Έχασαν οι πρωτοχρονιές την αίγλη.
Οι στολισμοί επιβραβεύονται με λάικ.
Οι κουραμπιέδες παραδίνονται
σε ασφυξία διαφανούς μεμβράνης.
Τα φώτα ναβοσβήνουνε δίχως
την κραυγαλέ αλλοτινή τους χύση.
Ο δήμαρχος τρομπάρει χνώτα.
Δεν μεταδίν η τηλεόραση το τώρα.
Δεν λείπει τίπο τίποτα στην παγωνιά
που ευτέλισε την ανθρωπίλα.
Η βούληση
υπονομεύει την παράσταση.
Οι συσκευές
σε δόνηση γκρινιάζουν.
Μόλις πετάχτηκε
της γαλοπούλας το θερμόμετρο,
βγήκεν ο ποιητής μπροστά,
προφήτης άνεργος:
Θάρθει καιρός που θα ποχτήσουνε
οι άνθρωποι μια μπίστη.
Θα μεταλάβουνε το ψέμα όπως παλιά.
Χωρίς σωσίβια τα παιδιά μας θα νοιχτούνε
στων απαλών κυμάτων το σπουδαίον μέλλον.
Γριές και γέροι θα κοιμούνται με το γέλιο.
Οι δικαστές τούς εαυτούς τους
θα δικάζουνε, σαν τύψη.
Έμεινε μόνος
στο επαμφοτερίζον χάος.
Δεν ακουγόταν,
δεν βλεπόταν, τίποτα.
Σκέφτηκε,
α, θα γράψω άλλο τώρα ποίημα.
Θα στιχουργήσω για τη λύτρωση
της παραγεμισμένης γαλοπούλας.
Έτσι που ψήθηκε
γλυκά σε φούρνο αέρος.
Δεν ρώτησε κανείς εδώ να μάθει
για το νταχάου που ανατράφηκε
η καημένη.
Ακούστε με. Θα πω
της γαλοπούλας την ωδή.
Απτόητος. Ουδέποτε
ορρωδεί.








