές
Θραύσματα από άλλες εποχές
Στη θύμησή τους οι βροχές
Πάλι με λάσπες πλημμυρίζουν τις υπόγειες στοές