Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Αισιοδοξία







Μια μέρα η ανθρωπότητα 
θα παίξει με το δίκαιο 
όπως τα παιδιά παίζουν 
με τα άχρηστα αντικείμενα, 
όχι για να τους ξαναδώσουν 
την κανονική τους χρήση, 
αλλά για να τα απελευθερώσουν 
οριστικά από αυτή. 





Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

φωθιά

Παραφυλάω την εποχή σα βυθισμένο καταπότι ποταπό στ' άπατα, εποχή ταπωμένη με την τάπα των ποτέ. Αργά σιμώνω τη φωθιά όπως εκείνο το πουλί που καίγεται, μα δεν θα καώ γιατί δε νογώ αν κατέχει το, το φτερωτό, ότι κάμει σα να 'τανε οι φλόγες πέπλα. Απέναντι, το παρανοϊκά τακτοποιημένο πλήθος. Δεν θέλουν να εκραγούν ή να λιώσουν, δεν έχουν έλκη ψυχής ή καθελκύσεις βιωμάτων, δεν.

Επικουρικώς ενδίδω στην απόλυτα τηκόμενη σιγή. Δεν μισώ διότι δεν δύναμαι να μισώ ούτε μισό κάτι, αφού αλλού εδράζεται η ανάσκελη αιτία, η εστία των δυνάμενων δεινών. Ήτοι, ο ηχηρός ρε μινόρε μιναρές ή ο εν τσάτραις πάτραις μινάρας, δεν δύναται, ω δυνατέ δυνάστη των στιγμών, δεν δύναται, κι αν δίνατε παράταση δεν θα εδύνατο, εις τα δεν, δεν.

Τάπωσαν τα ποτέ κάθε νοητική λιγούρα. Μουρμούρα μες στην κοίλη σιγή, δεν έχει δρόμους στον ουρανό, οι πύργοι χάνουν τον έλεγχο, οι φοίνικες περιφρονούν το φτέρωμά τους, αιώνια νωπό απ' του κατακλυσμού την εμμονή, γι' αυτό και δεν ελέγχεται τίποτα, χιλιάδες πόδια πάνω από τη λυσσασμένη ανημπόρια, δεν δύνανται να πετούν προς τη φωθιά, δεν καίει φωθιά, βρεγμένα αποκαΐδια σκυλεύουν το τίμημα των επιθέτων στα ψόφια ουσιαστικά. Δεν είναι ερείπια αυτά που οραματίστηκα, δεν ξέρω, μονάχα σε ταινίες τα είδα, όχι, δεν. 





Ούτε που ξέρω αν αυτά
πα να πουν ότι γίνομαι στρείδι.
Αυτό από πάνω ήταν ένα ποίημα
κι έγινε πεζοτράγουδο.
Ξέρω και δεν ξέρω.
Δεν τιμπώνω, δεν τιμπώνω.
Λέω και τα σύκα σκάφη, άμα λάχει.
Αντί χρυσής σιωπής.



jpastos




Ερωτόκριτος:

Eίχεν εκείνο το Πουλί που στη φωτιά σιμώνει,
καίγεται, κι άθος γίνεται, και πάλιν ξανανιώνει.
Eλέγασιν τα γράμματα, σ' όποιον κι αν τα διαβάζει,
πως η φωτιά, που τον κεντά, δροσίζει, όχι να βράζει·
"Όσο σιμώνω στη φωτιάν, και βράζει και κεντά με,
τόσο και ξανανιώνει με, γιατρεύγει και φελά με."

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

οι κάτοχοι του χτες παραδέχονται ότι έχουν χαθεί στον λαβύρινθο


Πέθανε κι ο Ραβί Σανκάρ, μαγκιόρο που έπαιζε σιτάρ.
Πέθανε· κάνας μήνας πάει... Έστω και τώρα, ας πω ένα μπάι.

'Εγραψα τις προάλλες πως βρίσκομαι εκτός τόπου και χρόνου. Διαπίστωσα το χάσμα που χάσκει ανάμεσα στο μπλογκ MHNYMAL και την περιτρέχουσα πραγματικότητα, με τις πρόσφατες επετείους και τις αποδημήσεις επιφανών δι' ημάς τους μηνυμαλιστάς. Ούτε που είχα πάρει χαμπάρι τον θάνατο του Shankar. Τόσο πολύ. Εϊχα καταφύγει τότε, κατά την αυτοσυνείδηση της ατοποχρονίας, στον Calvino και στον Borges. Το επιγραφόμενο Κάτοχοι του Χτες του δεύτερου , στη μετάφραση του Δημήτρη Καλοκύρη, έδωσε διέξοδο στη λιμοκτονούσα αναπόλησή μου στα χτες των χτες. Ο Καλοκύρης σε μια σημείωσή του εξηγεί ότι ο ορθός τίτλος είναι Κατοχή (posesión) του Χτες. Επέλεξα αυτή τη μετάφραση γιατί μ' είχε συντροφέψει άλλοτε στις πολύτιμες στιγμές πριν απ' τον ύπνο, λίγο πριν αφήσω το βιβλίο στο κομοδίνο ή πολύ πριν, αφού με είχε πάρει ο ύπνος, είχε πέσει απ' τα χέρια, είχα ξυπνήσει, το είχα ξαναπάρει στα χέρια, είχε ξαναπέσει, ώσπου το έπαιρνα απόφαση, δεν γινόταν να διαβάσω, με είχε όμως συντροφέψει και μετά, στον ύπνο. Αλλιώς, ίσως να είχα διαλέξει τη μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη

Ξέρω πως έχω χάσει αμέτρητα πράγματα και πως, τώρα, αυτές οι απώλειες είναι τα μοναδικά δικά μου πράγματα. Ξέρω πως έχω χάσει το κίτρινο και το μαύρο, κι αυτά τ' ασύλληπτα τα αναλογίζομαι όπως δεν τα αναλογίζονται όσοι βλέπουν. Ο πατέρας μου έχει πεθάνει κι είναι πάντα πλάι μου. Όταν, καμιά φορά, απαγγέλλω στίχους του Σουίμπερν, λένε πως το κάνω με τη φωνή του. Μόνο αυτός που έχει πεθάνει είναι δικός μας · δικό μας είναι μόνο αυτό που έχουμε χάσει. Το Ίλιον υπήρξε, αλλά το Ίλιον επιζεί στο εξάμετρο που το θρηνεί. Το Ισραήλ υπήρξε όταν ήταν μια αρχαία νοσταλγία. Με τον καιρό, κάθε ποίημα γίνεται ελεγεία. Δικές μας είναι οι γυναίκες που μας άφησαν, γλιτώ-νοντάς μας απ' το άγχος της αναμονής, τους συναγερμούς και τους τρόμους της ελπίδας. Δεν υπάρχουν άλλοι παράδεισοι από τους χαμένους παραδείσους.  

Αν κάτι με δένει μ' αυτές τις λέξεις είναι το νόημά τους. Το παράξενο νόημα που δεν εξηγεί κάτι. Δεν ήταν θέμα στιλ να ταυτιστώ στην ισόβια κι αταίριαστη κατοχή των απωλεσθέντων. Αυτό μονάχα. Είδα χθες μιαν ακόμα, ευπρόσδεκτη, μετάφραση, του Βασίλη Λαλιώτη, που παρουσίασε ο Γιώργος Μίχος με την επισήμανση: Ο Μπόρχες είναι στυλίστας. Δεν είναι σαν να μεταφράζεις Έλιοτ. Αυτή:

Ξέρω πως έχω χάσει τόσα πράγματα που δεν θα μπορούσα να τα απαριθμήσω και πως αυτές οι απώλειες, είναι αυτό που μου ανήκει. Ξέρω πως έχω χάσει το κίτρινο και το μαύρο και σκέφτομαι αυτά τα ανύπαρκτα χρώματα όπως δεν τα σκέφτονται αυτοί που βλέπουν. Ο πατέρας μου έχει πεθάνει κι είναι πάντα στο πλευρό μου. Όταν θέλω να αναλύσω μετρικά στίχους του Σουίμπερν, το κάνω, μου λένε, με τη φωνή του. Μονάχα αυτός που έχει πεθάνει είναι δικός μας, μονάχα είναι δικό μας ό,τι χάσαμε. Το Ίλιον υπήρξε, αλλά το Ίλιον διαρκεί στον εξάμετρο που το θρηνεί. Το Ισραήλ υπήρξε όταν ήταν μια αρχαία νοσταλγία. Κάθε ποίημα με τον καιρό, είναι μια ελεγεία. Δικές μας είναι οι γυναίκες που μας άφησαν, όχι πια συνδεδεμένες με τη χτεσινή μέρα, που είναι ανησυχία, και τους συναγερμούς και τρόμους της ελπίδας. Δεν υπάρχουν άλλοι παράδεισοι εκτός από τους χαμένους. 

Ξέρω πολλά για όλα όσα θα 'τανε καλύτερα να μη γνωρίζω, έγραφα. Και μου απαντούσα: Ξεράδια. Δεν ξέρω αν ο Shanκar συγκινώντας το κοινό πρόσφερε πονηρό έργο στη βιομηχανία της μαζικής ομογενοποιητικής κουλτούρας και μόνο. Δεν ξέρω να βρίσκω το γνήσιο στιλ του Μπόρχες ή του θνητού εμαυτού μου. Ούτε τι εννοούσε ο Σωκράτης όταν αποκάλυπτε την παντελή του άγνοια. Η λαβυρινθώδης πραυματικότητα δεν μου προκαλεί ίλιγγο, γιατί κάποιοι με καθησυχάζουν με τις σκέψεις τους. Όπως ο Κυριακίδης με τις τελευταίες του λέξεις στην εισαγωγή στα Άπαντα Πεζά του Μπόρχες: 

Ξαναγυρίζω στο λαβύρινθο εφ' ω ετάχθην: αν κάτι μου δίδαξε ο Μπόρχες, δεν είναι πώς να βγω απ' το λαβύρινθο, αλλά πότε (και, κυρίως, πώς) να παραδεχτώ ότι χάθηκα. 


Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

ευχές για
ζωή, υγεία, αίμα και χρώμα









με κουραμπιέδες, καταπότια κι άλλα τέτοια
να πάει καλά του δεκατρία η χρονιά:
ζωή, υγεία, αίμα και χρώμα· τα δοβλέτια
παν να μας πνίξουν με αδίστακτη απονιά

αυτό το βάσανο αδιάκριτά 'χει όρια
μ' ας ήταν να 'χαμε λίγο σαντάλ ανρύ
κι αντί για κρίση να 'χαμε απλώς βλεννόρροια
έτσι που κάθε πικραμένος να χαρεί

όμως το βούτυρο το φρέσκο πάει περίπατο
παν' τα τσουρέκια, οι κουραμπιέδες τα γλυκά
που μας γλυκαίναν τη ζωή μία φορά

τώρα το χάνω και το σπίτι μου το δίπατο
κλαίει η φαμίμλια, παιδαρέλια, θηλυκά
γινήκαμε άπαντες των αγορών βορά




ajkrill


θάθελα νάτανε δημόσιοι του μπερνίτσα
οι κουραμπιέδες· νάταν και τα καταπότια
φρι και δημόσια για όλα τα κορίτσα
χωρίς γιατί και επειδή, χωρίς διότια



daviddahlin



Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

κάτοχοι του χτες




Βρέθηκα,τελευταία, εκτός τόπου και χρόνου. Πολυτεχνείο, Γρηγορόπουλος, Μίσσιος, ό,τι δεν θυμάμαι, Χριστούγεννα.... Αλλού. Σιωπή. Τσιμουδιά. Περαστικά. Όμως ήμουν εδώ. Εδώ. Πολυτεχνείο. Εδώ ΒίλλΑμαλίας. Που δεν πάτησα ποτέ το πόδι μου. Εκεί Μαρφίν. Που δεν πέρασα απέξω. Όλο το σκηνικό παγιδευμένο στης καθεμιάς, στου καθενός, την τσίπα. 

Εδώ 2012. Τέλος. Οι ιστορίες μας, αποσυρμένα έλκηθρα του Αη Βασίλη. Σαν το υπικό της αισθητικής φαμελιάς μας. Που συναρτά ρεμπέτικα, χιπ χοπ, μπλουζ, ανταλού και καντάδες. Χειμερινούς κολυμβητές και Διονυσίου. Μπαχ και μπαλαλάικες. Και τόσα κονκάρδια ταυτότητας. Αντισταθείτε σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό στιχάκι και λέει: για, να με δω... Αντισταθείτε στης αντίστασης τη δηθενιά. Ν' αντισταθώ κι εγώ στην εδική μου κάθε λέξη, κάθε στιγμή και κάθ' επιμονή. 



Δεν είναι που αλλάζει ο χρόνος οσονούπω 
Είναι που κάτι τέλειωσε σύμφωνα με το γδούπο
Όταν πρόκειται ν' αλλάξει ο χρόνος, πολλοί μπαίνουν σε απολογιστικούς κύκλους. Στην πραγματικότητα σκοπεύουν να μπουν σε κύκλους προϋπο-λογιστικούς. Οι προϋπολογισμοί επιβάλλουν τελευταίως ελαττώσεις του μήκους των ακτίνων των κύκλων μας. Για να διατηρηθεί η επαφή με άλλους κύκλους, θα πρέπει, αν είναι εσωτερικοί, να μειωθεί κι αυτών το μήκος ακτίνας, αν είναι εξωτερικοί, ν' αυξηθεί. Δεν γίνεται να διατηρηθούν σταθεροί οι κύκλοι - ακτίνες και περιφέρειες. Μόνο τα κέντρα παραμένουν αμετακίνητα. Κύκλος ή γραμμή, ιδέα ή ζώο, ανεξάρτητη ή εξαρτημένη μεταβλητή, όσο κι αν προσπαθούμε να τον υπολογίσουμε, ο χρόνος δεν μας υπολογίζει διόλου. Άσχετο. Ο Καλβίνο, στην Αντέλμα από τις Αόρατες Πόλεις (στην παλιά έκδοση): 

Φτάνεις σε κάποια στιγμή της ζωής σου όπου, ανάμεσα στον κόσμο που έχεις γνωρίσει, οι νεκροί είναι περισσότεροι από τους ζωντανούς. Και το μυαλό αρνιέται να δεχτεί άλλες φυσιογνωμίες, άλλες εκφράσεις: σ' όλα τα καινούργια πρόσωπα που συναντάς, αποτυπώνει τις παλιές μορφές, βρίσκει για το καθένα τη μάσκα που του ταιριάζει περισσότερο. 





Είμαι αισιόδοξος για το μέλλον. Εννοώ για ό,τι θα φέρει ο τάχα βελο(νο)ειδής χρόνος. Εννοώ ότι είμαι αισιόδοξος γιατί καρπώθηκα όσα χάθηκαν στο παρελθόν. Έχω μια καλή περιουσία απωλειών και κάτι χαμένους παράδεισους, από τότε που η παράδεισος αντηχούσε στα όνειρά μου. Εξηγεί ο Μπόρχες:

Ξέρω πως έχασα τόσα πράγματα που δε θα μπορούσα να τα καταγράψω και αυτές οι απώλειες, τώρα, είναι ό,τι μου ανήκει. Ξέρω ότι έχασα το κίτρινο και το μαύρο και σκέφτομαι αυτά τα άπιαστα χρώματα όπως δεν τα σκέφτονται αυτοί που βλέπουν. Ο πατέρας μου πέθανε και πάντα στέκει στο πλευρό μου. Όποτε θέλω να μελετήσω στίχους του Σουίμπερν, το κάνω, μου λένε, με τη φωνή του. Μόνο ό,τι έχει πεθάνει είναι δικό μας, μόνο αυτό που χάνουμε μας ανήκει. Το Ίλιον υπήρξε, όμως το Ίλιον παραμένει στο εξάμετρο που το θρηνεί. Το Ισραήλ υπήρξε όταν ήταν μια παμπάλαιη νοσταλγία. Το κάθε ποίημα, με τον καιρό, είναι μια ελεγεία. Δικές μας είναι οι γυναίκες που μας άφησαν, και που δεν είναι δεμένες με της βραδιάς την άγωνία και τους συναγερμούς και την τρομοκρατία της ελπίδας. Δεν υπάρχουν παράδεισοι άλλοι από τους χαμένους παραδείσους. 



Κάτοχοι του χτες:
το ανωτέρω ποίημα του Μπόρχες
από την τελευταία συλλογή του
Συνωμότες (1985)



CCCYP


καλή χρονιά


Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

ξεράδια


ξέρω πολλά 
για τις συμβάσεις και
για τα συμβατά συντρίμματα 
για τα παράτονα συνθήματα 
ξέρω πολλά και 
για τις ώρες της υπομονής και
για τα δάκρυα τσιμουδιάς
στη λιτανεία που βουίζει
για όλα όσα θα 'τανε καλύτερα 
να μη γνωρίζω 

ξέρω πολλά

την τεχνική των πλέξεων λέξεων
που δεν τις ξεστομίζεις εύκολα
λες κι είναι αυτές που καίνε
κι όχι το πάντοτε φλεγόμενο 
βαρύ κι ασήκωτο 
άδειο κι  απόμακρο
βαθύ κι απόλυτο
τόσο ξερό
τρανό στον ουρανό
απειροστό μηδενικό
το απειροστό μηδενικό 
βρήκε δουλειά στον ουρανό 
μηδενικό τρανό
τις ώρες που τα σύμβολα 
συντρίβονταν ή λιώναν
ωχ της θερμότητας χυδαία υπερβολή
την ώρα που με φίλησες κυρά μου
που σαν το τίποτα τινάχτηκα 
στων λέξεων τον καπνισμένο ουρανό
τρανό μηδενικό των συμφερόντων 
της ατιμώρητης φυγαδευμένης σκέψης
που γυροφέρνει στην ανώμαλη πλαγιά
γδέρνεται φλομωθείσα ήτταν 
ξαναγυρνά στη συνοικία των θέλω
να τρώγει μανικώς απ' τα φαγιά
που μούχλιασαν μες 
στους λαμπρούς 
σκουπιδοντενεκέδες