Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014


στο χτύπο του χάους
στο σφυγμό του κενού



Ο κόσμος αργά· τα πράγματα αφιμένα στο πάει τους· να δημιουργούνται οι ορίζοντες· να γεννιέται ο χρόνος· οι τόποι, οι εποχές να πηγαίνουνε. Ξέρετε πώς περπατάνε στη γη; να, πηγαίνουν· τίποτ' άλλο πηγαίνουν σε προϋπαντάνε τα όρια σε ακολουθάνε οι δρόμοι κι' οι πολιτείες - οι πολιτείες - σου τραγουδάνε βαθειά. Έχει ένα χτύπο το χάος· έχει ένα σφυγμό το κενό· και μόνο οι ώρες σωπαίνουν·  και μόνο οι καιροί δε μιλούν. Η αιωνιότη σε κυτάζει και σκέφτεται· τα πλάτη, οι απόστασες, είναι αφιερωμένα στο βάδη σου·  αναθυμιάζει μ' ευλάβεια κάτ' απ' το βήμα σου η γη. 

Έτσι πάνε·  όλα ίσα και ντρέτα·  άκρη άκρη στις σιδερο-τροχιές, στα ποτάμια, άκρη - άκρη στους ωραίους γυλούς· πάνω δημοσά κι' όλο κάμπο· δεν ανεβοκατεβαίνουν οι δρόμοι, δεν παν οι στράτες λοξά· για σένα δεξά ή ζερβά να διαβαίνουν τα όρη, να εξελίσονται οι θάλασσες·  ή καμπύλη, ή ευθεία, κι' ο κόσμος αργά·  η αιωνιότη πιστώνει. Η φυγό-κεντρη δύναμη ας είναι ένα παραμύθι των κύκλων, και μόνο μια γραμμή κατακόρυφη νάσαι συ στις στροφές·  έτσι· όπως πάνε οι δρόμοι μονάχοι τους, όπως στέκουν τα βράχια.  











Μ' ευλάβεια η γης ν' αναθυμιάζει
κάτω απ΄τα βήματα που μοναχά τους πάνε.
Τα όρια να φτάνουν και να μοιάζει
πως στο κενό μ' ένα σφυγμό τα χάη σπάνε.

Ίσα και ντρέτα, άκρη  νάκρη κι αφημένα
όλα στο πάει τους, το χρόνο να γεννάνε.
Σωπαίνουν οι ώρες· με προσμένουν τάφοι μένα
να τους στολίζω νύχτα ή μέρα · ό,τι και νάναι.

Αργά ο κόσμος. Ως αργά στις πολιτείες
να τραγουδάνε στα βαθειά τους τα λαγούμια.
Μονάχοι δρόμοι· να πιστώνει η αιωνιότη.

Αργά τ' αλάνικα τ' αστέρια σ' αλητείες
να καμαρώνουν τα δικά τους τα σουσσούμια.
Μπορεί να υπάρχω; Δεν υπάρχει βεβαιότη.





Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014


ΜόΚΟ
ή
περί του Διοικητού
του Μέλλοντος των Υπερσυντελύκων




mokodance


ο αξιότιμος διxαστής η μπαλαρίνα μημουάπτου 
το δράμα της προσωπίδας ένα κασόνι ξεκάμπανο 
στυφό ένα καλωσόρισμα καθώς νύχτα ο καιρός 
σέρνεται από προβλέψεις μια κουρασμένη φοιτήτρια 
ένας ντελιβεράς ευφυής η λύπη εύκολη 
η μόρφωση της άρνησης στης ήττας τη σχολή 
η λίστα των κανόνων νύξη ντα κάπο της αυγής 
διορίζει τον φυγά της αφελούς ωμότητος 
μην ενοχλείτε τον οχληγόν μην κύπτετε ινα μην 
τραπείτε εις φυγήν εις το όνομα του αγνώστου κάπο 
εν μέσω διδαχών των ψυχίων ημών 
των απράγων κοπτήρων μην κόπτετε ίνα μην 
κόπτεσθε ίνα μην κληθείτε εν τω μέσω της νυκτός  
εκ του παλαιού τραύματος ήτοι εκ της περί αυτού ιδέας 
ήτις κατέστη τραύμα ιδεαζόμενη ελευθερίας
 υπονομεύουσα τη σιωπή των ευγλώττων ομμάτων 
νάτηνε ξαφανιζόλ στον άγνωστον ορίζοντα 
των ομματιών της πήρε η δούλη απ' το ιερό 
του διοικητού των μελλόντων των χρόνων όλων



moko



κάνετε μόκο τσιριμό μη νοσταλγείτε

το που σας έταξε η ελπίδα μερδικό
μιας ιδεώδους κοινωνίας μην αργείτε
 κάλλιο έναν ξένο ναγαπάς παρά δικό

κάνετε μόκο συντηρήστε τη μασέλα
η γλώσσα έγκλειστη στο στόμα η καψερή
να ονειρευτεί πως στο καλάμι έβαλε σέλα
ενώ έχει σπάσει τα παΐδια της σερί

κάνετε μόκο η ζωή είν' ένα μπλόκο

δούλοι μουγκοί λάικ μουά όπως χιλιάδες
η γλώσσα είναι φυλακή κάνετε μόκο
μόκο μαλλιάδες κατσαπλιάδες βασιλιάδες 




dipyadeep

πρόκειται περί διασκευής αυτού


Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014


Κύριος και Δούλος (ΙΙ)



Ή, μάλλον, κυρίες και δούλοι, για το (ΙΙ), κυρίες και κύριοι και αγαπητά παιδιά, δούλοι του Θεού ενίοτε, δούλοι της τρόικας ίσως, δούλοι των παθών και του ταράχου ενίοτε αυτών (των παθών). O ελληνοδουλολόγος Yvon Garlan ξεκαθαρίζει ότι πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά, όμως τι σημασία έχει; Για εκείνες τις Σπαρτιάτισσες, τις Λοκρές, τις Αργίτισσες, και για τους δούλους τους, η ζωή είχε αλλάξει για πάντα. Τι σημασία έχει αν ήταν σπάνια περιστατικά; Γι' αυτές, γι' αυτούς, ήταν όλη η ζωή. Οι δούλοι αντικατέστησαν τους απόντες κυρίους, είχαν να προσφέρουν κάτι πέρα από την ελευθερία ή τη δουλεία, και δεν τ' αρνήθηκαν. Η άρνηση της άρνησης ανάποδα: όχι πια ο κύριος δούλος του δούλου, ένεκα της ανάγκης του να είναι κύριος, να έχει δούλο, αλλά ο δούλος κύριος της κυρίας, ένεκα της ανάγκης της να είναι γυναίκα, κατά το φυλοκοινωνικώς λεγόμενον. Να, κοιτάξτε, κυττάξτε την ταφόπετρα, το δουλάκι δείχνει στη γυναίκα που συνόδευσε στον τάφο, δείχνει... Τι δείχνει;




Στο Άργος, που το εγκατέλειψαν οι πολίτες του ύστερα από ήττα από τους Σπαρτιάτες στα τέλη του 6ου αιώνα ή στις αρχές του 5ου, οι γυναίκες είχαν αναλάβει την επιβίωση της πόλης με τη βοήθεια δούλων (δίχως αμφιβολία των Γυμνητών της περιοχής) τους οποίους παντρεύτηκαν, ώσπου να ενηλικιωθούν οι γιοι των εξαφανισμένων πολιτών. Το επεισόδιο αυτό έκανε πολύ θόρυβο στο εξωτερικό, αν είναι αλήθεια ότι η τετραλογία που αφιέρωσε το 463 ο Αισχύλος στις Δαναΐδες ήθελε να εκφράσει ποιητικά τις νομικές διαμάχες και τις σοβαρές κοινωνικές και ψυχολογικές δυσχέρειες που συντάραζαν τότε το Άργος, αναφέροντας το δίλημμα του αναγκαστικού γάμου, την αντίσταση των γυναικών προς τη σκληρή μοίρα που τις καταδιώκει και την αφοσίωση όσων, όπως η Υπερμνήστρα, αποδέχονται τους απεχθείς συζύγους από πατριωτική επιταγή και από φυσική επιθυμία για τεκνοποιία.
Στη Λοκρίδα, την ώρα που ο Μεσσηνιακός πόλεμος είχε κρατήσει τους πολίτες μακριά από τις εστίες τους, οι γυναίκες τους είχαν βρει παρηγοριά από τους δούλους τους (που ήσαν αναμφισβήτητα ειλωτικού τύπου) και στη συνέχεια είχαν συμμετάσχει μαζί μ' αυτούς στην ίδρυση της ιταλικής αποικίας των Επιζεφύριων Λοκρών γεγονός που εξηγεί, κατά τον Πολύβιο (XII, 5, 6), ότι στην πόλη αυτή «η κληρονομική αριστοκρατία προέρχεται ολόκληρη από τις γυναίκες και όχι από τους άντρες».
Σχετικά με την ίδρυση του Τάραντα από τους «εξω-ταξικούς» Λακεδαιμόνιους που είχαν την ονομασία «Παρθένιαι», κυκλοφορούσε επίσης μια παράδοση ότι επρόκειτο για νόθους, που γεννήθηκαν κατά τον πρώτο Μεσσηνιακό πόλεμο από τις Σπαρτιάτισσες και τους Είλωτές τους. Είναι, λοιπόν, αξιοσημείωτο ότι μόνο στις πόλεις που γνώρισαν μια δουλεία ειλωτικού τύπου δόθηκε μερικές φορές η δυνατότητα στους δούλους, σε καιρό κρίσης, να αποκτήσουν πρόσβαση στις γυναίκες των πολιτών και να συνδεθούν έτσι με τη ζωή της κοινότητας.






Έτσι είχαν τα πραύματα. Οι Λοκρές βρήκαν παρηγοριά στους δούλους, ελλείψει κυρίων ανδρών, οι οποίοι κύριοι οίδασι τι ποιούσι - ό,τι εκείνος ο Λοκρός ο Αίας που βίασε το λάφυρό του, την προ ολίγου μικρή κυρία, την ξακουστή Κασσάνδρα. Αυτές οι ιστορίες γράφτηκαν στα ντιενέγια, που λένε, δούλων και κυριών, και φτάσανε αθόρυβα, σαν τη σουρλουλού την ομίχλη, στις μέρες μας, στις ζωγραφιές και στα τραγούδια, όπως σ' εκείνο του Ρασούλη, του Παπάζογλου, του Ξυδάκη, το από τη γυναίκα ούτε 'να καλό δεν είδα, που λέει κάπου "όσο σκλαβωμένη θάσαι σ' ένα μπονηρό, άλλο τόσο σκλάβος θάμαι κι όλο θα πονώ", όπως και σε τούτο το...






παιδί δουλάκι που με λες δεν με πειράζει
κοίτα κυρά μου, κύττα, βγήκα γκέιμ όβερ
κοίτα το λάπτοπ μάλλον η ώρα πλησιάζει
οι δυο να μείνουμε δικός σου νάμαι λόβερ

σαν τις λοκρές που όταν το μάθανε λουφάξαν
τι έκανε ο αίας της κασσάνδρας του συνδρόμου
κάνε το ίδιο μες στον τάφο που μας τάξαν
να με χαδεύεις να με λες γλυκά "μωρό μου"



Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014


τίποτα δεν αλλάζει


Δεν αλλάζει τίποτα.
Κανείς δεν αποφάσισε 
την ανθρωπιά ν' απαρνηθεί·
να πάει να κοιμηθεί 
δίπλα στους πρόσφυγες που σώθηκαν·
να φάει ό,τι τους δώσαν για φαΐ·
εκεί που αποπατούν ν' αποπατήσει·
στον ύπνο να τον τρώνε μαύρα ψάρια
που υπάκουσαν στους άθαφτους νεκρούς.
Δεν γνώρισα κανένανε να ελπίζει 
στους απελπισμένους. 
Μα είναι πολλοί που επιφωνούν
πως θάρθει απ' τους απελπισμένους η ελπίδα.
Το είδα στο ίντερνετ, το είδα στο γιουτιούμπ.
Και πήρα θέση. Καταγγέλω την αναλγησία.
Φρίττω, πολίτες, φρίττω. 

Θα πάω μέχρι τη θάλασσα να κατουρήσω,
να ξεχαστώ που ζώστηκα μες στο κουκούλι·
έτσι όπως στο τελείωμα θα κρυώνω,
να τρεμουλιάσω, να γελάσω σαν παιδί.

Τίποτα δεν αλλάζει. Κι ας θέλει ένα κλικ





Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014


κοτζάμ χειμώνας εκατάντησεν ενέχυρο



με μάτια νάδεια να χαράκια στο λαιμό 
γυρνοβολά ένα ευρό δέκα ευρά 
δύο τρεκλίσματα κάρτα νεργίας ράτσα 
σκυλιά βροχής σουβλάκια έι τι εμ
απόδειξη ευρό ένα πιν 
ένα λαχείο ένα κουλούρι 
στάση λεωφορείο στάση έντρομη 
κρυφό χαμόγελο δυο μάτια μάτια τέσσερα 
θα σβήσει ο ουρανός η ώρα θα ποκοιμηθεί 
στη θάλασσα θα ρχίσουνε 
οι γλάροι τα ίδια ψέμματα 
τα κύματα ζουν λίγα ναι φτερόλεπτα 
η θάλασσα η θάλασσα γελά 
η θάλασσα υπνωτίζει κάθε ανεμελιά 
ρέγγα όχι φασολάδα όχι λάδι 
κωνώπων διυλιστήριον όχι λύπη 
να τον περάσεις το χειμώνα με υγεία 
όχι με λίπη υγεία μόνο αλλιώς δεν ξέρω 
πάμε κάτω πάνω μάιντ πλιζ δε γκαπ 
πρόσεχε να τον χάνδακα τρίξε τα δόντια
ρίξε στο ντενεκέ τις λέξεις 
κόψε το φύλλο κομματάκια 
τεμάχισε τις λέξεις στρίψε γράμματα 
κρύψε τη σκέψη στης αλήθειας να στον τύμβο
κράτα το εισιτήριο το εισιτήριο 
φακές ρεβύθια λάδι όχι όχι λάδι 
στόμα νοιχτό γελά δείχνει τα δόντια 
οι προθεσμίες λήξαν κάποτε 
τώρα ο θυμός του θύματος του κύματος 
έπειτα θύμα κύμα κλέφτηκαν στο χάος 
οι ναύτες έβρεχαν αλάτι όσα βλέπανε γδαρσίματα
έπειτα έπεσε η κυβέρνηση ανέβηκε άλλη 
τι κίνηση στους δρόμους μονοξείδιο 
οθόνες φλυαρούσαν καθησύχαζαν τον τηλεπανικό
τη μέρα που έσπασαν το έι τι εμ 
την ώρα που το διάλυσε η κουτάλα κατερπίλαρ 
τα φράγκα γκλιν τα φράγκα γκλον 
και φσσσσσστ τα καταβροχθισμένα πενηντάευρα
ένα ευρό δέκα ευρά το μωβ πεντακοσάρικο 
που μοσχοβόλαε διακοπές θέατρα συναυλίες
ταβέρνες όλα με αντίτιμα ευρά 
νάχες τα φάρμακα τουλάχιστον για τώρα
πήραμε λάθος τους αιώνες δεκαεφτά γενιές 
δεν είμαστε άνθρωποι ντέους λούπους 
ένα ευρό δέκα ευρά θέμα συνήθειας 
μην υποστείλεις τη σημαία στην παρέλαση
λιώναμε αναμνήσεις στο γουδί 
σπίρτο τσιγάρα δυο να καίγαμε 
τις ρουφηγμένες μνήμες 
να τρώγαμε στης μάνας 
χωρίς του οιδίποδα τη ρετσινιά 
την τιμωρία του πατέρα του αδερφού 
που λίπαναν το χώμα σάπια καύλα 
να τρέχαμε κατά τη νύχτα που μικραίνει 
που όσο νάναιμίκρυνε  
νάβγει ο χειμώνας 
άνοιξη να μυρίσουνε η αύρα ναι το δάσος 
ένα ευρό κιμάς δέκα ευρά κατεψυγμένος πόνος άνθρωπος που ελπίζει
σκέφτεται κρίνει εκκρίνει ψόμματα θυμάται
να λέγει να ταυτίζεται ναγγίζεται 
ούτε λυγμός ούτε καν γδούπος ούτε 
φτηνό για τη σπονδή κωλόκρασο 
ενώ η βροχή ποντίζει το χειμώνα 
τον πάει στην αγορά χρυσού ένα ευρό 
δέκα ευρά κοτζάμ χειμώνας εκατάντησεν ενέχυρο
κρασί φτηνό ντουλιά φτινί κριβή ανεργία 
κάρτα νεργίας κάρτα κρατούν 
καρτούν αδέσποτα σκυλιά τσομπαναραίοι 
εν της νυκτός τω μέσω ρέει φως ναπενθές  
δια-λύσαν τα κουνούπια 
μην διαλύεις τον κώνωπα 
είπεν ο βλαξ παροιμιώδης 
η μάνα τύλιξε την πίττα λουμινόχαρτο 
με γδούπον έναν τόνο σίδερο λυγμό 
τρόπο καημό σφυγμό θυμό θυμάρια κείτονται λέξεις άλαλες στην τυποποίηση 
λέξεις επίμορτες βαρούν τον τύπο ποίηση



GWGardner



διότι,
εδώ που τα λέμε,

η δρόγειος είναι χρέος που λεν βαρύ
κι ο άτλας εκ λουμπάγκου υποφέρει
τα χέρια εκ της θαλάσσης υδαρή
γλιστρά και γδουπ η δρόγειος πριν εκφέρει

λέξεις λυγμών ληγμένα λόγια προϊόντα
ο δυστηνής ο φαβορίτας ο μεσιέ
άναυδος που έστεκε και ήκουε βοώντα
εμέ των στίχων τον υπότροπο πλασιέ





MayRoosevelt

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014


της Αγάθως



Διάβαζε τον Σεφέρη λαίμαργα. Την συγκινούσε κι εντρυφούσε. Έτσι λαίμαργα που κατέβαζε τους στίχους, αμάσητους, δεν προλάβαινε ούτε γεύση ούτε υφή. Όμως τον είχε μάθει απέξω. Ήταν πια εύκολος γι' αυτήν. Ένας απλός παλμός. Συχνά απάγγελνε βαδίζοντας νωχελικά στην αμμουδιά. Την είχε ακούσει μια φορά ένας ποιητής μοναχικός, ένας που οι στίχοι του κατέβαιναν ασκέρι από την κούτρα να την πολιορκήσουν. Εκείνη απάγγελνε. Πάντα Σεφέρη: 

Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί·πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστεραγιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.



Εκείνος εκεί, μονάχος, με τ' ασκέρι του· κι εκείνη, εκεί. Σεφέρη και ξερό ψωμί. Φορές απάγγελνε στην αμμουδιά απέξω, και το βιβλίο το κρατούσε κάτω από τη μασχάλη. Εκεί πολλούς εγνώρισε, άντρες που της αρέσαν για το κάτι τι τους. Όταν εβάδιζε μονάχη, τους θυμόταν. Εκείνος ο κλαρίμπας, ο μοσχοδημοκράτης. Δημοκρατία μοσχοβολούσε, αγωνιστής κανονικός, γρήγορα τον βαρέθηκε. Είχε γνωρίσει στη δουλειά έναν καινούριο, της συνεπούς αριστεράς. Αυτός ήταν αληθινός αγωνιστής, μουσάτος φροντισμένος, με ιδέες για το αύριο αυτού του τόπου, τρυφερός, γραμματέας στην οργάνωσή του, την ενέπνεε. Του άρεσε κι ο Σεφέρης, μα προτιμούσε Κατσαρό κι Αναγνωστάκη. Εκεί στην αμμουδιά τού έπεσε από τη μεγάλη τσέπη το βιβλιαράκι του Μπαντιού που του είχε χαρίσει η κολλητή της. Τα ερωτόλογα στην αφιέρωση δεν άφηναν αμφιβολία ότι κάτι έτρεχε μεταξύ τους. Της είχε χαρίσει τον έρωτα ο Ζήσης. Κι ήτανε παντρεμένη η ρουφιάνα μ' εκείνον τον Μουλά. Έφαγε το σουτ ο Ζήσης πριν προλάβει ν' απολογηθεί. Πιο τρυφερός ήταν ένας ονειροσκόπος. Ίσως την είχε αγαπήσει αυτός, ήταν φτιαγμένος ν' αγαπάει. Πάντα έτοιμος. Συνήθως έτοιμος. Αφηρημένος, όμως, εκεί που την εχάιδευε ξεχνιόταν κι άρχιζε να μιλάει για Κυριακές χωρίς Δευτέρες να παραμονεύουν. Γρήγορα τον βαρέθηκε. Τον άφησε ένα σούρουπο να ρεμβάζει την ακρογιαλιά, τον άφησε όπως τον είχε βρει, μονάχο. Της είχε μείνει όμως ένα γαμώτο ανικανοποίητο. Ήθελε κάποιον τέτοιονε, να έχει οράματα, να κοιτάει ψηλά. Ένας κοκκινοτρίχης με γυαλιά, πάντα πρόθυμος για ορειβασία, τηνε συγκίνησε κάπως, όχι σε βάθος, ήταν όμως γυμνασμένος και γελαστός. Ορειβάτης. Δεν άργησε να καταλάβει πως στην υπόγα του ήταν ορειβάτης, ο καημένος. Στ' άρματα, φώναζε, εμπρός στον αγώνα, κι αγωνιζόταν να φτάσει στης υπόγας την κορφή, ν' αγναντέψει της Αγάθως το κορμί κουρνιασμένο στο ντιβάνι. Α πα πα. Η αμμουδιά τής πήγαινε, όχι εκείνη η μούχλα του αμφίβολου αγώνος. Τον έτζασε. Καλύτερα, χίλιες φορές, σκέφτηκε, ο Πελοπίδας, ο δημόσιος υπάλληλος. Κι ας κατάντησε όπως κατάντησε απ' τα μνημόνια τ' απανωτά. Μα ήταν το τάιμιν λάθος. Ο άνθρωπος είχε ταξιδέψει μ' αεροπλάνα και βαπόρια, Ελλάδα, Ευρώπη κι Αφρική, το ήξερε η Αγάθω. Μα τώρα που τον γνώρισε κι αυτή και περπατούσανε μαζί στην άμμο, ξεφύσαγε ολοένα και το σκεφτόταν και στο σουβλατζίδικο να τηνε πάει. Ας πάει κι αυτός, λοιπόν, μαζί μ' όλους τους άλλους, και τους άλλους, τους αισθηματίες. Όπως κι εκείνος ο εποχέας, εδώ που τα λέμε, που όσο αναπτυσσόταν με ρυθμούς υψηλοτάτους πού να πατήσει της Αγάθως την αμμουδιά. Οραματιστής του καλύτερου μέλλοντος, αγωνιστής αυτοδημιούργητος άλλοτε, με βήματα που χώνονται στην άμμο, βαρύς, μ' εκείνον τον καπνό της έπαρσής του της προκαλούσε ασφυξία, ο δυστυχής κι αυτός. 

Ο μοναχικός ο ποιητής, ο λιποτάκτης, δεν είχε ελπίδα. Άλλο Σεφέρης, κι άλλο Λευτέρης. Και τα δυνατά του που έβαλε, μέχρι Μπορίς Βιαν της μετάφρασε, υπέστη ήττα μπλαζέ. Την κοίταζε στο τέλος με λύπη. Σκεφτότανε το νέρωτα, σκεφτότανε το θάνατο, τα δυο βουνά. Είστε ολίγος, του είπε την τελευταία φορά. Δεν ξαναπάτησε το πόδι του στην αμμουδιά της. Παρώδησε ένα ποίημα και την ξέχασε:





Την περιβάλλει κάτι φο: 
των στίχων μου τ’ ασκέρι.
M’ αυτή, υπό μάλης το Σεφέρη
και στιλ «τώρα εντρυφώ».

Κάθε ιστορία θα υφανθεί
απ’ τα εξώψυχά της.
Φορέας της ίδιας αυταπάτης,
συχνά θα μαρανθεί. 

Στην αμμουδιά να επινοεί
έρωτες δίχως βάθος
και δίχως αύριο. Της Αγάθως
δεν άλλαξε η ζωή.








Το ανωτέρω παραποίημα δημοσιεύθηκε 
με τίτλο Της Αγάθως Κατάφαση 
στο τεύχος 8 του ποιητικού κλπ
σκεύους Τεφλόν.

η υπόθεση MHNYMAL 
~ΑΠΟΡΗΔόΝ~