Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Αρκετά



Κάποιες μέρες οφείλουμε να σιωπούμε.


John Cage - 4:33 (piano: Armin Fuchs) by zoomoozophone

Γιατί, αν μιλήσουμε,
θα κάνουμε θόρυβο πάνω στο θόρυβο.
Είναι πολύς ο θόρυβος αυτές τις μέρες,
τις κατάλληλες για πρωινές διερωτήσεις.

Κόρε Ύδρο - tanstil

Οι διερωτήσεις, μπορεί να οδηγήσουν
σε ασφαλή συμπεράσματα...


... ή σε απρόσμενες αντιδράσεις.

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

Ηττούπολη,
Μέρες του 2011 μ.Χ.




Θεσσαλονίκη, Μέρες τοῦ 1969 μ.Χ.

Στὴν ὁδὸ Αἰγύπτου -πρώτη πάροδος δεξιά!
Τώρα ὑψώνεται τὸ μέγαρο τῆς Τράπεζας Συναλλαγῶν
Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως.
Καὶ τὰ παιδάκια δὲν μποροῦνε πιὰ νὰ παίξουνε ἀπὸ
            τὰ τόσα τροχοφόρα ποὺ περνοῦνε.
Ἄλλωστε τὰ παιδιὰ μεγάλωσαν, ὁ καιρὸς ἐκεῖνος πέρασε ποὺ ξέρατε
Τώρα πιὰ δὲ γελοῦν, δὲν ψιθυρίζουν μυστικά, δὲν ἐμπιστεύονται,
Ὅσα ἐπιζήσαν, ἐννοεῖται, γιατὶ ᾔρθανε βαριὲς ἀρρώστιες ἀπὸ τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιῶτες,
Θυμοῦνται τὰ λόγια τοῦ πατέρα: ἐσὺ θὰ γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δὲν ἔχει σημασία τελικὰ ἂν δὲν τὶς γνώρισαν, λένε τὸ μάθημα
            οἱ ἴδιοι στὰ παιδιά τους
Ἐλπίζοντας πάντοτε πὼς κάποτε θὰ σταματήσει ἡ ἁλυσίδα
Ἴσως στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους ἣ στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν
            τῶν παιδιῶν τους.
Πρὸς τὸ παρόν, στὸν παλιὸ δρόμο ποὺ λέγαμε, ὑψώνεται
            ἡ Τράπεζα Συναλλαγῶν
- ἐγὼ συναλλάσσομαι, ἐσὺ συναλλάσσεσαι, αὐτὸς συναλλάσσεται-
Τουριστικὰ γραφεῖα καὶ πρακτορεῖα μεταναστεύσεως
-ἐμεῖς μεταναστεύουμε, ἐσεῖς μεταναστεύετε, αὐτοὶ μεταναστεύουν-
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει, ἔλεγε κι ὁ Ποιητὴς
Ἡ Ἑλλάδα μὲ τὰ ὡραῖα νησιά, τὰ ὡραῖα γραφεῖα,
            τὶς ὡραῖες ἐκκλησιὲς
Ἡ Ἑλλὰς τῶν Ἑλλήνων.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Ο Στόχος (1970)







Ερχόμαστε, Ιστορία.
Από την πάροδο, τη δεξιά.
Όχι πως έχει τόση σημασία η θέση
των βουλευτικών εδράνων.
Αλλά, έτσι τα λέμε τόσα χρόνια.
Έτσι, με την Αριστερά στην ίδια γειτονιά
κι ένα συμβούλιο συνοικιακό
δεν καταστρώσαμε.

Η πάροδος αυτή, η δεξιά,
άλλους τους βγάζει Αυστραλία,
άλλους τους ξεπετάει εφεδρεία,
αυτούς τους τελευταίους
που τόσα χρόνια καμαρώνανε
για το παράδειγμα κοινωνικής αλληλεγγύης
που έδιναν σε συγγενείς και φίλους,
σίγουροι, βρέξει – χιονίσει, σιγουράντζα.

Τώρα, όπως και τότε,
αλλάζοντας, εννοείται, τ’ αλλακτέα,
ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε.

Δεν ταξιδεύω, άρα δεν πληγώνομαι
παρά μονάχα στο δικό μου δρόμο
τον καθημερινό, τον βουϊσμένο
απ’ τις οξύουρες, τις ομιλούσες, κεφαλές,
έτσι τα βήματα που σέρνω
σαν του μέλλοντος επαίτης.

Όχι. Υγεία πάνω απ’ όλα. Υγεία.
Γιατί ήρθανε βαριές, και πάλι, αρρώστιες.
Υγεία. Ελλάς Ελλήνων.

Ελλάς Ανέργων και Κοπριτών.
Ελλάς των Δημοψηφισμάτων.
Ελλάς υπόδικη Πιστωτικού Συμβάντος.



Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Άρωμα Ινδίας



Εκεί τα σπίτια ήσαν αληθινά κοτέτσια. Σε ένα από αυτά, μικρό σαν κουκλοθέατρο και γκρίζο από τη βρωμιά, υπήρχαν δύο τρία γυμνά παιδιά. Με κοιτούσαν επίμονα φωνάζοντάς μου κάθε τόσο πίσω από την πλάτη μια λέξη, κάτι σαν "Νατάν, Νατάν!".



Στην άλλη μεριά του μικρού δρόμου που ήταν καθ' ολοκληρίαν μέσα στη σκόνη και στη λάσπη από ακαθαρσίες υπονόμων, υπήρχε ένα άλλο μικροσκοπικό σπίτι. Αυτό από πέτρα, με ένα ψηλό σκαλοπάτι. Πάνω απ' αυτό το σκαλοπάτι ήταν ξαπλωμένη μόλις δίπλα στο κατώφλι μια γρηά. Έμοιαζε καρφωμένη στην πέτρα. Και όπως σε εφιάλτη ήταν σαν να ήθελε να σηκωθεί και δεν μπορούσε. Προφανώς είχε καταληφθεί από αγωνία. Λεπτή σαν παιδί, με κόμπους από φτωχά σφιγμένα νεύρα αποτυπωμένους στο σώμα της, κειτόταν εκεί ανάσκελα με το λαιμό της πάνω στην πέτρα, κουνώντας το κεφάλι δεξιά και αριστερά. 
Το φόρεμά της ήταν πράσινο - από ένα φλεγόμενο πράσινο - και εντελώς ανοιχτό μπροστά. Το μαραμένο στήθος της ήταν ακάλυπτο. Μερικά παιδιά που με είχαν ακολουθήσει, την κοιτούσαν και εκείνα μαζί μου. Στην ματιά τους υπήρχε ένας μικρός τρόμος αλλά με μία τέτοια απόχρωση που σου έδινε να καταλάβεις ότι ήταν αποδεκτός και για έλασσον ζήτημα. 


Βημάτισα λίγο ακόμη προς το μέρος της. Προς το σκαλοπάτι και προς εκείνο τον μικρό στεγνό υπόνομο που έτρεχε από κάτω. Το πηχτό πράσινο του ρούχου, το μελαμψό και ζαρωμένο δέρμα... Αλλά από κοντά αντελήφθηκα ότι οι κινήσεις του στόματος που έμοιαζαν καθαρά με κινήσεις από άγχος, από έντονο πόνο, ήσαν στην πραγματικότητα λέξεις, ήχοι. Η γυναίκα πέθαινε και τραγουδούσε. Δεν ήταν βέβαια ένα ευκρινές τραγούδι, αλλά ένα μοιρολόγι, μια cantilena*. Και εκτός αυτού κάθε ινδικό τραγούδι μοιάζει με κάτι τέτοιο. Στεναχώρια, φόβος, παροξυσμός, μαρτύριο έχουν βρει αυτό το καλούπι στο οποίο αποκρυ- σταλλώνονται. Ξεφεύγουν από την αβίωτη ιδιαι- τερότητά τους με το να συστηματοποιούνται, σχεδόν να ταξινομούνται, σ' εκείνο τον φτωχό μηχανισμό λέξεων και μελωδίας. 


Ήταν κάτι περισσότερο από ένα μουρμούρισμα αυτό που έβγαινε από εκείνο το γυμνό και σφιγμένο στέρνο, από εκείνα τα αξιολύπητα μέλη που είχαν φθάσει στο τέρμα της φυσικής ζωής τους, καλυμμένα σε πράσινα κοριτσίστικα ρούχα. Και ήταν ακόμη αρκετό για να μετατρέψει το ανυπόφορο του θανάτου σε ένα από τους πολλούς, απελπιστικούς μεν, αλλά ανεκτούς νόμους της ζωής. 



*μονότονη ψαλμωδία

από το Άρωμα των Ινδιών
του Παζολίνι
Οδός Πανός, 1985
μτφ. Κώστας Πολέτης 







Η διαβεβαίωση του πρωθυπουργού ότι  "δεν θα γίνουμε Ινδία" μου θύμισε όλες τις προηγούμενες, όπως το "λεφτά υπάρχουν" ή το "δεν πρόκειται να ληφθούν άλλα μέτρα". Κι ανησύχησα. Ένα άρωμα Ινδίας είχε καταλάβει το δωμάτιο, σκέφτηκα ότι κάποιος θα ξεφύλλισε εκείνο το ξεχασμένο βιβλιαράκι του Παζολίνι. Όμως, όχι, δεν ήταν αυτό. Ίσως ο πρωθυπουργός μας εννοούσε ότι δεν θα χρειαστεί να καταλήξουμε σε κάτι σαν κι αυτό:

Πριν ένα χρόνο περίπου, ο Ινδός εργάτης της φωτογραφίας αυτο- πυρπολήθηκε για να διαμαρτυρηθεί για τις συνθήκες εργασίας στη χώρα του. Να ανακουφιστώ;



Το να γίνουμε και λίγο Ινδία δεν είναι, δα, και τόσο τραγικό, αν σκεφτούμε κάτι άλλο, όπως τη μουσική προσέγγιση των δυο λαών, στην οποία συνέβαλλαν τόσο δημιουργικά το 2005 ο Πετρολούκας Χαλκιάς κι η παρέα του. Στο βίντεο που παρεμβάλλεται στο απόσπασμα από το Άρωμα των Ινδιών, ο Γιάννης Ζάννης παίζει ινδική μουσική με τον Σουηδό Άλσεν και τον Ισραηλινό Ζαντόκ...

Και μην ξεχνάμε ότι οι μουσικές συγγένειες με την Ινδία κρατούν δεκαετίες, όπως μας θυμίζουν τα remix του ftou1000kaka:


Τέλος, δεν θα εξαιρέσουμε τους νέους γιουτουμβίστες που αποδεικνύουν περίτρανα, με αλλεπάλληλες γιουτουμβυθίσεις, την ανωτερότητα της ελληνικής γλώσσας που, από του Μεγαλέξανδρου τα χρόνια, μιλιέται φαρσί και εν Ινδίαις:






Είμαι ένας φτωχός θλιμμένος ποιητής κι αυτές οι στυγνές επικαιρότητες μου χαλάνε το ανεξαναρτησιακό πρόγραμμα και με αποπροσανατολίζουν από τα βαθύτερα νοήματα της μάταιης ζωής. Σκέφτομαι να νίψω τα χέρια μου και να κάνω ότι δεν βλέπω και δεν ακούω. Δεν ξέρω, θα δω. 




Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

το διασκεδάζουν


Gil Scott Heron - the Revolution will not be televised

Η διάλυση του δημόσιου τομέα δεν είναι συνέπεια μόνο της κατίσχυσης της άκρας νεοφιλελεύθερης λογικής, από πολλά χρόνια - και στην Ελλάδα, αλλά των σχέσεων που διαμορφώθηκαν εδώ και δεκαετίες ανάμεσα στους δημοσίους υπαλλήλους, την κοινωνία και το κράτος. Η λογική τού "διαίρει και βασίλευε", που μεταφράζεται "όλα για το τομάρι μας", είναι ακόμα και τώρα κυρίαρχη. Το σύνδρομο της κότας, σε πανδημία. Καμιά τριανταριά ευρώ για τον καθένα θα πήγαινε αν έλεγαν ότι αναλαμβάνουν το κόστος για να μην απολυθούν αύριο 30.000. Αλλά πού...

του AntistaChef

Οι δημόσιοι υπάλληλοι θα είχαν μια ελπίδα να σωθούν αν, εκτός από την τσέπη τους - που το περιεχόμενό της παρακολουθούν άπραγοι να εξανεμίζεται, αν νοιάζονταν και για τους ρόλους τους σ' αυτή την κοινωνία. Αν, κι είναι μόνο ένα παράδειγμα, ο εκπαιδευτικός αμφισβητούσε και τον ρόλο του, κατανοώντας - ή παραδεχόμενος - ότι δεν βρίσκεται πίσω από την έδρα για να προσφέρει μόρφωση, αλλά για να εκπαιδεύσει, να κατασκευάσει υπηκόους. 
Αυτό δεν συμβαίνει. Δεν μπορώ να φανταστώ πού τελειώνει το στριπτίζ κι αν θα μείνουμε ξεβράκωτοι. Πάντως, κάποιοι το διασκεδάζουν...

eurogroup 3/10/11

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011


αμάν πια με τον θάνατο



Κι αφού με τάματα και παρακάλια το σμάρι των νεκρών
λιτάνευσα, πιάνω τα πρόβατα, κι εκεί στον λάκκο κόβω
τον λαιμό τους - έτρεχε μαύρο το αίμα τους. Κι ευθύς μαζεύτηκαν, 
από το έρεβος του κάτω κόσμου, ψυχές νεκρών που ο θάνατος τους βρήκε:
νύφες, παλληκαράκια, συφοριασμένοι γέροντες,
κορίτσια τόσο τρυφερά, με λαβωμένη την καρδιά από το πρόωρο πένθος·
πολλοί κι οι χτυπημένοι από κοντάρια χάλκινα,
άντρες που πολεμώντας έπεσαν, στο χέρι τους κρατώντας
ματοβαμμένα τα όπλα τους.

Ομήρου Οδύσσεια, Νέκυια
μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτης
Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη, ΑΠΘ







πως διαφεντεύει ο θάνατος ακώλυτα
απ' όταν πρωτοφάνηκε η ζωή
το ξέρουνε κι οι πέτρες

κι εκείνες που στους λιθοβολισμούς ριχτήκαν
κι οι λίγες που σφραγίσανε ταφάκια
για κολατσό τού δαμαστή του χρόνου
κι όσες μνημεία τις χτίσανε χέρια πιστών
και τ' αγκωνάρια που κοιμούνται
σε μαυσωλεία σε πυραμίδες και
στης γης μέσα τις κρύπτες

πως είναι ο θάνατος αφέντης όλων
που τους γέννησε η ασήμαντη ζωή
κι αμάναμαν
ακλόνητος αφέντης δούλων κι αφεντάδων
και πιότερο των αφεντάδων
που θολωμένοι απ' των νικών τους
πάνω σε θνητούς τη ζάλη
ξεχνούνε πως η τελική τους μοίρα
δεν διαφέρει από των ηττημένων
το ξέρουν όλοι
το πικρό το ποιηματάκι

ας το βουλώσουν
το λοιπόν οι ποιητές
που για το θάνατο βαρούν ταμπούρλα
του τάζουνε και του προσφέρουν στίχους
σάμπως αξιώματα να λαχταρούν
για να αποκτήσουν
στο βασίλειο το παγερό του

αμάν πια
μάθετέ το ποιητές
δεν θα τον ανταμώσετε ποτέ
τον πανικό βιαστή
της φρικιασμένης σας ψυχούλας









Ralph Stanley by hyperdiabolical

 




Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τούς είναι χαρισμένη.
Καρυωτάκης, Μπαλάντα... από τα Νηπενθή

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

ορμή θανάτου


του Αδριανού




Νύχτα Βασάνου
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1903


Πότε, μάτια μου καημένα, 
θα κλεισθήτε στη σιγή, 
να χαρίσετε σ' εμένα
ύπνο, ανάπαψη πικρή;


Αφουγκράσου! πώς τ' αηδόνι
λούφαξε στην ερημιά.
Άκουσ', άκουσε τον γκιώνη·
παύει να μοιρολογά...


Και τ' αστέρια, μαραμμένα
λουλουδάκια του Θεού,
σβηόνται, πέφτουν ολονένα
απ' τον κάμπο τ' ουρανού


Και το πυροφάνι εχάθη, 
που στην έρμη ακρογιαλιά
φέγγει του γιαλού τα βάθη
κι αντιλάμπει στη στεριά.


Κ' η Λιαλιώ που τ' αγναντεύει
με λαχτάρα, η λυγερή, 
σφάλησε το τζάμι, φεύγει·
αχ! τί όνειρα θα ιδή...


Μοναχός εγώ αγρυπνάω, 
νυχτερεύω μοναχός·
'λεημοσύνη σας ζητάω, 
νύχτα, δόλι' αγάπη, φως!


Ναι, μα το ιερό σκοτάδι,
ναι, μα τ' άστρο της αυγής,
ούτε ύπνος, για σημάδι,
στη γαλήνη αυτή της γής!...


Γίνε, νύχτα, συντροφιά μου, 
στη βαθειά, άπειρη σιγή·
έλα μες στην αγκαλιά μου,
δος μου ανάπαψη πικρή.



του Αδριανού







στο θάνατον αναπαημό να βρω θα περιμένω

μάτια κλεισμένα στην υγρή του χώματος πληγή

θα λαχταρώ με τη σιωπή το πιο βασανισμένο

χαμόγελο της σιγαλιάς που απλώνεται στη γη



αηδόνι, όταν λούφαξες, ο γκιώνης σ’ εμιμήθη

και ταστεράκια σβήσανε μαραζωμένα εκεί

στα ουράνια τα παράξενα που ταχταρίζουν μύθοι

βαθιά στου στερεώματος θλιμμένο τουμπεκί



death instinct, death wish



η ακρογιαλιά σκοτείνιασε, το πυροφάνι εχάθη

ο φλοίσβος ράντισε ύσσωπο τα μάγουλα που καιν

πάνω σε τζάμι σφαλιχτό τα δάκρυα που σαν λάθη

το όχι ξέχασαν καιρό, λησμόνησαν το δεν





τη νύχτα αυτή θα ξαπλωθώ στα βλύσματα των πόθων

που με άπειρη σιγή, αχνά, χαράζουν το λαιμό

δεν θάχω πια το αλύχτισμα πικρών του βίου γρόθων

να μου τραντάζει το κορμί σ' ανόσιο παιδεμό













Αν λοιπόν όλες οι οργανικές ορμές, ως συντηρητικές και ιστορικά αποκτημένες, αποβλέπουν στην επαναστροφή, στην αποκατάσταση παλαιότερων καταστάσεων, τότε πρέπει να αποδώσουμε τα αποτελέσματα της οργανικής εξέλιξης σε εξωτερικές, διαταρακτικές και εκτρεπτικές επιρροές. Το στοιχειώδες έμβιο ον δεν θα ήθελε εξαρχής να υποστεί οποιαδήποτε αλλαγή και υπό αμετάβλητες συνθήκες θα επαναλάμβανε πάντοτε την ίδια πορεία ζωής. Αλλά σε τελική ανάλυση η εξελικτική ιστορία της γης και της σχέσης της προς τον ήλιο είναι αυτή που αποτυπώθηκε στην εξέλιξη των οργανισμών. Οι συντηρητικές οργανικές ορμές δέχθηκαν μέσα τους κάθε τέτοια αλλαγή που επιβλήθηκε στην πορεία ζωής και την διατήρησαν, ώστε να μπορεί να επαναλαμβάνεται. Έτσι δίνουν κατ' ανάγκη την παραπλανητική εικόνα δυνάμεων που επιδιώκουν την αλλαγή και την πρόοδο, ενώ στην πραγματικότητα αποβλέπουν απλώς σε έναν παλαιό στόχο με παλαιά και νέα μέσα. Θα μπορούσε να κατονομασθεί και αυτός ο τελικός στόχος κάθε οργανικής επιδίωξης. Αν ο στόχος της ζωής ήταν μια κατάσταση που δεν έχει επιτευχθεί ποτέ μέχρι σήμερα, αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση προς την συντηρητική φύση των ορμών. Στην πραγματικότητα πρέπει να είναι μία παλαιά κατάσταση αφετηρίας, την οποία το έμβιο ον κάποτε εγκατέλειψε και στην οποία τώρα επιστρέφει μέσα από όλους τους δρόμους της εξέλιξης. Αν μπορούμε να δεχθούμε ως εμπειρία χωρίς εξαιρέσεις την ιδέα ότι όλα τα έμβια όντα πεθαίνουν για εσωτερικούς λόγους και επιστρέφουν στην ανόργανη κατάσταση, μπορούμε και να πούμε απλώς: Στόχος της ζωής είναι ο θάνατος, και αναδρομικά: Τα άψυχα υπήρξαν πριν από τα έμψυχα


Φρόιντ, Πέραν της Αρχής της Ηδονής
μτφ. Λευτέρης Αναγνώστου
εκδ. Επίκουρος 2001



Munch - Maiden and Death



Πέντε χρόνια μετά την έκδοση του Πέραν της Αρχής της Ηδονής,
ο Φρόιντ σημειώνει ότι το πιο πάνω απόσπασμα είναι
η ανάπτυξη ενός ακραίου συλλογισμού...