Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013


έσχατη κραυγή του Γ. Μακρή
στους αντίλαλους του κενού


στον Γ. Μακρή


ελευθερία είπε είναι βάσανο
που ισορροπείς με ρίσκο πορσελάνης
όλο κοιμάται στα βουνά
όλο τον μάχεται τον θάνατο
καθώς απλώνει το τουλπάνι της σφιγγός
ο ίδιος ο θεός ο θέρος ελευθέρως

ανέβηκε στον τελευταίο νόροφο
κόντεψεν η παλίρροια να πνιγεί
από ουτοπίας αναρρόφηση

ελευθερία είπε είναι μόνον άλμα
στο κενό από ανθρώπινα τέλος
μπλέκονταν με ταγκίλα νευωδιές
άντεχαν έντρομες την πτώση
πάναγνη όπως η πρόσκρουση

αυτό μονάχα είπε
είναι ελευθερία
ΠΟΘΟΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ
ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ


Χορτάρι δυνατό θα νικήσει αυτό το παντοδύναμο 
μπουκάλι του έσχατου δηλητηρίου
σκέτο χορτάρι
κανένας πια δεν θα 'χει ανοίξει τα μάτια του
νομίζοντας ότι τα 'χει ανοίξει
ούτε τα σώματα ν' ασχοληθούν με την υγρή σαπίλα
ούτε η περίφημη γη θα έχει
να ανανεωθεί
και να έχουμε να φαμπρικάρουμε
νέα σώβρακα
γεωργικές μηχανές
οι άνθρωποι θα σαπίζουν παρά τα σκατά
πόσο διστάζω να μη βρίσκομαι σ' έναν λόφο
με μια έσχατη κραυγή στους αντίλαλους του κενού.



                                                                                    [1964;] 




[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Το βαπόρι της ποίησης,
τεύχος 1, καλοκαίρι 1978]




Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013


Ποιος φοβάται την Παρθενόπη Λύκου;



Παρθενόπη τηνε λένε, θα πει παρθένα τάχα, το αντίθετο δηλαδή, πόρνη κατά το κοινώς. Κατά το κοινώς. Λύκου θα πει ανθρώπου, καθότι homo homini lupus. Η πλάνη της φυσιοκρατίας. Ελπίζω να μην είναι άνθρωπος ο λύκος για τον λύκο. Ελευθερία την έλεγαν οι έφηβοι κουνώντας επιδεικτικά ό,τι νάναι. Ελευθερία, πόρνη - ξ, ο, - πόρπη των οιδιπόδων, των παιδιών με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, προδότες, κομμουνιστές. Ποιος τη φοβάται τη Βιρτζίνια; 




Η ελευθερία και-σαν-κε-σές γιαούρτι μας έχωσε τις προάλλες στα εντόσθια του Λεβιάθαν, στο αποχετευτικό δίκτυο του Παρισιού σύμφωνα με τον Ουγκώ των Αθλίων, στον πριν από ένα χρόνο ευφημισμένο λαβύρινθο της περιπλάνησης των λακανικών και μη περιττωμάτων, τον αυθεντικό τόπο όπου πολλών κακών μύρια έπονται. Και στον Οδυσσέα του Τζόυς, μέσω Περέκ τότε, ευθέως τώρα, στην προηγούμενη ανάρτηση με επίκεντρο τον ποιητή Κατσαρό. Τι σύμπτωση, αλήθεια. 

Τζόυς: 
Καλά είναι εδώ. Ας χτίσουμε ένα αφοδευτήριο. 

Το κατάλληλο μέρος για μέρος. Ανακουφιστήριο. Απελευθέρωση. 
Πόσο ελεύθερος μπορεί να νιώσει κάποιος που κρατιέται, κρατιέται, κρατιέται; 

Κατσαρός: 
Αντισταθείτε σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει: καλά είμαι εδώ. 

Το κατάλληλο συμβάν. Στατικότης ενω τα πάντα ρει. 

Σε άλλο σημείο των Αθλίων, ο Ουγκώ αναφέρεται στην περίφημη λέξη του Καμπρόν, του στρατηγού του Ναπολέοντα στο Βατερλώ. Ο Ε. Χ. Γονατάς χρησιμοποίησε σαν παράδειγμα την αναφορά του συγγραφέα στα σκατά, την απάντηση, δηλαδή, του Καμπρόν στην προτροπή του Άγγλου ομολόγου του να παραδοθεί ο στρατός του, για να υποστηρίξει την αξία του Ουγκώ. Το να κεραυνοβολείς με μια τέτοια λέξη τον κεραυνό που σε σκοτώνει, σημαίνει για σένα νίκη, μετέφρασε ο Κοτζιούλας.  Ανακάλυψα με λύπη τις παραλείψεις της μετάφρασης που είχα χρησιμοποιήσει στα εντόσθια του Λεβιάθαν (η παραπομπή για την ημιομώνυμη ανάρτηση), μιας μετάφρασης του 1968, του Γ. Κουχτσόγλου, στην ανάλυση της λέξης του Καμπρόν, σε μια πρόχειρη αντιπαραβολή με το γαλλικό πρωτότυπο. Απ' την ίδια μετάφραση, πάραυτα, αφού δεν βρήκα χρόνο για να βρω του Κοτζιούλα, όπου σκουλίκι, ο Καμπρόν: 

Σε τούτο το σκουλίκι της γης έλαχε να διαμαρτυρηθεί. Και ζήτησε μια λέξη, όπως θα ζήταγ' ένα ξίφος. Τον εκμηδενίζει το τεράστιο αποτέλεσμα μιας νίκης δίχως νικητές, μιας νίκης μέτριας, και εξεγείρεται απελπισμένος. Ναι, είναι νίκη τιποτένια. Το να φτύσει πάνω της δε θάχε μεγάλη σημασία. Τον πιέζει η δύναμη, η ύλη, ο αριθμός. Κι έτσι μέσα στην ψυχή του βρίσκει τη μόνη κατάλληλη έκφραση: ξέχεσμα. 

Στο επόμενο κεφάλαιο, ο Ουγκώ γράφει ότι οι ηττημένοι Γάλλοι τελικά νίκησαν σ' αυτό τον συμβολικό αγώνα, αφού νίκησε η ελευθερία. Και εννοούσε τις ιδέες της γαλλικής επανάστασης και του διαφωτισμού. Ο διαφωτισμός πράγματι νίκησε. Σε τέτοιο σημείο που κάποιοι θεώρησαν ότι οδήγησε, αναπόφευκτα, σε επιτεύγματα τύπου Άουσβιτς. 




Ο άνθρωπος μπορεί, λέει, να είναι, θα παραδεχόμουν ίσως το να αισθάνεται - όχι το να είναι, ελεύθερος επειδή έχει την ικανότητα και όταν έχει τη δυνατότητα να επιλέξει. Αναζητώντας νόημα κι ελευθερία σ' ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, ο Βίκτορ Φράνκλ σκέφτηκε ότι το γεγονός ότι ο άνθρωπος έλκεται από τις αξίες, κλείνει μέσα του την ελευθερία της βούλησης: την ελευθερία του ανθρώπου να διαλέξει ανάμεσα στην αποδοχή ή την απόρριψη μιας προσφοράς, π.χ. να πραγματοποιήσει έναν εν δυνάμει σκοπό ή να χάσει αυτή την ευκαιρία. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να λέμε ότι υπάρχει στον άνθρωπο “ηθική παρόρμηση”, ή ακόμα και “θρησκευτική παρόρμηση”, με την έννοια που θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος “κατεθύνεται από πρωτόγονα ένστικτα”. [...] Ο άνθρωπος συμπεριφέρεται ηθικά χάριν ενός σκοπού στον οποίον αφιερώνεται∙ π.χ. για κάποιο πρόσωπο που αγαπά, ή χάριν του Θεού στον οποίο πιστεύει. 

Ας μην μιλήσουμε και για ηθική τώρα. Πάντως, αυτό. Η ελευθερία είναι ελευθερία βούλησης. Ίσως όχι ακριβώς ελευθερία επιλογής, αφού η επιλογή προϋποθέτει την ύπαρξη προσφορών, σαν τις εκλογές ένα πράμα, πρέπει να μπεις στο παραβάν και να διαλέξεις προσφέροντα, ενώ πραγματικά ελεύθερος θα ήταν αυτός που μπορεί και να μη μπει στο παραβάν, αλλά τότε θα έπρεπε να βρεθεί κάπου αλλού και αυτό το αλλού συνιστά τόπο σχεσιακό, διανθρώπινο, άρα τόπο συμβιβασμών, επιλογών. Η εμμενής ελευθερία οδηγεί τον μοναδικό άνθρωπο να πάρει τα βουνά, κρατώντας την ψευδαίσθηση της μοναδικότητας, έρποντας κάτω από τα πυκνά κλαδιά των σχέσεών του, που τον συνιστούν. 

Η αγωνιώδης αναζήτηση νοήματος του Καζαντζάκη (και) στην Ασκητική γεννά μέσα του τη φωνή που προστάζει: Ν' αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει! Είπεν ο Καζαντζάκης είμαι λέφτερος, είπε και να γραφτεί και γράφτηκε στον τάφο του. Σ' ετούτο το γραφείο δίπλα τα σκέφτηκε και τα σχεδίασε. Βιβλία που γεμίζουν το εμμενές κενό. Κλειστά όρθια βιβλία κι ανοιχτά ξάπλα. Λέφτερος, είπε, γιατί δεν φοβούμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα. Αν δεν φοβηθώ, αν δεν ελπίσω, αγγίζω την ελευθερία. Δεν έχω χρεία μηδενός. 


Τι τον καλεί προς το τέλος της Ασκητικής ο άδειος του θεός; Να κάψει το σπίτι του! Εκεί που τόχτισε και νόμιζε πως όλα ήταν καλά, να του βάλει φωθιά, ηθικό πλειστηρικαυσμό πρώτης κατοικίας, σαν χρέος ζωής, όχι τραπέζης, αλλά χρέος: 
-"Κάψε το σπίτι σου!" φωνάζει ο Θεός. "Έρχουμαι! Όποιος έχει σπίτι δεν μπορεί να με δεχτεί. Κάψε τις Ιδέες σου σύντριψε τους συλλογισμούς σου! Όποιος έχει βρει τη λύση δεν μπορεί να με βρει. Αγαπώ τους πεινασμένους, τους ανήσυχους, τους αλήτες. Αυτοί αιώνια συλλογιούνται τη πείνα, την ανταρσία, το δρόμο τον ατέλειωτο. Έμενα! Έρχουμαι! Παράτα τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου, τις Ιδέες σου κι ακλούθα μου. Είμαι ο μέγας Αλήτης. Ακλούθα!..."





Κανένας Καζαντζάκης, δεν έκαψε τα βιβλία του. Άλλοι ίσως το έκαναν. Όμως τα αδιέξοδα, όταν επιμένουν, οδηγούν στην ίδια διέξοδο. Ο Παζολίνι πίστευε σε μια ελευθερία επιλογής: Ότι ελεύθερος γίνεται όποιος επιλέγει τον θάνατο. Η ελευθερία δεν μπορεί να διακηρυχθεί παρά μόνο διαμέσου ενός μικρού ή μεγάλου μαρτυρίου, διακήρυσσε, θεωρώντας χρέος του ν' αποκαλύπτει την τελική νίκη μιας εσωτερικής ορμής θανάτου. Σκέφτομαι ξανά και ξανά ότι η βαθιά πίστη στην ανθρώπινη ουσία, τα homo homini lupus, η ενστικτώδης ορμή θανάτου... Ο Γ. Μακρής...






μια λέξη - ξίφος: σπουδαίον ύφος.
μια σκατολέξη: χτικιό και τύφος


Κυριακή 11 Αυγούστου 2013


Πάλιν ζητάς ελευθερίαν;






Έκανε κουράγιο σταμάτησε το βήμα για να δει. Η μυρωδιά τον έβανε να προχωρά. Μόνος εκεί που κατουρούσε τα ρούχα η ζέστη. Ώριμος να κοιτάξει πέρα μακριά στου απρόσιτου σπηλαίου τον στόμα· σαν είσοδος αβύσσου τονε τραβούσε αργό βάσανο. Η τύψη μεταμορφωνότανε σε λύσσα η όραση ξαπλωνόταν ευρυγώνια· θέατρο αρχαίον πέτρα και δίψα. Ένα μηρμύγκι κοντοστάθηκε κι αντάλλαξε το μήνυμά του με το άλλο που ερχόταν απαλλού. Οι αέρηδες κορόιδευαν τη νύστα η νύχτα απορούσε. Ρώτησε τον συνεπιβάτη:

- Θέλεις να μάθεις για την αλλοτρίωση;
- Ξέρω για όσα μετακίνησαν τον εαυτό μου στον υπόγειο τόπο.
- Ωδές Ναυπλείοι. 
- Ω, δες νον πλυ. 
- Κάτω από του κάτη τα μάτια.
- Ελπίδες.
- Ελευθερία ανάπηρη σου τάζουν.
- Ελευθερία αν άπειρη σου τάζουν.
- Σ' αεροπλάνο μπρούμυτα τρυγάς.
- Όραση πτωχή. 
- Μην απολύεις τον δούλον σου. 
- Ελευθερία μετά τη γέννα.
- Λένε καλή λευτεριά. 
- Ελευθερία μέσω αιδοίων. 
- Ελεύθερη από απέριττο παιδίον.
- Όπως από τα περιττώματα.
- Ξαλαφρώνεις από απέριττα και περιττά. 
- Λέει ο Κατσαρός πως με αντίσταση...
- ... περνάς βέβαιος στην ελευθερία.
- Αντισταθείτε σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει:
καλά είμαι εδώ.

- Ενδεδυμένος την τήβεννό του κοίταζε γύρω του και έλεγε:
Καλά είναι εδώ. Ας χτίσουμε ένα αφοδευτήριο.

- Τζόυς. Οδυσσέας. Κεφ. 7, σελ. 167, μετάφραση Καψάσκη.
- Σωστά. Ο καθηγητής ΜακΧιού για τον ρωμαϊκό πολιτισμό: 
Ήταν απέραντος· αλλά χυδαίος. Περιττώματα· υπόνομοι. Ο Ρωμαίος μετέφερε την περιττωματική ιδεοληψία.
- Πού οδηγούνται ελεύθερα τα ιδεοληπτικά περιττώματα;
- Στα εντόσθια του Λεβιάθαν.
- Ελευθερία σήπουσα.
- Ελευθερία βρωμούσα.
- Ελευθερίας ζητιανιά.
- Μιχάλης Κατσαρός: 4Μαζινό. 6, και τέλος:





Επί των κεραμέων πάλιν με εξεδίωξες.
Σε συνόδευον κάθε εσπέρα
εις τον οίκον σου.
Επί των κεραμέων οι βάνδαλοί σου.
Ήρχοντο εξήρχοντο εβάδιζον έπιπτον αι
   άμαξαί σου.
Επί των κεραμέων οι άνθρωποί σου
εβεβήλωσαν το πρόσωπό μου.
Εσύρθην υπό των φρουρών σου διήλθον
τον Βίκτωρά σου — και αι ελπίδες σου
εχάνοντο.
Πάλιν με επόμπευες εις τα θρυλικά σου
   ονόματα.
Πάλιν εις το πρόσωπόν μου το χέρι σου
εστάθη εις τον ραπισμόν.
Συνετρίβη εις το όνομά μου—είδον σε
   ταπεινόν να εισέρχεσαι.
Ο Άγιος Αυγουστίνος με εσυνόδευεν.
Μήπως άθλιε δεν ήσουνα Συ;
Ο Αυγουστίνος που τα πτηνά του ήρχοντο
   στο κελίον μου.
Δίπλα μου ο Γαβριήλ έκλαιγεν.
Ενώ έξωθεν η αμπάρα έπιπτεν επί των
κεφαλών σου.Η αμπάρα εφώναζον η αμπάρα σε
καταστρέφει.
Γιατί μου ζητάς να μου είπεις εις όλας τας
   γλώσσας
«εσύ φταις»
γιατί ανάγωγε ελάκτισες την μονάδα σου.
Σου έδιδον γην και ύδωρ
και εζητούσες το αίμα.
Σου έδιδον μέλη και οστά
και ήθελες την συντριβήν σου.
Σε εσυνάντησα εις την οδόν Μέρλιν
ένα απόγευμα.
Ξέρεις ακριβώς τι έγινεν.
Έπρεπε να διέλθω να δω μόνον το φως σου
να αγωνίζεται να εξέλθει της θύρας.
Έπρεπε με τον Λουκάν να με οδηγήσεις
εις την αλλοδαπήν σου.
Και εις τας φυλακάς η Θεοδώρα να μου
   φέρνει πουκάμισα.
Και μετά να σταματάς τα αποσπάσματα
μήπως με εκτελέσουν.
Ενώ το πλήθος εις την πλατείαν Ελευθερίας
να προσεύχεται
και οι φρουροί να κλαίουσιν.
Ελευθερίαν μου εζήτησες και σου έδιδον
μήπως ποτέ θα σταματήσει;
Τώρα επί του εδάφους του μαρτυρίου μου
κατοικείς
και γω
δεν έχω ούτε ναόν ούτε στέγη.
Ποιος ήτο το μήλον της έριδος;

Το Χρυσόμαλλον δέρας μου το περιέφερον
εις τα στρατόπεδα.
Το εδείκνυον. Εις τον σάκον μου
το μικρόν άγαλμα ο Ορέστης.
Πάλιν ζητάς ελευθερίαν;
Την πόλιν σου έδειξα και πάλιν έρχεσαι
τύραννος πάλι εις νέαν πόλιν;
Και συ κόρη του ποταμού
σου εστερέωσα τον Δούναβιν
πλούσιος καθαρός ρέει και επί των οχθών του
μέλπεις τα όνειρά σου.
Διατί με εμίσησας;


Επί της κεφαλής της ανομίας σας η αρά μου!










ελευθερία αρκετή, ελευθερία λίγη
ελευθερία καυστική σε δήλη μέρα λήγει
ελευθερία περιττή δίκην περιττωμάτων
ελευθερία όρθια πατούσα επί πτωμάτων



Κυριακή 4 Αυγούστου 2013


πάψε να το διαβάζεις






Ποιος είμαι και συ ποιος. 
Εδώ δεν έχω τάξη, νηλικία σχεδόν,
επάγγελμα, συνήθειες, τικ.
Ούτε μυρίζω.
Κοντεύω να ξεχάσω το χαρτί.
Δεν μ' αφορά η ελευθερία που ωφελεί, 
που οφείλει, που φιλεύει χάος το χάος. 
Αλλά δεν είναι χάος αυτό το δομημένο λάθος 
από αλγόριθμους και όγκους δυαδικούς.
Ποιος είμαι και σε ποιους
ανοίγω νόποιαν ώρα νάναι.
Ποια νάραγε νελευθερία ποια νάραγε θερία πολεμά. 
Σε ποιον ανήκουνε οι πλαστικές μου κάρτες
όταν ανήκω εδώ. Αλήθειες όλες κι όλες δυο.
Η μάνα μου ναξύριστο με ξέρει. 
Της γυναικός μου τον ιδρώτα τον αλείβω.
Της κόρης μου τις άβολες σιγές κάνω πως κρίνω.
Εμφιλοχωρώ σ' έμφυλο χορό. 
Ποιος; Ο ουδείς της επαρχίας των Μυκηνών,
ο μισερός από μολύσματα περιβολάρης;
Ο αιμάσσων φλύκταινες σπουδαίων λεξικών;
Ο ασφυκτιών από ελευθέρας στους αγώνες;
Ο ποιος; Ο κοφτερός που σκούριασε 
των ήχων και των αμυχών ψιλέμπορος;
Ποιος είμαι; Πες το.
Πες το, ποιος είμαι;
Ακόμα το διαβάζεις;
Μπορώ ποτέ να μην τελειώσει.
Ξέρω αλλού να γράφω και να βλέπεις ταυτοχρόνως.
Όμως ελεύθερος ποτέ δεν είναι ο χρόνος.
Ούτε κανείς. Κανείς. 
Πάψε να το διαβάζεις.
Καλοκαιριάτικα.





Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013


έχουμε αποστολή;



Η τρομαχτική πρόταση στην είσοδο του Νταχάου, πως η εργασία απελευθερώνει, φανέρωσε κάποτε την εφιαλτική διάσταση της υποταγής στο δόγμα της δουλειάς. Η λατρεία του προλεταριάτου, μιας τάξης που πουλά ελεύθερα εργατική δύναμη, le travail c'est la liberté, συνέβαλε στην ισχυροποίηση του κοινωνικού συστήματος που, καθώς μεταβάλλεται αδιάκοπα, απελευθερώνει πια από την εργασία χιλιάδες Έλληνες που λογίζονταν μόνιμοι υπάλληλοι του κράτους. 





Τον Αύγουστο του 1968 ο Ernst Bloch συμμετείχε σε συζητήσεις που διοργάνωσε το περιοδικό Praxis στην Κορτσιούλα της Δαλματίας με θέμα ο Μαρξ και η Επανάσταση. Στην ελληνική έκδοση του βιβλίου Ουτοπία και Επανάσταση, ο Bloch αναφέρεται στη  λατρεία τοΰ προλεταριάτου, που σεβάστηκε μια τάξη που είχε βυθιστεί στη βαρβαρότητα και δυστυχώς, προσθέτει, η τάξη αυτή ελάχιστη σχέση έχει με ένα μελλοντικό απελευθερωμένο προλεταριάτο. 

Η ελευθερία, τέρας με πολλά κεφάλια, άρρυθμη χορωδία που υμνεί κατακαλόκαιρο τον εαυτό της σαν ουτοπία, σαν εφιάλτη, σαν ανάγκη και σαν ανία. Η ελευθερία, ελπίδα στην αφόρητη δυσαρέσκεια. 

H δυσαρέσκεια είναι εύκολο νά υπάρχει απλωμένη παντού καί χωρίς άμφιβολία είναι καλύτερη από το τίποτα. Το πόσο είναι θετική μπορεί νά διαπιστωθεί στις μέρες μας στό ξεσήκωμα των φοιτητών. Όμως ποιος είναι ο δρόμος που όδηγεί από την αρχικά ψυχολογική κατάσταση της δυσαρέσκειας στην εξέγερση; Η δυσαρέσκεια δεν αρκεί. Ο καθείς πρέπει να γνωρίζει όχι μόνο τι δεν θέλει, αλλά επίσης και τι θέλει. Στη λογική υπάρχει η έννοια του limes (ορίου). Όταν αισθανόμαστε την ύπαρξη ενός ορίου, το έχουμε ήδη επεξεργαστεί νοητικά. Η νοσταλγία του φυλακισμένου για ελευθερία περιέχει την ιδέα της ελευθερίας. 

Καθώς ο Bloch νιώθει διαψευσμένος από την επανάσταση στη Ρωσία, προτάσσει και πάλι το ουτοπικό όραμα, ελπίζοντας στην ευφυή, όπως την αποκαλεί, νεότητα, τα πουρά δηλαδή των ημερών μας, που όπως και οι επόμενες γενιές διέψευσαν κάθε ελπίδα ελευθερίας. Έχουν νόημα σήμερα αυτά τα λόγια;

Έτσι, στον δύσκολο δρόμου που βαδίζουμε, πρέπει να έχουμε την ιδέα της γης που αναζητούμε τουλάχιστον στην ευρύτερή της περιφέρεια. Οφείλουμε να εποπτεύσουμε το έδαφος προσεκτικά έτσι ώστε να πάρουμε τη σωστή κατεύθυνση και να μην απατηθούμε από ψευδείς εκπληρώσεις. Αυτό που οι παλιές Ουτοπίες και τα πιο όμορφα και πλούσια όνειρα της ανθρωπότητας εννοούσαν μπορεί να μας βοηθήσει να ανορθωθούμε και πάλι μετά τη διαψευσμένη ελπίδα (και τι θα ήταν η ελπίδα αν δε μπορούσε να διαψευσθεί;) και να μας διδάξει και να μας διορθώσει μέσα από τη διάψευση. Να ξαναστήσουμε την ελπίδα, να ελπίζουμε πάλι μετά τη διάψευση, αυτή είναι η αποστολή μας, μια αποστολή που την έχουμε επίσης εμπιστευθεί στην ευφυή νεότητα. 





Όχι, σήμερα δεν βρίσκουν νόημα αυτά τα λόγια. Όχι, δεν έχουμε - ποιοι; - αποστολή. Όχι, το νέο, το ευφυές, το δέος του θεριού δεν έχουν μοσχοβολήσει. Κανένα φάντασμα δεν πλανιέται - και γιατί, παρακαλώ, πάνω από τη γηραλέα ήπειρο μονάχα; Το φάντασμα του φαντάσματος, απλανές, με την ψυχή της κότας που θωρεί την αλεπού, στοιχειώνει εφιάλτες. Τίποτα δεν μαρτυρά μια νέα ουτοπία. Που θα πεί, ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο κοντά το νησάκι, και τόσο βέβαιη η αποβίβασή μας.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013


γιατί ξυπνά κανείς το πρωί







Σκέφτομαι πως αφού σκέφτηκα, την ελευθερία ή ό,τι άλλο, υπήρξα σκεπτόμενος σαν τον εκτρωματικό ανθρωπάκο του Λακάν που κανοναρχεί την καθεμέρα μου, αυτός εγώ ο ίδιος που σκέφτομαι πως κρυμμένος μέσα στο παπούτσι της μπορώ ξεπεταρούδην να ευφρανθώ δίχως cogito τη γεύση του κορδονιού της, αιφνίδιος σαν γνώριμος θάνατος. Αυτός ο οδηγός του άρματος που λέγει ο Λακάν, που αποφαίνεται: θα χαρακτηρίσω τη λειτουργία του καρτεσιανού cogito με τον όρο έκτρωμα ή ανθρωπάκο, αυτός εγώ σκέφτομαι ότι κάθε προσπάθεια να εξηγηθεί απ' τον καθένα το έμφορτο πραυματικότητα μέσα μου καταντά γελοία σαν ψευδαίσθηση ελευθερίας σκλάβου που ξεψυχάει. Δεν την χλευάζω, όμως, τη γελοιότητα, στο κάτω κάτω σκλάβος της έμεινα ως τώρα και δεν πήρα τα βουνά. Και πώς πάλι να σκεφτείς ελεύθερα για την ελευθερία αφού με λέξεις σκέφτεσαι, με λεξιλόγια γλώσσας που έχει δομή ίδια με του συλλογικού υπερεμείς, του ασυνειδήτου δεν την ξέρω τη δομή. Έχει τα όριά του κάθε λεξιλόγιο, τα όριά του είναι ηλεκτροφόρα σύρματα, μονάχα οι υπερλεξιστές κι οι ψάλτες με τα τεριρέμ μπορούν να τα διαβούν, μα δίχως cogito.

Ο σκλάβος πώς να νιώσει ελεύθερος; Σκέφτηκα την ελευθερία τις μέρες που πέρασαν, την ελευθερία που κάποτε μαϊμουδίζαμε ότι για μας είναι μια ωραία γυναίκα με υπεργάστριο και υπογάστριο, που λογοπαίζαμε με την έκκληση να πάψει να χτυπάει με το σπαθί, σερσέ λα φαμ ε σι βου τρουβερέ λα λιμπερτέ, που λέει ο λόγος ή που βγαλμένη από τα κόκκαλα ιερουργεί στα φρόκαλα εντυπωσιακά νεγκλιζέ για τις μεταμοντέρνες περιστάσεις. Ίσως η ελευθερία έχει υποστεί τις περισσότερες ταλαιπωρίες, ήγουν τα φριχτότερα βασανιστήρια στα μπουντρούμια των εννοιών. Πόρνη των αστών τη χαρακτήρισε τις προάλλες ο κ. Ι. Τζανάκος και δεν είχε άδικο, εκ των ιερών οστών ορμώμενη, λοιπόν, εις των αστών τις αγορές βασίλισσα, πάει να πει βασιλεμένη. 






Μιλώντας για την ελευθερία το πιο εύκολο είναι να γίνει κανείς κοινότοπος. Η ελευθερία είναι το αίσθημα που επιζητούμε όταν αισθανόμαστε ότι δεν είμαστε ελεύθεροι, περίπου όπως, κατά τον Επίκουρο, η ηδονή επέρχεται με την εξάλειψη του πόνου. Μιλώντας για την ελευθερία κανείς, το πιο εύκολο είναι να επιστρέψει στις σκέψεις για την ουτοπία, τον τόπο που δεν υπάρχει αλλά μπορεί να υπάρξει, όχι σαν τέλος/σκοπός, αλλά δύναται να υπάρξει - και όχι δεν δύναται, όπως σημαίνει πια η ουτοπία. Συζητώντας για την ουτοπία ο Ernst Bloch και ο Adorno έφτασαν να μιλούν για την ελευθερία. Adorno για την ελευθερία:

Ούτε και η κατηγορία της ελευθερίας μπορεί να απομονωθεί. Αν όλος αυτός ο συλλογισμός στηριχθεί στο γεγονός ότι βλέπουμε την κατηγορία της ελευθερίας μόνον ως το κλειδί για την ουτοπία, τότε το περιεχόμενο του ιδεαλισμού θα είχε στην πραγματικότητα το ίδιο νόημα με την ουτοπία, διότι ο ιδεαλισμός δεν επιδιώκει παρά την πραγμάτωση της ελευθερίας χωρίς πρακτικά να περιλαμβάνει την πραγμάτωση της ευτυχίας. Βρίσκεται έτσι μέσα σ' ένα πλαίσιο όπου εμφανίζονται και συνδέονται όλες αυτές οι κατηγορίες. Η κατηγορία της ευτυχίας προβάλλεται πάντοτε από κάτι τι το θλιβερό ως απομονωμένη κατηγορία και εμφανίζεται ως απατηλή στις άλλες κατηγορίες. Θα μεταστρεφόταν, ακριβώς όπως, από την άλλη μεριά, και η κατηγορία της ελευθερίας, η οποία δεν θα ήταν πλέον ένας αυτοσκοπός και ένας καθ' εαυτόν σκοπός της υποκειμενικότητας (innerlichkeit) αλλά θα όφειλε να πραγματώσει τον εαυτό της. 





Η συζήτηση ανάμεσα στους Bloch και Adorno, που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1975 στη Φραγκφούρτη και το 2000 στην Αθήνα, με υπότιτλο Μια συζήτηση για τις αντιφάσεις της ουτοπικής επιθυμίας, πήρε τον τίτλο της Κάτι λείπει από την ίδια φράση στο Mahagony του Brecht. Οι ηρωικές αυταπάτες της γαλλικής επανάστασης, που γεννούσε το φυσικό δίκαιο, δεν υλοποιήθηκαν, σε αντίθεση με την ελεύθερη αγορά που διόλου δεν είναι ό,τι ονειρεύτηκαν οι άνθρωποι άν και το επιθύμησαν, το ήλπισαν, το επιδίωξαν, ώς ουτοπία, επισημαίνει ο Bloch, παραλληλίζοντας τις ματαιώσεις αυτών των αυταπατών με εκείνες των αυταπατών που γεννούσε τότε η τεχνολογική πρόοδος, που ίσως να μπορούσε να εξαφανίσει την πείνα και τις άλλες άμεσες ανάγκες, και που τώρα που αποδεικνύεται ότι παρά τον ίλιγγό της, εξοπλίζει με τα επιτεύγματά της επιδέξια δάχτυλα, ακτινοβολημένα μάτια κι αυτιά, μα και άδεια στομάχια. Bloch, για την ελευθερία: 

Αυτή συνδέεται με «τα όνειρα για μια καλύτερη ζωή», που απεικονίζουν οι κοινωνικές ουτοπίες, αλλά διακρίνονται απ' αυτή. Στις κοινωνικές ουτοπίες, ιδιαίτερα, οι καλύτερες δυνατές συνθήκες κοινωνικής ζωής καθορίζονται είτε διαμέσου της ελευθερίας είτε διαμέσου της τάξης. Η ελευθερία εδώ είναι μια μεταβλητή ή ένα επικουρικό μέσο για μια καλύτερη δυνατή ζωή. Η ελευθερία ως αίσθημα δεν εμφανίζεται στην ουτοπία, αλλά στο φυσικό δίκαιο, και ασφαλώς στο φιλελεύθερο φυσικό δίκαιο του δέκατου όγδοου αιώνα σε συνδυασμό με το ορθό βάδισμα, με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που την εγγυάται μόνο η ελευθερία. 

Αυτό που λείπει, η ελευθερία, το μεγάλο μέρος της επιθυμίας που δεν εκπληρώθηκε, η επιθυμία να είναι κανείς ελεύθερος σαν τα πουλιά. Σχετικό, από πάροδο: Ο Claude Lévi-Strauss καταλαβαίνει ότι αν τα πουλιά μπορούν να παίρνουν, ευκολότερα απ' όλες τις άλλες ζωολογικές τάξεις, ανθρώπινα ονόματα - ανάλογα με το είδος στο οποίο ανήκουν - αυτό συμβαίνει γιατί τους επιτρέπεται να μοιάζουν με τους ανθρώπους ακριβώς επειδή διαφέρουν πάρα πολύ από αυτούς. Επειδή, λέει, η κοινωνία των πουλιών είναι μια ανεξάρτητη κοινότητα, γι' αυτό μας φαίνεται σαν μια άλλη κοινωνία, ομόλογη προς αυτήν στην οποία ζούμε: το πουλί αγαπά την ελευθερία, χτίζει σπίτι όπου ζει με την οικογένειά του και μεγαλώνει τα μικρά του, συχνά διατηρεί κοινωνικές σχέσεις με τα άλλα μέλη του είδους του και επικοινωνεί μαζί τους με ακουστικά μέσα που θυμίζουν τον έναρθρο λόγο. 
Ο υποδιοικητής Μάρκος θα πρόσθετε κι ότι χέζει τ' αγάλματα. 






Πώς να ξανάχει κανείς σήμερα αυταπάτες; Στις ηλικίες από 18 μέχρι 45 η ΧΑ δημοσκοπείται δεύτερη. Για να ξαναονειρευτούμε το νησί της ουτοπίας θα πρέπει να την ξαναφανταστούμε, πέρα από αφόρητες αναπτυξιακές ψευδαισθήσεις της προόδου, να ονειρευτούμε την αυταπάτη της ελευθερίας. Δεν ξέρω πώς ή στο όνομα τίνος. Όμως το ερώτημα του Bloch ονειρεύεται να λυτρώσει ξανά τον αγωνιώδη ύπνο μας στο βασίλειο της αβεβαιότητας:

Γιατί ξυπνά κανείς τό πρωί; Πώς προέκυψε μια τέτοια ιδιαίτερα εντυπωσιακή κατάσταση ακριβώς στά μέσα του δεκάτου ένατου αιώνα καί εκανε τον Wilhelm Raabe νά γράψει αύτή τή φράση: «Οταν ξυπνώ τό πρωί, η καθημερινή μου προσευχή είναι: χάρισέ μου σήμερα την αυταπάτη μου, την καθημερινή μου αυταπάτη. Διότι οι αυταπάτες είναι αναγκαίες, έχουν γίνει αναγκαίες για τη ζωή σ’ έναν κόσμο πλήρως στερημένο από μιαν ουτοπική συνείδηση και από μιαν ουτοπική αναπαράσταση».