Τρίτη 11 Μαρτίου 2014


χειμώνα, έρχεται η σειρά μας



Δεν προτίθεμαι να αναφερθώ στο βιβλίο του Pierre Bayard που εξηγεί πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει, όχι γιατί δεν το έχω διαβάσει, αλλά γιατί μάλλον δεν θα το διαβάσω ποτέ, άρα δεν έχει νόημα να ισχυριστώ εμμέσως, μιλώντας γι' αυτό, ότι το έχω διαβάσει, διότι μπορώ να μιλήσω για βιβλία που πρόκειται να διαβάσω, και πάντα αφού έχω διαβάσει την εισαγωγή και τα συμπεράσματα, μερικές φορές αυτό αρκεί για κάποιον που ενδιαφέρεται για το ζουμί, λέξη από την οποία δεν προέρχεται το ρεζουμέ, εκτός αν ενδιαφέρει η πραγμάτευση ενός ειδικού θέματος, οπότε χρειάζεται η ανάγνωση συγκεκριμένου κεφαλαίου ή αποσπάσματος, όπως πράττεται κατά την συγγραφή ακαδημαϊκών πονημάτων, μέθοδος η οποία δεν είναι απολύτως ασφαλής, καθώς στο επιμέρους χρησιμοποιούνται αναφορές σε όρους που ορίζονται αλλού, αλλά, τέλος πάντων, το να μιλώ για βιβλία που ναι μεν δεν έχω διαβάσει αλλά με κάποιον τρόπο θα διαβάσω είναι ένας δικός μου περιορισμός, κι αυτό γιατί θα ήταν σαν να τα έχω διαβάσει, εξάλλου έτυχε κάποτε να διαβάσω βιβλία για τα οποία χωρίς πριν να τα έχω διαβάσει μπορούσα να μιλώ γι' αυτά και διαπίστωσα ότι δεν αποκόμισα τίποτα καινούριο μετά το διάβασμα· και το αντίθετο, βέβαια. Αυτό, λοιπόν, το βιβλίο, που τώρα που το ξαναξεφύλλισα είπα ότι μπορεί τελικά κάποτε να το διαβάσω, λίγο, ξεκινά με αυτή τη φράση του Oscar Wilde:


Ποτέ δεν διαβάζω ένα βιβλίο όταν πρέπει να γράψω την κριτική του·
επηρεάζεται κανείς τόσο πολύ!





Όταν διάβασα αυτή τη φράση γέλασα πολύ κι αυτό με προβλημάτισε σχετικά με το τι είναι αστείο. Σκέφτηκα ότι η μητέρα μου δεν θα γελούσε με αυτή τη φράση, που τη δοκίμασα σε ανθρώπους που από πριν πίστευα ότι θα γελάσουν και πράγματι γέλασαν. Ίσως αυτές οι διαφορές στον τρόπο σκέψης είναι καθοριστικές για τις ανθρώπινες σχέσεις και για το μέλλον τους, αφού θα πρέπει με κάποιον τρόπο να συνεννοούμαστε, πράγμα όλο και δυσκολότερο κατά πως φαίνεται σ' αυτή τη μετάβαση που βιώνουμε και που όπως κάθε μετάβαση μοιάζει άσχημη όπως τα κλαδιά της μουσμουλιάς αυτή την εποχή με τα γερασμένα περσινά και με τα φρέσκα φύλλα. Τώρα μόλις σκέφτηκα ότι κάποτε με ενθουσίαζε ο φουτουρισμός και η ρώσικη εκδοχή του, όχι η ιταλική, κατά το πολιτικώς ορθόν, αλλ' ας μην ανοίξει ο ασκός των ωραίων φασιστών, σκέφτηκα ότι με ενθουσίαζε ο φουτουριστικός ενθουσιασμός για το νέο που έρχεται και η συναφής απέχθεια για το παλιό που χάνεται, όμως τώρα που γίνομαι σιγά σιγά μέρος του προβλήματος, όπως θέλει μια έκφραση μοδέρνα, μέρος του παλαιού δηλαδή, με την έννοια της γενεσιουργίας του παρόντος μέλλοντος, ουχί των υπερσυντελύκων, αν και το μέλλον του παρόντος ίσως να είναι το πραγματικό, με άλλη έννοια, τώρα που, πάντως, όλο και περισσότερο παλιώνω, τώρα αλλάζω θεωρίες, ξαναλλάζω θεωρίες, αλλά τώρα μόλις σκέφτηκα ότι κάποτε θα έλεγα σοβιετική εκδοχή του φουτουρισμού, τώρα λέω ρώσικη, ο Μαγιακόβσκη, που ακούγεται και στο 97% του Σιγανίδη, είναι γενικώς αποδεκτός, ίσως λόγω αυτοχειρίας, όμως να που η αλλαγή είναι πάντα παρούσα, σαν ζόρικια Ουκρανή και σαν Ρωσίδα ρούσα. 

Για να γκίξω εκεί όπου θα ήθελα να γκίξω πρέπει να θυμηθώ την προηγούμενη εξάρτηση περί ληξιαρχικής ηθικής όπως εξηγείται στην αδιάβαστη Αρχαιολογία της Γνώσης. Αλλού, σε μια εκτενή συζήτηση του 1978, o Foucault αναφερόταν στη μοναδική εμπειρία του ανθρώπου να θέτει σε κριτική εξέταση τον εαυτό του μέσω των επιστημών της ζωής και δη της βιολογίας και τελικά να μετασχηματίζει τον εαυτό του μέσα από τη συγκρότηση μιας γνώσης. Αυτή η ιδέα του μετασχηματισμού, που συμφωνεί με την ιδέα του αντιανθρωπισμού ή της άρνησης (της αναζήτησης, μάλλον) της ανθρώπινης φύσης, γίνεται δια της διαδικασίας της γνώσης ως savoir και όχι ως connaissance. Με το savoir (vivre) ο άνθρωπος τροποποιείται, ισχυριζόταν, από αυτό που γνωρίζει ή από την ίδια τη διαδικασία της γνώσης και πάει λέγοντας. Όσο για τα βιβλία, δεν υπάρχουν μόνο βιβλία - αλήθειες ή βιβλία - αποδείξεις, υπάρχουν και βιβλία - εμπειρίες: αυτά που σε κάνουν ν΄αλλάζεις την ίδια την ιδέα που έχεις για τον εαυτό σου. Είναι αλήθεια ότι αυτό συμβαίνει και ότι το πάθαινε κι ο ίδιος κόντρα στις ληξιαρχικές ηθικές. Εννοείται ότι άλλα, τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου, αλλάζουν βαθιά τις αντι-ληξιαρχικές ιδέες. Η εμπειρία, όταν είναι βιβλίο, μοιάζει με την εμπειρία στο ζευγάρωμα με μια πόρνη, για να θυμηθούμε και τον Benjamin. Αν δεν την εφαρμόσεις στον έρωτα πάει χαμένη. Ή παραμένει γνήσια, όπως το πάρει κανείς.









Όσα συμβαίνουν στην ατμόσφαιρα αυτές τις μέρες είναι οι μάταιες προσπάθειες του χειμώνα να εμποδίσει την άνοιξη που άρχισε να λουλουδιάζει. Τούτη η γης που την πατούμε ταΐζει αγόγγυστα κάθε λογής φυτεμένα κι αυτοφυή. Έρχεται πάλι η σειρά μας. 









Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014


ληξιαρχική ηθική



 Μη με ρωτάτε ποιος είμαι
και μη μου λέτε να παραμείνω ο ίδιος:
αυτή είναι μία ληξιαρχική ηθική·
διέπει τα δημόσια έγγραφά μας.













Ρωτήστε. 
Ο ίδιος είμαι.   
Γεννήθηκα στον τόπο που 
γράφει το δελτίο ταυτότητας. 
Έχω ΑΜΚΑ και ΑΦΜ.
Στον ίδιο τόπο ζω πενήντα χρόνια. 
Ίδιος καφές κάθε πρωί. Ίδιο κουκούτσι εντός.
Ο ίδιος αύριο ίδια ώρα ίδιο γραφείο. 
Μάρτυς προστατευόμενος του άτακτου χορού
των ξύλινων σφραγίδων. 

Οργίζομαι ώσπου σιωπώ. 
Κατανοώ κάθε ανθρωπιά. 
Δεν είμαι ο ίδιος. Όλο αλλάζω. 
Αλλάζω ιδέες. Άλλος ήμουν χθες,
άλλη θική, με δίχως πράξεις ληξιάρχου,
ίδιο κουκούτσι, άλλο λικέρ.

Ιδέες καριόλες με πλανεύανε στους δρόμους
Άπραγο παρχιωτόπουλο τις έπαιρνα ποπίσω.
Έφαγα ξύλο από τους νταβατζήδες·
δεν είχα φράγκα κι ήθελα έρωτες
Μα τις βαριόμουν τελικά, καημένο πάθος.

Ο ίδιος είμαι. Κώθων. 
Ίδια γυαλιά, ίδιο ποδήλατο, ίδια θέα.
Μα είμαι άλλος, άλλος χθες, αύριο άλλος.
Της Καλλιρρώς και της Αφέντρας εγγονός,
ο ίδιος πάντοτε άλλος πάντα. Ίδια μερίδα
ωσότου λήξει με μια 
πράξη τελευταία
Ληξιαρχείο από γκισέδες και συμπόνια.







pankonstantopoulos




σ΄άλλη πόλιν εγεννήθηκα
σ' άλλη μ' άνοιξαν μερίδα
και σ' άλλην αγαπήθηκα
άπονη γαϊτανοφρύδα



Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014


στην υστερνή μου θέληση



Η ιδέα του θανάτου που υπόκειται σ' όλη την αποκριάτικη λατρευτική δράση - της οποίας μάλιστα οι περισσότερες εκδηλώσεις διεξάγονται στο ύπαιθρο, πάνω στο νωπό, λόγω εποχής, χώμα - αναδεικνύει τον πολύσημο συμβολισμό της ίδιας της γης, ως υποδοχέα των νεκρών σωμάτων αλλά και ως μήτρας και τροφοδότριας κάθε μορφής ζωής. Η ταύτιση της γονιμότητάς της με τη γυναικεία γονιμότητα δίνει τη βάση για μια σειρά μιμικών παραστάσεων με το διφορούμενο θέμα όργωμα - συνουσία. Αλέτρι, υνί και φαλλός, ταυτόσημα, είναι πρωταγωνιστικά σύμβολα του ελληνικού καρναβαλιού, τόσο ως θεατρικά εξαρτήματα των μεταμφιεσμένων όσο και ως θέμα των αδόμενων τραγουδιών, δίνοντας μέσα από το συνταυτισμό φύσης - ανθρώπων μια υπόσχεση γονιμότητας και αιωνιότητας. 
Η συμφιλίωση με το θάνατο δίνει στους ανθρώπους την αίσθηση μιας απεριόριστης υπαρξιακής ελευθερίας, που πρώτα απ' όλα εκδηλώνεται ως αμφισβήτηση κάθε κοσμικής και θρησκευτικής εξουσίας. Η καταλυτική αυτή οπτική, υιοθετώντας τη γλώσσα του γέλιου μέσα από την ανεξέλεγκτη διακωμώδηση των πάντων, ξεσκεπάζει την αντίφαση ολόκληρου του κοινωνικού συστήματος, αποκαλύπτει το αληθινό πρόσωπο αλλά και τη "σχετικότητα κάθε κοινωνικής δομής, κάθε τάξης, κάθε εξουσίας". 


Μιράντα Τερζοπούλου





karnavalosgr




Στην υστερνή μου θέληση
όταν θε ν' αποθάνω
εκατοντάδες γυναικών
στο μνήμα μου αποπάνω
να γαμηθούν ολόγυμνες
από μπροστά και πίσω. 
Να γίνουν γλέντια και χαρές
να γίνουν πανηγύρια
και να γαμούν καλόγεροι
μέσα στα μοναστήρια
τις όμορφες καλογριές
τα καλογεροπαίδια
να βγουν παιδιά από μουνιά
να βγουν και κωλοπαίδια.
Το χρήμα μου μου το μετρητό
θε να κληροδοτήσω
σ' όσες μ' ευχαριστήσανε
από μπροστά και πίσω.
και τ' άλλα τα υπόλοιπα
θε να τα δώσω όλα
σε μία Αγιαννιώτισσα
σε μία χοντροκώλα.
Δίνω τ' αρχίδια στο χωριό
και στη Μαριώ τον ψώλο
σ' αυτήνε που με χόρταινε
κάθε βραδάκι κώλο.

βωμολοχικόν καθαροδευτεριάτικον
από την Αγία Άννα Εύβοιας
(Γαμοτράγουδα - Εκδόσεις Γαβριηλίδη)



από τη Νεοελληνική Αθυροστομία της Μαίρης Κουκουλέ:
κρητικόν εργόχειρον της κας Χρυσούλας Κουκουράκη
φωτογραφία Στέλιου Σκοπελίτη (1983)





Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014


στο χτύπο του χάους
στο σφυγμό του κενού



Ο κόσμος αργά· τα πράγματα αφιμένα στο πάει τους· να δημιουργούνται οι ορίζοντες· να γεννιέται ο χρόνος· οι τόποι, οι εποχές να πηγαίνουνε. Ξέρετε πώς περπατάνε στη γη; να, πηγαίνουν· τίποτ' άλλο πηγαίνουν σε προϋπαντάνε τα όρια σε ακολουθάνε οι δρόμοι κι' οι πολιτείες - οι πολιτείες - σου τραγουδάνε βαθειά. Έχει ένα χτύπο το χάος· έχει ένα σφυγμό το κενό· και μόνο οι ώρες σωπαίνουν·  και μόνο οι καιροί δε μιλούν. Η αιωνιότη σε κυτάζει και σκέφτεται· τα πλάτη, οι απόστασες, είναι αφιερωμένα στο βάδη σου·  αναθυμιάζει μ' ευλάβεια κάτ' απ' το βήμα σου η γη. 

Έτσι πάνε·  όλα ίσα και ντρέτα·  άκρη άκρη στις σιδερο-τροχιές, στα ποτάμια, άκρη - άκρη στους ωραίους γυλούς· πάνω δημοσά κι' όλο κάμπο· δεν ανεβοκατεβαίνουν οι δρόμοι, δεν παν οι στράτες λοξά· για σένα δεξά ή ζερβά να διαβαίνουν τα όρη, να εξελίσονται οι θάλασσες·  ή καμπύλη, ή ευθεία, κι' ο κόσμος αργά·  η αιωνιότη πιστώνει. Η φυγό-κεντρη δύναμη ας είναι ένα παραμύθι των κύκλων, και μόνο μια γραμμή κατακόρυφη νάσαι συ στις στροφές·  έτσι· όπως πάνε οι δρόμοι μονάχοι τους, όπως στέκουν τα βράχια.  











Μ' ευλάβεια η γης ν' αναθυμιάζει
κάτω απ΄τα βήματα που μοναχά τους πάνε.
Τα όρια να φτάνουν και να μοιάζει
πως στο κενό μ' ένα σφυγμό τα χάη σπάνε.

Ίσα και ντρέτα, άκρη  νάκρη κι αφημένα
όλα στο πάει τους, το χρόνο να γεννάνε.
Σωπαίνουν οι ώρες· με προσμένουν τάφοι μένα
να τους στολίζω νύχτα ή μέρα · ό,τι και νάναι.

Αργά ο κόσμος. Ως αργά στις πολιτείες
να τραγουδάνε στα βαθειά τους τα λαγούμια.
Μονάχοι δρόμοι· να πιστώνει η αιωνιότη.

Αργά τ' αλάνικα τ' αστέρια σ' αλητείες
να καμαρώνουν τα δικά τους τα σουσσούμια.
Μπορεί να υπάρχω; Δεν υπάρχει βεβαιότη.





Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014


ΜόΚΟ
ή
περί του Διοικητού
του Μέλλοντος των Υπερσυντελύκων




mokodance


ο αξιότιμος διxαστής η μπαλαρίνα μημουάπτου 
το δράμα της προσωπίδας ένα κασόνι ξεκάμπανο 
στυφό ένα καλωσόρισμα καθώς νύχτα ο καιρός 
σέρνεται από προβλέψεις μια κουρασμένη φοιτήτρια 
ένας ντελιβεράς ευφυής η λύπη εύκολη 
η μόρφωση της άρνησης στης ήττας τη σχολή 
η λίστα των κανόνων νύξη ντα κάπο της αυγής 
διορίζει τον φυγά της αφελούς ωμότητος 
μην ενοχλείτε τον οχληγόν μην κύπτετε ινα μην 
τραπείτε εις φυγήν εις το όνομα του αγνώστου κάπο 
εν μέσω διδαχών των ψυχίων ημών 
των απράγων κοπτήρων μην κόπτετε ίνα μην 
κόπτεσθε ίνα μην κληθείτε εν τω μέσω της νυκτός  
εκ του παλαιού τραύματος ήτοι εκ της περί αυτού ιδέας 
ήτις κατέστη τραύμα ιδεαζόμενη ελευθερίας
 υπονομεύουσα τη σιωπή των ευγλώττων ομμάτων 
νάτηνε ξαφανιζόλ στον άγνωστον ορίζοντα 
των ομματιών της πήρε η δούλη απ' το ιερό 
του διοικητού των μελλόντων των χρόνων όλων



moko



κάνετε μόκο τσιριμό μη νοσταλγείτε

το που σας έταξε η ελπίδα μερδικό
μιας ιδεώδους κοινωνίας μην αργείτε
 κάλλιο έναν ξένο ναγαπάς παρά δικό

κάνετε μόκο συντηρήστε τη μασέλα
η γλώσσα έγκλειστη στο στόμα η καψερή
να ονειρευτεί πως στο καλάμι έβαλε σέλα
ενώ έχει σπάσει τα παΐδια της σερί

κάνετε μόκο η ζωή είν' ένα μπλόκο

δούλοι μουγκοί λάικ μουά όπως χιλιάδες
η γλώσσα είναι φυλακή κάνετε μόκο
μόκο μαλλιάδες κατσαπλιάδες βασιλιάδες 




dipyadeep

πρόκειται περί διασκευής αυτού


Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014


Κύριος και Δούλος (ΙΙ)



Ή, μάλλον, κυρίες και δούλοι, για το (ΙΙ), κυρίες και κύριοι και αγαπητά παιδιά, δούλοι του Θεού ενίοτε, δούλοι της τρόικας ίσως, δούλοι των παθών και του ταράχου ενίοτε αυτών (των παθών). O ελληνοδουλολόγος Yvon Garlan ξεκαθαρίζει ότι πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά, όμως τι σημασία έχει; Για εκείνες τις Σπαρτιάτισσες, τις Λοκρές, τις Αργίτισσες, και για τους δούλους τους, η ζωή είχε αλλάξει για πάντα. Τι σημασία έχει αν ήταν σπάνια περιστατικά; Γι' αυτές, γι' αυτούς, ήταν όλη η ζωή. Οι δούλοι αντικατέστησαν τους απόντες κυρίους, είχαν να προσφέρουν κάτι πέρα από την ελευθερία ή τη δουλεία, και δεν τ' αρνήθηκαν. Η άρνηση της άρνησης ανάποδα: όχι πια ο κύριος δούλος του δούλου, ένεκα της ανάγκης του να είναι κύριος, να έχει δούλο, αλλά ο δούλος κύριος της κυρίας, ένεκα της ανάγκης της να είναι γυναίκα, κατά το φυλοκοινωνικώς λεγόμενον. Να, κοιτάξτε, κυττάξτε την ταφόπετρα, το δουλάκι δείχνει στη γυναίκα που συνόδευσε στον τάφο, δείχνει... Τι δείχνει;




Στο Άργος, που το εγκατέλειψαν οι πολίτες του ύστερα από ήττα από τους Σπαρτιάτες στα τέλη του 6ου αιώνα ή στις αρχές του 5ου, οι γυναίκες είχαν αναλάβει την επιβίωση της πόλης με τη βοήθεια δούλων (δίχως αμφιβολία των Γυμνητών της περιοχής) τους οποίους παντρεύτηκαν, ώσπου να ενηλικιωθούν οι γιοι των εξαφανισμένων πολιτών. Το επεισόδιο αυτό έκανε πολύ θόρυβο στο εξωτερικό, αν είναι αλήθεια ότι η τετραλογία που αφιέρωσε το 463 ο Αισχύλος στις Δαναΐδες ήθελε να εκφράσει ποιητικά τις νομικές διαμάχες και τις σοβαρές κοινωνικές και ψυχολογικές δυσχέρειες που συντάραζαν τότε το Άργος, αναφέροντας το δίλημμα του αναγκαστικού γάμου, την αντίσταση των γυναικών προς τη σκληρή μοίρα που τις καταδιώκει και την αφοσίωση όσων, όπως η Υπερμνήστρα, αποδέχονται τους απεχθείς συζύγους από πατριωτική επιταγή και από φυσική επιθυμία για τεκνοποιία.
Στη Λοκρίδα, την ώρα που ο Μεσσηνιακός πόλεμος είχε κρατήσει τους πολίτες μακριά από τις εστίες τους, οι γυναίκες τους είχαν βρει παρηγοριά από τους δούλους τους (που ήσαν αναμφισβήτητα ειλωτικού τύπου) και στη συνέχεια είχαν συμμετάσχει μαζί μ' αυτούς στην ίδρυση της ιταλικής αποικίας των Επιζεφύριων Λοκρών γεγονός που εξηγεί, κατά τον Πολύβιο (XII, 5, 6), ότι στην πόλη αυτή «η κληρονομική αριστοκρατία προέρχεται ολόκληρη από τις γυναίκες και όχι από τους άντρες».
Σχετικά με την ίδρυση του Τάραντα από τους «εξω-ταξικούς» Λακεδαιμόνιους που είχαν την ονομασία «Παρθένιαι», κυκλοφορούσε επίσης μια παράδοση ότι επρόκειτο για νόθους, που γεννήθηκαν κατά τον πρώτο Μεσσηνιακό πόλεμο από τις Σπαρτιάτισσες και τους Είλωτές τους. Είναι, λοιπόν, αξιοσημείωτο ότι μόνο στις πόλεις που γνώρισαν μια δουλεία ειλωτικού τύπου δόθηκε μερικές φορές η δυνατότητα στους δούλους, σε καιρό κρίσης, να αποκτήσουν πρόσβαση στις γυναίκες των πολιτών και να συνδεθούν έτσι με τη ζωή της κοινότητας.






Έτσι είχαν τα πραύματα. Οι Λοκρές βρήκαν παρηγοριά στους δούλους, ελλείψει κυρίων ανδρών, οι οποίοι κύριοι οίδασι τι ποιούσι - ό,τι εκείνος ο Λοκρός ο Αίας που βίασε το λάφυρό του, την προ ολίγου μικρή κυρία, την ξακουστή Κασσάνδρα. Αυτές οι ιστορίες γράφτηκαν στα ντιενέγια, που λένε, δούλων και κυριών, και φτάσανε αθόρυβα, σαν τη σουρλουλού την ομίχλη, στις μέρες μας, στις ζωγραφιές και στα τραγούδια, όπως σ' εκείνο του Ρασούλη, του Παπάζογλου, του Ξυδάκη, το από τη γυναίκα ούτε 'να καλό δεν είδα, που λέει κάπου "όσο σκλαβωμένη θάσαι σ' ένα μπονηρό, άλλο τόσο σκλάβος θάμαι κι όλο θα πονώ", όπως και σε τούτο το...






παιδί δουλάκι που με λες δεν με πειράζει
κοίτα κυρά μου, κύττα, βγήκα γκέιμ όβερ
κοίτα το λάπτοπ μάλλον η ώρα πλησιάζει
οι δυο να μείνουμε δικός σου νάμαι λόβερ

σαν τις λοκρές που όταν το μάθανε λουφάξαν
τι έκανε ο αίας της κασσάνδρας του συνδρόμου
κάνε το ίδιο μες στον τάφο που μας τάξαν
να με χαδεύεις να με λες γλυκά "μωρό μου"