Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

στα σούπερ μάρκετ δαπανήθηκα





έφαγα τη ζωή στα σούπερ μάρκετ 
λιπαρά επί τοις εκατό με δίχως ζάχαρη
άιζο συντηρητικά έχετε κάρτα όχι την ξέχασα
στους πεντακόσιους πόντους ένα σετ πετσέτες
χυμό πάρε καλύτερα χυμό
βγάζεις σπυράκια με την κοκακόλα 
μου λέτε σας παρακαλώ πού
βρίσκονται οι τροφές για σκύλους

να δοκιμάσουμε αυτά τα παξιμάδια
τείναι σε προσφορά
γέρασα μες στα σούπερ μάρκετ
άλλαζαν τις πωλήτριες
όταν κορόιδευαν το μέικαπ με ρυτίδες 
άλλαζαν τα συστήματα ασφαλείας
υπεύθυνο άλλαζαν του καταστήματος
στα σούπερ μάρκετ σπαταλήθηκα 
σπρώχνοντας το καρότσι 
δεκάδες εξάδες νερά μισερεύτηκα
ταχίνι βιολογικό και σερβιέτες
με κάλυμμα υφασμάτινο και ξυραφάκια 

ασήμαντες επιλογές ήθος καταναλωτικό
πάντα επέστρεφα 
στους δαιδαλώδεις
διαδρόμους 
βήματα εξερευνητικά
ανακαλύπτοντας ξανά μανάγκες
αναζητώντας λύσεις για την πιτυρίδα
για την καταρροή και τους μικροτραυματισμούς  
χάθηκα σαν παιδί σε λαβυρίνθους
πράσινο τσάι βανιλέτες και για τοστ τυρί 
μούγκριζα κάτω από τα δόντια 
εκνευριζόμουν από τις ελλείψεις 
είχα τις προτιμήσεις μου
όσα με χαρακτήριζαν σαν άνθρωπο
που ελεύθερα καταναλώνει
σχεδόν τ' αγάπησα ορισμένα προϊόντα
κάτι κρασιά έναν καφέ και κάνα δυο τυριά
την κατανάλωσα όλη τη ζωή 
μπουκάλι το μπουκάλι κουτί κουτί κουτί
μες στις σακούλες την κουβάλησα
τη φόρτωσα στο πορτμπαγκάζ
την τακτοποίησα σε ντουλάπια
με αποδείξεις πληρωμένο φιπιά
ζωή παραδειγματική
κυλούσε το καρότσι φορτωμένο 
ράγες από τη μούζικα ροδάκια στιβαρά
άφησα ελεημοσύνη τρεις φορές
στη μικρομάνα που ζητιάνευε στην είσοδο
τριανταοκτώ φορές έδωσα το καρότσι σε γυφτάκι
είχα δυο μάτια έκπληκτα για τον επαίτη
με την ελληνική ταυτότητα ριγμένη στο καπέλο
δαπάνησα μπροστά σε ράφια το είναι 
πίσω από ουρές και στη σειρά για την παραγγελία 
στη φανερή την κάμερα έβγαζα γλώσσα 
δεν με πτοούσε η παρακολούθηση
δημόσιος γαρ ο χώρος 
γύρω ακίνητοι πελάτες προσηνείς
έτρωγαν με τα μάτια όσα η ψυχή δεν ξέρω τι
έπεφταν σαν κοτόπουλα στη διάβαση πεζών
αεροσταλεξίπτωτα οι φουσκωμένες τσάντες 
μετέωροι θρηνούσαν δήθεν πότλατς 
μερίδια φιλανθρωπικά 
κυρίες συγκέντρωναν 
ζυμαρικά πελτέ ντομάτας όσπρια γάλα
στα σούπερ μάρκετ την ψυχή έχω θυσιάσει
δεν έχω τρόπο να μυρίσω του οινοπαντοπωλείου
η νέα κύμη κρασί λακέρδα φέτα στη λαδόκολλα
εκείνου του μπακάλικου τη σκοτεινιά και
τα βαρέλια δεν έχω μνήμη πόντους έχω
ούτε καιρό να τους καταναλώνω
τους τόσους φόνους έξυπνα 

συσκευασμένης 
φρίκης









Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013


Δύναμη και Βία (ΙΙ)


Στον εξόδιο δεκαπεντασύλλαβο της προηγούμενης, ονόματι άλλους φοβάμαι, ανάρτησης, η λέξη ανάρτηση πάντα μου θύμιζε αυτοκίνητο, ίσως εξαρτήσεις θα έπρεπε να τις αποκαλώ, πάντως στον εξόδιο, εν τοιαύτη, που λένε, περιπτώσει, δεκαπεντασύλλαβο της προηγούμενης εξάρτησης η πρόταση ήταν: μουσική τιμωρία. Η γλυκόλαλη άρπα και το πονεμένο σάζι γίνεται να τιμωρούν; Είναι βία αυτή; Και ποια δύναμη, αν είναι βία, ανταγωνίζεται, για να επιστρέψω και στην εξάρτηση την προηγούμενη της προηγούμενης; Δεν ξέρω. 





Δύναμη και βία. Μπερδεμένη διπολία. Η Arendt, καθώς διαβάστηκε στην προηγούμενη της προηγούμενης, ξεχώριζε δύναμη και βία σαν μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα. Ο Sorel τις ξεχώριζε κατά την ταξική αντιπάλη κι έγραφε πως "η δύναμη έχει για αντικείμενο να επιβάλλει την οργάνωση κάποιας κοινωνικής τάξης μέσα στην οποία μια μειοψηφία κυβερνά, ενώ η βία τείνει στην καταστροφή αυτής της τάξης". Απ' τη μια, έβλεπε μιαν αστική δύναμη κι απ' την άλλη μια προλεταριακή βία. Κι ενώ η Arendt έβρισκε στην ιδέα του Sorel για την προλεταριακή γενική απεργία έναν "περίφημο μύθο", που τελικά ανήκε "στο οπλοστάσιο της μη βίαιης πολιτικής", τζάμπα βία, δηλαδή, τζάμπα υπεράσπιση της βίας στα λόγια, ο Benjamin υπερθεμάτιζε, υπερασπιζόμενος την ιδέα του Sorel, καθότι η προλεταριακή γενική απεργία δεν αναζητούσε βελτιώσεις σ' έναν κόσμο που θα έπρεπε να καταργηθεί, όπως συνέβαινε με την πολιτική, τη διεκδικητική, γενική απεργία. Έτσι έφτανε από άλλο δρόμο στην ίδια περί μη βίας εκτίμηση: 


Ενώ η πρώτη μορφή διακοπής της εργασίας συνιστά βία, καθώς προκαλεί μονάχα μια εξωτερική τροποποίηση των συνθηκών εργασίας, η δεύτερη, ως καθαρό μέσο είναι μη βίαιη, καθώς δεν αναλαμβάνεται με την πρόθεση επιστροφής στην εργασία μετά από εξωτερικές παραχωρήσεις και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις των συνθηκών εργασίας, αλλά με την απόφαση επιστροφής μόνο σε μια εργασία εξολοκλήρου αλλαγμένη, μια εργασία την οποία δεν επιβάλλει το κράτος, μια ανατροπή, που αυτός ο τύπος απεργίας δεν την προκαλεί, αλλά μάλλον την πραγματώνει. Γι' αυτό και το πρώτο εξ αυτών των εγχειρημάτων είναι νομοθετικό, ενώ το άλλο, αντιθέτως, αναρχικό.

Ο δε Fanon, με τις κατά Arendt "ανεύθυνες μεγαλεπήβολες δηλώσεις" και τις "ρητορικές υπερβολές", αγανακτισμένος από την αποικιοκρατική βαναυσότητα, ήταν απόλυτος: "ο σπαρμένος με απαγορεύσεις κόσμος αμφισβητείται μόνο με απόλυτη βία": 
Να ο αποικιακός κόσμος. Ο ιθαγενής είναι ένα πλάσμα εγκλωβισμένο, το απαρτχάιντ δεν είναι παρά μια παραλλαγή της διαίρεσης του αποικιοκρατικού κόσμου. Το πρώτο πράγμα που μαθαίνει ο ιθαγενής είναι να μένει στη θέση του, να μην περνάει τα όρια. Γι' αυτό τα όνειρα του ντόπιου είναι όνειρα μυώδη, όνειρα δράσης, όνειρα επιθετικά. Ονειρεύομαι πως πηδώ, πως κολυμπώ, πως τρέχω, πως σκαρφαλώνω. Ονειρεύομαι πως σκάω στα γέλια, πως περνάω το ποτάμι με μια δρασκελιά, πως με κυνηγάνε κοπάδια αυτοκίνητα που δεν θα με φτάσουν ποτέ. Κατά τη διάρκεια της αποικιοποίησης ο αποικιοκρατούμενος δεν παύει ν' απελευθερώνεται ανάμεσα στις εννιά το βράδυ και στις έξι το πρωί. [...] Το βλέμμα που ρίχνει ο αποικιοκρατούμενος στην πόλη του άποικου είναι ένα βλέμμα πόθου, βλέμμα ζήλειας. Όνειρα ιδιοκτησίας, όλων των ειδών της ιδιοκτησίας: να καθίσει στο τραπέζι του άποικου, να ξαπλώσει στο κρεβάτι του άποικου, με τη γυναίκα του αν είναι δυνατό. Ο αποικιοκρατούμενος είναι φθονερός. Ο άποικος δεν αγνοεί ότι αν δει απαρατήρητος το βλέμμα του αποικιοκρατούμενου, διαπιστώνει με πίκρα αλλά πάντα έχοντας επίγνωση του "ο θάνατός σου είν' η ζωή μου": "θέλουνε να πάρουνε τις θέσεις μας". Είναι αληθινό πως δεν υπάρχει ούτε ένας αποικιοκρατούμενος που να μην ονειρεύεται, τουλάχιστον μια φορά την ημέρα, να εγκατασταθεί στη θέση του άποικου. 




Αν τηρήσουμε τις αναλογίες, που λένε, το μίσος του αποικιοκρατούμενου και το μίσος το ταξικό, τα γεννά ένας πόνος που εγκλωβίζει τον κυριαρχούμενο, γενικά, στα όρια του δικαίου που θα πρέπει να συντηρείται· ίδιος πόνος με το βάσανο που γεννά στον καταπιεσμένο την πεθυμιά ν' ανέβει στο κρεβάτι του κυρίαρχου, να πέσει στην πισίνα του, να οδηγήσει το κάμπριο του, να του μοιάσει. Το εκκρεμές ταλαντώνεται. Αλλά το άλλο εγχείρημα, το αναρχικό σύμφωνα με τον Benjamin, καθώς δεν αναφέρεται στο δίκαιο, δεν είναι βία. Η βία πάντα ή νομοθετεί,  ή συντηρεί το δίκαιο, είναι πάντως "ρίζα του δικαίου". Όταν η βία νομοθετεί, θα πρέπει να δώσει τη θέση της στη βία που θα συντηρήσει το νέο δίκαιο, που πρόκειται να παρακμάσει ενόσω συντηρείται έως ότου καταργηθεί από μια νέα νομοθετική βία, σε μια ταλάντωση που υποκρίνεται πως δεν φθίνει και που το ζητούμενο θα έπρεπε να είναι η ρήξη με αυτή, με την  ίδια την ταλάντωση. Κι αν η βία είναι το σαράκι της δύναμης, μάλλον σαν βία που επιδιώκει να νομοθετήσει εναντίον της δύναμης, η εξουσία καταφεύγει στη δική της βία, της συντήρησης. Ταλάντωση: πέτρα - δακρυγόνο, μολότωφ - κρότου-λάμψης, καδρόνι-κλομπ. Βίας θέατρον. Walter Benjamin:


Ο ισχυρισμός ότι οι σκοποί της αστυνομικής εξουσίας ταυτίζονται παγίως ή απλώς και μόνο συνδέονται μ’ αυτούς του ευρύτερου δικαίου, είναι απολύτως αναληθής. Πολύ περισσότερο που το «δίκαιο» της αστυνομίας στην πραγματικότητα χαρακτηρίζει το σημείο εκείνο όπου το κράτος, είτε λόγω αδυναμίας, είτε λόγω των εμμενών συσχετισμών στο εσωτερικό κάθε έννομης τάξης, δεν μπορεί πλέον, μέσω αυτής της έννομης τάξης, να κατοχυρώσει τους εμπειρικούς σκοπούς που επιθυμεί με κάθε τίμημα να επιτύχει. Ως εκ τούτου, η αστυνομία επεμβαίνει σε πολυάριθμες περιπτώσεις «χάριν ασφαλείας» όπου δεν υφίσταται σαφής νομική κατάσταση, όταν -χωρίς την παραμικρή σχέση με έννομους σκοπούς- συνοδεύει τον πολίτη ως επονείδιστο βάρος μιας ζωής ήδη ρυθμιζόμενης από διατάξεις, ή, ακόμα χειρότερα, τον παρακολουθεί. Σε αντίθεση με το δίκαιο, το οποίο αναγνωρίζει στην καθορισμένη από τον τόπο και το χρόνο «απόφαση» μια μεταφυσική κατηγορία, επιτρέποντας έτσι την κριτική, η εξέταση του θεσμού της αστυνομίας δεν καταλήγει σε τίποτα ουσιαστικό. Η εξουσία της είναι άμορφη, όπως η πουθενά απτή, αλλά ωστόσο διάχυτη, φασματική παρουσία της στη ζωή όλων των πολιτισμένων κρατών.

Στα θέατρα της βίας, στις άσκοπες τηλεφοβικές συγκρούσεις, η δύναμη γίνεται θεατής κι οι βίες πλιμπάρουν τους δρόμους με συντηρητικά. Σε μιαν ανούσια, κουραστική διαλεκτική η δύναμη καταναλώνεται σαν αδυναμία. Ο Agamben, μελετώντας τον Benjamin και τη λογική της κυριαρχίας, διαπιστώνει μια αντιστοιχία της διπολίας βίας που νομοθετεί και βίας που συντηρεί με τη διπολία συντακτική - συντεταγμένη εξουσία, αναγνωρίζοντας ότι η πρώτη "διατηρεί πάντα με τη συντεταγμένη εξουσία μια διφορούμενη και ανεξάλειπτη σχέση". Και πώς αλλιώς, όσο δεν επινοείται η ρήξη με την ταλάντωση; Έπειτα, παρατηρεί μιαν ακόμα αντίστοιχη διπολία, αριστοτελική: δύναμη και ενέργεια. Όπως η συντακτική εξουσία, βία που νομοθετεί, δεν μπορεί να ανάγεται σε συντεταγμένη, βία που συντηρεί, έτσι και η δύναμη είναι αυτόνομη σε σχέση με την ενέργεια.
Για τον λόγο αυτό, επειδή, δηλαδή, η δύναμη δεν πρέπει να χάνεται αμέσως στην ενέργεια, αλλά πρέπει να διαθέτει μια ξεχωριστή ιδιοσυστασία, είναι απαραίτητο να είναι σε θέση να μην περνά στην ενέργεια, δηλαδή να αποτελεί συστατικώς δύναμη να μην (κάνει ή είναι), ή, όπως λέει ο Αριστοτέλης, να είναι επίσης αδυναμία. Ο Αριστοτέλης διατυπώνει με αποφασιστικότητα αυτή την αρχή -η οποία, υπό μια έννοια, αποτελεί τον άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέ-φεται ολόκληρη η αριστοτελική θεωρία της δύναμης- σε μια επιγραμματική φόρμουλα: «έτσι ώστε κάθε δύναμη του ίδιου πράγματος και ως προς την ίδια αναφορά αντιστοιχεί σε μια αδυναμία» (ατού αύτοΰ και κατά το αυτό πάσα άυναμις αδυναμία», Μετά τα Φυσικά, 1046a, 32). Ή, ακόμα πιο ρητά:
«Αυτό, επομένως, που είναι δυνατόν να είναι, ενδέχεται και να είναι και να μην είναι· συνεπώς το ίδιο πράγμα είναι δυνατόν τόσο να είναι όσο και να μην είναι ("το ίυνατον ένδεχεταί είναι και μη είναι")» (Μετά τα Φυσικά, 1050b, 10).

Η δύναμη υπάρχει και χωρίς να ενεργεί. Όμως μόνο με την ενέργεια επιβεβαιώνεται σαν δύναμη. Δύναμη και βία, αλλιώς, λοιπόν. Θα ήταν σήμερα δυνατόν ένα παιδί να μην πάει στο σχολείο; Ποια ενέργεια θα δυναμίτιζε  την ιδέα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, που έπεται του υποχρεωτικού εμβολιασμού και προηγείται της υποχρεωτικής στράτευσης; Δηλαδή, θα καταργούσε τη δύναμη του καθήκοντος και θα εγκαθιστούσε αδυναμία;





Ήμουνα πιτσιρίκι κι ο δάσκαλος που έμενε από κάτω, μου έλεγε πως θα με πάρει στο σχολείο να κάνει μάθημα ανθρωπολογίας με τα παΐδια μου, έτσι αδύνατος που ήμουν. Τον πίστευα. Εξάλλου είχε αποδειχθεί ειλικρινής όταν κανα χρόνο πριν μου είχε πει ότι αν δεν φτάσω είκοσι κιλά δεν θα με γράψει στο σχολείο. Ήταν και διευθυντής, θεός σχωρέστον. Έφτασα τα κιλά που έπρεπε και με γράψανε στο σχολείο. Γλίτωσα και την ανθρωπολογία, όχι όμως και την επιβολή βίας συμβολικής, όπως τη λένε, βίας που δεν είναι βία μ' εργαλεία που αυξάνουν τη ρώμη, αλλά είναι βία με ή χωρίς συμβολικά εργαλεία, βία άυλη με συνέπειες υλικές. Ο διευθυντής είχε τη δύναμη. Οι δάσκαλοι τω καιρώ εκείνω χρησιμοποιούσαν ελάχιστα εργαλεία βίας, χάρακες, βίτσες, στυλά, όχι για να αυξήσουν τη ρώμη τους, αλλά για να προσδώσουν διαφορετικά, τεχνικά και συμβολικά χαρακτηριστικά στην άσκηση της βίας τους. Ως προς το τεχνικό μέρος, με τα εργαλεία επιτυγχανόταν οξύς πόνος, όχι άγαρμπος σαν της σφαλιάρας, οξύς καταληψίας της παυλωφιμωμένης μνήμης. Ως προς το συμβολικό, η διαφορική χρήση των μέσων διδασκαλίας, του κανόνος και του στυλογράφου, ήταν προφανής. Η βίτσα, ελέω της μουριάς του προαυλίου, κρατούσε την επαφή με τη ζωστήρα του πατρός εν οίκω. Εν τω δημοτικώ, η συμβολική βία μεταλλάσσεται ακόμα αλλά δεν πτοείται. Ο Ιησούς, γαλήνιος στο κάδρο, ευλογεί τους μαθητές από την κορυφή του ενάντιου τοίχου. Κανείς δεν υποψιάζεται τη δική του εμπλοκή, για την επιβεβαίωση των προφητών, με τα εργαλεία της αιματηρής βίας. Κατά Λουκάν, κβ΄:

35 Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὅτε ἀπέστειλα ὑμᾶς ἄτερ βαλλαντίου καὶ πήρας καὶ ὑποδημάτων, μή τινος ὑστερήθητε; οἱ δὲ εἶπον· οὐθενός. 36 εἶπεν οὖν αὐτοῖς· ἀλλὰ νῦν ὁ ἔχων βαλλάντιον ἀράτω, ὁμοίως καὶ πήραν, καὶ ὁ μὴ ἔχων πωλήσει τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ καὶ ἀγοράσει μάχαιραν. 37 λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἔτι τοῦτο τὸ γεγραμμένον δεῖ τελεσθῆναι ἐν ἐμοί, τὸ καὶ μετὰ ἀνόμων ἐλογίσθη· καὶ γὰρ τὰ περὶ ἐμοῦ τέλος ἔχει. 38 οἱ δὲ εἶπον· Κύριε, ἰδοὺ μάχαιραι ὧδε δύο. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἱκανόν ἐστι.





Για να επιβεβαιώσει τους προφήτες ότι θα συγκαταλεχθεί με τους άνομους, τα δυο ξίφη 
έφταναν. Θ' απαντούσε αργότερα "συ είπας", κάτι σαν "εσείς το κάνατε αυτό", όπως διαβάζω ότι λέει εκείνος ο Ζίζεκ πως απάντησε ο Πικάσο όταν τον ρώτησαν αν αυτός είχε κάνει τη Γκερνίκα, που λεπτομερείται στο άνωθεν γιουτούμβιο με την προτροπή του Niko Dounas kill the nazi inside. Όπου η "νομοθετική" βία προκαλείται από τη βία που "συντηρεί", όπου η βία στη δύναμη, βία καταστροφική, όπως διείδε η Arendt, κραυγάζει "δεν ξέρω τι θέλω, αλλά ξέρω πώς να το αποκτήσω: θέλω να καταστρέψω...". 

Δεν ξέρω τι θέλω. Το πηλίκο (δεν) χορταίνει μηδενικά.


Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013


άλλους φοβάμαι






Δεν τους φοβάμαι τους χαρτογιακάδες, 
τους ντίτζιταλ λαπάδες, και τους ρέφες.
Τους έμαθα. Ξέρω να περιμένω, 
στον καιρό τους, να ξεμυτίσουν
σφύζοντας από εκκρίματα 
του άγχους και της μανίας. 
Δεν τους φοβάμαι. Θα τους κουλεντρίσω.
Μήτε κανένα ζόρι τους θα με φταρώσει. 




Άλλους φοβάμαι· 
κάτι νεανίες ατρόμητους 
βεβαιότητας αγύριστης.
Βήματα μπρος μονάχα, και 
ποτέ δισταχτικά, που κάνουν. 
Που δεν κοτάνε να σκεφτούν 
για πίσω βήμα. Ούτε και για μισό. 




Τους άφοβους, που
δεν ανέχτηκαν δεσμεύσεις.
Που δεν αγάπησαν, θα πει. 
Που δεν πονέσαν. 
Πώς να μην τους φοβάμαι.




    










Χωρίς αγάπη όποιος μπορεί, μπορεί και να σταυρώνει
τους άλαλους που η μπόρεση του έρωτα τους αλέθει.
Γιατί αγαπά τη δύναμη που δένει με συνάφεια
της εξουσίας τα μόρια, τι αγάπησαν και κείνα·
αλλά γαπήσαν φορτικά την ίδια τους τη φύση
που στην ανυπαρξία της τους είχε ξεγελάσει.
Μια τιμωρία πρέπει τους· με άρπα και με σάζι
τραγούδια για τον έρωτα ολημερίς να κούνε.

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013


Δύναμη και Βία



Η διπολία Δύναμη και Βία
πάλι από το Περί Βίας της Arendt
Το πολιτικό πεδίο όπου εκδηλώνεται η δύναμη 
και η υποχώρησή της, που αφήνει χώρο στη βία. 
Τα αντίθετα όχι σαν σχέση ενότητας αλλά σύγκρουσης.
Το καλό και το κακό, τόσο γυμνά, η ελπίδα κι ο φόβος, 
οι διπολίες σαν ταλαντώσεις που εκκρεμούν αιώνια,
δηλαδή όσο χρειάζεται να πεις: τέλειωσε κιόλας;

Η δύναμη, η ισχύς, δεν χρειάζεται τη βία, 
παρά μόνο σαν αδυνατεί. 
Η καταστροφική βία, η εργαλειοφόρος, 
μπορεί να εξαφανίζει τη δύναμη,
αλλά αυτό το επέτρεψε 
η δύναμη που υποχώρησε

Οι εξάρσεις, όπως τις λένε, της βίας
θα μαρτυρούν ότι αυτός ο κόσμος,
έτσι όπως είναι φτιαγμένος, ξόφλησε. 
"Η εξύμνηση της βίας στις μέρες 
μας οφείλεται κατά μέγα μέρος 
στην οδυνηρή ματαίωση της ικανότητας 
του πράττειν στον νεότερο κόσμο
έγραφε η Arendt το 1968. 

Είχε ήδη εξηγήσει πριν από 10 χρόνια ότι 
"η πράξη δεν είναι ποτέ δυνατή μέσα στην απομόνωση"
κι ότι "καθιερώνει πάντοτε σχέσεις" με μια "εγγενή τάση
να ανατρέπει κάθε περιορισμό και να υπερβαίνει κάθε όριο.".






Η δύναμη (ή ισχύς) [power] αντιστοιχεί στην ικανότητα του ανθρώπου, όχι απλώς να πράττει, αλλά να πράττει από κοινού. Η δύναμη δεν είναι ποτέ κτήμα ενός ατόμου· ανήκει σε μια ομάδα και συνεχίζει να υπάρχει μόνο όσο καιρό η ομάδα μένει μαζί. Όταν λέμε για κάποιον ότι «κατέχει την ισχύ» αναφερόμαστε ουσιαστικά στο γεγονός ότι του παρέχεται η δύναμη από έναν ορισμένο αριθμό ανθρώπων να ενεργεί εξ ονόματός τους. Από τη στιγμή που η ομάδα από την οποία προήλθε εξαρχής η δύναμη (potestas in populo, χωρίς ένα λαό ή μια ομάδα δεν υπάρχει δύναμη) εξαφανίζεται, χάνεται και «η δύναμή του». Στην τρέχουσα γλώσσα, όταν μιλάμε για έναν «ισχυρό [powerful] άνδρα» ή για μια «ισχυρή προσωπικότητα», ήδη χρησιμοποιούμε τη λέξη «ισχύ» μεταφορικά· αυτό στο οποίο αναφερόμαστε χωρίς μεταφορά είναι η «ρώμη» ή η «κραταιότητα». 

Η βία [violence] διακρίνεται για τον εργαλειακό χαρακτήρα της. Φαινομενολογικά βρίσκεται κοντά στη ρώμη, αφού τα όργανα της βίας, όπως όλα τα άλλα εργαλεία, σχεδιάζονται και χρησιμοποιούνται με σκοπό τον πολλαπλασιασμό της φυσικής ρώμης, μέχρις ότου, στο τελευταίο στάδιο της εξέλιξής τους, γίνουν ικανά να την υποκαταστήσουν.






Η δύναμη δεν χρειάζεται δικαιολόγηση, καθώς είναι συμφυής με την ίδια την ύπαρξη των πολιτικών κοινοτήτων αυτό που χρειάζεται είναι νομιμοποίηση. Η συνήθης χρήση αυτών των δύο λέξεων ως συνωνύμων δεν προκαλεί λιγότερη σύγχυση και πλάνη από την τρέχουσα εξομοίωση υπακοής και υποστήριξης. Η δύναμη αναδύεται όποτε οι άνθρωποι συνευρίσκονται και δρουν από κοινού, αλλά αντλεί τη νομιμότητά της από την αρχική συνεύρεση μάλλον παρά από οποιαδήποτε πράξη μπορεί να επακολουθήσει. Η νομιμότητα, όταν αμφισβητηθεί, στηρίζεται στην επίκληση του παρελθόντος, ενώ η δικαιολόγηση σχετίζεται με ένα σκοπό που τοποθετείται στο μέλλον. Η βία μπορεί να είναι δικαιολογήσιμη, αλλά δεν θα είναι ποτέ νόμιμη. Η δικαιολόγησή της φαίνεται τόσο λιγότερο εύλογη όσο περισσότερο ο επιδιωκόμενος σκοπός της απομακρύνεται στο μέλλον. Κανένας δεν αμφισβητεί τη χρήση βίας σε περίπτωση αυτοάμυνας, διότι ο κίνδυνος δεν είναι μόνο εμφανής αλλά και παρών, και ο σκοπός που αγιάζει το μέσο είναι άμεσος.


Η δύναμη και η βία, παρ' όλο που είναι ξεχωριστά φαινόμενα, συνήθως εμφανίζονται μαζί. Όπου συνδυάζονται, η δύναμη, όπως έχουμε διαπιστώσει, είναι ο πρωταρχικός και κυρίαρχος παράγοντας. [...] Δύναμη και βία είναι πράγματα αντίθετα· όταν η μία επικρατεί απόλυτα, η άλλη απουσιάζει. Η βία εμφανίζεται εκεί όπου η δύναμη κινδυνεύει, αλλά, αν αφεθεί ανεξέλεγκτη, καταλήγει στην εξαφάνιση της δύναμης. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι σωστό να θεωρείται αντίθετο της βίας η μη βία· η αναφορά στη μη βίαιη δύναμη είναι στην πραγματικότητα πλεονασμός. Η βία μπορεί να καταστρέψει τη δύναμη, αλλά είναι εντελώς ανίκανη να τη δημιουργήσει. Η μεγάλη εμπιστοσύνη του Χέγκελ και του Μαρξ στη διαλεκτική «δύναμη της άρνησης», χάρη στην οποία τα αντίθετα δεν καταστρέφουν το ένα το άλλο, αλλά εξελίσσονται ομαλά το ένα στο άλλο διότι οι αντιφάσεις προάγουν και δεν παραλύουν την ανάπτυξη, στηρίζεται σε μια πολύ παλαιότερη φιλοσοφική προκατάληψη: ότι το κακό δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια στερητική τροπικότητα του καλού, ότι το καλό μπορεί να προέλθει από το κακό· ότι, κοντολογής, το κακό δεν είναι παρά μια προσωρινή εκδήλωση ενός κρυμμένου ακόμη αγαθού. Τέτοιες γνώμες καταξιωμένες στο χρόνο έχουν γίνει επικίνδυνες. Τις συμμερίζονται πολλοί που δεν έχουν ακούσει ποτέ το όνομα του Χέγκελ ή του Μαρξ, για τον απλό λόγο ότι εμπνέουν την ελπίδα και διαλύουν τον φόβο - μια απατηλή ελπίδα που χρησιμοποιείται για να διαλύσει έναν εύλογο φόβο.



                                        frozenwarnings   -   Odd Nerdrum:  the Murder of Andreas Baader


Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013


περί εργαλείων τύπου zastava
και λοιπών



Στο Περί Βίας (πρώτη έκδοση 1970) η Hannah Arendt ξεχωρίζει τη βία από τη ρώμη και τον εξαναγκασμό, αλλά και τη δύναμη από το κύρος. Tα 60's έχουν αφήσει στο διάβα τους το μούδιασμα του ανικανοποίητου. Η Arendt δεν διστάζει ν' ασκήσει κριτική στα κινήματα των φοιτητών και των μαύρων, αλλά και στον εκθειασμό της βίας, στην οποία αντιδιαστέλλει τη δύναμη (η προσεχής διπολία στο μπλογκ MHNYMAL) ενώ επιμένει στον απαραίτητα εργαλειακό χαρακτήρα της. 






Η βία [violence] ... διακρίνεται για τον εργαλειακό χαρακτήρα της. Φαινομενολογικά βρίσκεται κοντά στη ρώμη, αφού τα όργανα της βίας, όπως όλα τα άλλα εργαλεία, σχεδιάζονται και χρησιμοποιούνται με σκοπό τον πολλαπλασιασμό της φυσικής ρώμης, μέχρις ότου, στο τελευταίο στάδιο της εξέλιξής τους, γίνουν ικανά να την υποκαταστήσουν.

σελ.104





Η βία είναι φύσει εργαλειακή· όπως όλα τα μέσα, έχει πάντα ανάγκη καθοδήγησης και δικαιολόγησης από το σκοπό που επιδιώκει. Και ό,τι χρειάζεται δικαιολόγηση από κάτι άλλο δεν μπορεί να είναι η ουσία κανενός πράγματος.
σελ.112



Η βία, ας μην το ξεχνάμε, δεν εξαρτάται από αριθμούς ή γνώμες, αλλά από όργανα, και τα όργανα της βίας, όμοια με όλα τα άλλα εργαλεία, αυξάνουν και πολλαπλασιάζουν την ανθρώπινη ρώμη. Αυτοί που αντιτάσσουν απλή δύναμη στη βία σύντομα διαπιστώνουν ότι έχουν να αναμετρηθούν όχι με ανθρώπους αλλά με τεχνήματα των ανθρώπων, που η απανθρωπιά και η καταστροφική αποτελεσματικότητά τους αυξάνονται κατ' αναλογία προς την απόσταση που χωρίζει τους αντιπάλους. Η βία μπορεί πάντα να καταστρέψει τη δύναμη· από την κάννη ενός όπλου βγαίνει η πιο αποτελεσματική διαταγή, με αποτέλεσμα την πιο άμεση και τέλεια υπακοή. Αυτό που ποτέ δεν μπορεί να προέλθει από την κάννη είναι η δύναμη.
σελ.114



Η βία, όντας φύσει εργαλειακή, είναι ορθολογική στο βαθμό που είναι αποτελεσματική ως προς την επίτευξη του σκοπού ο οποίος πρέπει να τη δικαιολογήσει. Και επειδή όταν πράττουμε ποτέ δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τις απώτερες συνέπειες των πράξεων μας, η βία μπορεί να παραμείνει ορθολογική μόνο εφόσον επιδιώκει βραχυπρόθεσμους στόχους. Η βία δεν προάγει σκοπούς, ούτε την ιστορία ή την επανάσταση, ούτε την πρόοδο ή την αντίδραση· αλλά μπορεί να χρησιμεύσει στη δραματοποίηση αδικιών και στην προσέλκυση της προσοχής του κοινού σ' αυτές.
σελ.140








το χέρι παγωμένο πυροβόλησε 
σιώπησε η πόλη πυροβόλησε ξανά 
δέκα φορές και δώδεκα παγώσαν όλα 
ξαπλώθηκαν στο δρόμο 
τον μέτρησαν με βία κατά ριπάς 
εν δυο η πατρίδα εν δυο 
θέλει στα αίματα νεκρούς 
νέκρα σιωπή βούισμα στ' αυτιά 
στο παγωμένο χέρι το εργαλείο 
έκαιγε στο τέλος όλοι νύσταξαν
τη νύχτα εκείνη από τιμή 
που χώθηκε στης κάμερας τη μύτη
λάμψεις μανίας ξαμοληθείτε
προς τους συγγενείς
το χέρι παγωμένο μέρες δέκα δώδεκα
έμεινε πίσω ο δείχτης στη σκανδάλη
ψάξτε για κάποιον δίχως δείχτη
δίχως πρόσωπο με πόδια που λυγάνε
με θερμοφόρα στο καλό 
το δίχως δείχτη χέρι









Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013


Ήρθαν οι μέρες που φοβήθηκες
(σονέτο)




                                                                  ~ κατά τας γραφάς ~




Άδειο κεφάλι στεγανό. Γλομπέ φαλάκρα.
Εγκληματίες, τρομοκράτες, φασισμός.
Δεν βλέπω χάσμα. Δεν θα ήτανε σεισμός.
Φτέρουγες σκέπασαν κατά συνθήκην άκρα.


Ήρθαν οι μέρες που φοβήθηκες, κοιμήσου. 
Έρχονται νύχτες γνήσια δημοκρατικές. 
Σ' έχουν προβλέψει όλες οι στατιστικές. 
Το κράτος πάντα προστατεύει την τιμή σου. 


Ήρθαν οι μέρες που φοβήθηκες και βιάσου. 
Ήρθε ο καιρός να δοκιμάσεις αν χωράς 
στο δρόμο που έτρεχες μικρό παιδί σαν ήσουν. 


Ίδρωτες βρέχει, θα λερώσουν την προβιά σου, 
να μοιάζεις έντομο αστικής παραφοράς. 
Άργησες μάλλον. Έρχονται να σε ρυθμίσουν.