Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014


του πλάτωνος η σκέψις
με μισούσε







Αδείμαντε, του απάντησα εγώ, δεν είμαστε ποιητές, εγώ κι εσύ, αυτή τη στιγμή - μια πόλη πάμε να ιδρύσουμε. Αυτό το οποίο οφείλουμε να ξέρουμε ως ιδρυτές της πόλης είναι τα καλούπια που πρέπει να χρησιμοποιούν οι ποιητές για τους μύθους τους και που αν δεν τα λαμβάνουν υπόψη τους, δεν θα πρέπει να τους επιτρέπουμε να γράφουν κι όχι να πλέκουμε εμείς μύθους. 
Σωστά, είπε· αυτά όμως τα καλούπια για τις ιστορίες με τους θεούς πώς ακριβώς θα είναι;
Να, κάπως έτσι, είπα: είτε για επική ποίηση πρόκειται είτε για λυρική είτε για τραγωδία, το θείο πρέπει πάντοτε να παριστάνεται απαράλλαχτα όπως είναι.
Πράγματι, πρέπει.
Ο θεός όμως δεν είναι σταλήθεια αγαθός και δεν πρέπει ως τέτοιον να τον περιγράφουν;
Ασφαλώς· γιατί ρωτάς;
Ωστόσο κανένα αγαθό πράγμα δεν είναι βλαβερό· έτσι;
Νομίζω, ναι.
Άραγε κάτι που δεν είναι βλαβερό προξενεί βλάβη;
Με κανέναν τρόπο.
Και κάτι που δεν προξενεί βλάβη κάνει κανένα κακό;
Κανένα.
Και κάτι που δεν κάνει κανένα κακό θα μπορούσε να ήταν αιτία κάποιου κακού;
Πώς θα ήταν αυτό δυνατό;
Το αγαθό, πάλι, είναι ωφέλιμο;
Ναι.
Επομένως είναι αιτία ευτυχίας.
Ναι.
Συνεπώς το καλό δεν είναι η αιτία για όλα τα πράγματα αλλά μόνο για τα καλά, ενώ για τα άσχημα πράγματα δεν φέρει ευθύνη.
Συμφωνώ απολύτως, είπε.
Επομένως, είπα εγώ, ούτε και ο θεός, ως αγαθός που είναι, είναι η αιτία για όλα όσα συμβαίνουν στους ανθρώπους, όπως λέει ο πολύς κόσμος, αλλά για λίγα μόνο, ενώ για πολλά άλλα δεν είναι υπαίτιος· γιατί στη ζωή μας τα καλά πράγματα είναι πολύ λιγότερα από τα άσχημα, και τα καλά αυτά δεν πρέπει να τα αποδίδουμε σε κανέναν άλλο, ενώ για τα άσχημα πράγματα πρέπει να αναζητούμε κάπου αλλού την αιτία τους κι όχι στο θεό. 




Πλάτωνος Πολιτεία
Μτφ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλου
Εκδόσεις Πόλις - 2002
σελ.160, 162









Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014


λογική




χτίστηκα μέσα στων ανθρώπων τα υπόγεια
άντεξα σύμβολα στους τοίχους καρφωμένα
με ταπεινότητα επιδόθηκα σε ασκήσεις
σε ντροπαλό πάντα ρυθμό αξιοπρεπείας


τριγύρω ανάμεσα εγώ-υπό-υπέρ
συναγερμοί το πάντα τέλος αναγγέλναν
μεστή του πλάτωνος η σκέψις με μισούσε
οι ποιηταί σπουδάζαν έρωτα επί χάρτου


όλα είναι λάθος τα σωστά η γη γρυλίζει
η ολότης εύχεται τα δέοντα στα κομάτια
η πράξις σφάγιο σκοπούμενης ελπίδας
 παντοίων κινδύνων νάρθηξ πρόνοια λογική


φασκιώνει χρόνια
τις σιωπές μας
στοργική




devonblunden



Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014


σιωπές





χτίστηκα
στων ανθρώπων
μέσα τις σιωπές
κάτω απ' τις πλάκες
των σιωπών έστηναυτί
και τίποτα
ερημιά

έκλεινα εντός
τις φυλλωσιές
που χόρευαν ώσπου
κλαδιά γυμνά κρατούσαν
το λυγμό για τη βροχή
πιάναν κορόιδο
τον αέρα το νομά
και των μαθιών
την περισπούδαστη 
εποπτεία
μίλησα τη σιωπή
τη γλώσσα των αστών μιμήθηκα
των προλετάριων την ελπίδα
καμώθηκα στων μικροαστών
την καταδίκη 
τη σιωπή
κοιτώντας πάνταπο μακριά
το γέρικο καράβι πούδεσε
ξαμόλησεν αλαφιασμένους ναυτικούς
και ποντικούς του Πόντου
είδα παιδιά γριές
χαμάληδες σκυλιά
πόρνες απόλες τις φυλές
πρεζόνια ντόπια
θλιμμένο σμάρι
να υποδέχεται
τους ξένους
καθώς συντρόφευε
την πάχνη της αυγής
η ανομολόγητη σιωπή
που εξουσιάζει
ποιήματα δαγκωμένα
από σαγήνη
απαγγελία σιωπής
υπάκουα θρωπάκια
εμβολιασμένα




Dens We Tunneled


πες μου φωνή 
της ερημιάς εντός μου
για τις δικές μου πές μου 
τις σιωπές μου







pençik bahçe


Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014


λογαριασμός







χτίστηκα στων ανθρώπων μέσα 
τις ελπίδες που παγώναν 
νεκρός ο ήλιος η φωτιά πνιγμένη 
καθώς της νύχτας σβήνονταν τα όρια 
έμενε μόνο το βαθύ της αγωνίας σκοτάδι 
με τις ασήκωτες κοτρόνες 
τη λάσπη την κοσκινισμένη στη σιωπή 
μυρίστηκα των ζώων το μπλαβισμένο αίμα 
σύρθηκα σαν το σάλιαγκα στη δουλικήν υπομονή 
ως τα θεμέλια που με χτίσαν και στριμώχτηκα 
αδένες άρρωστοι να εκκρίνουν 
τις ερωτήσεις τις πικρές
που δεν απάντησε ποτές ένα πουλάκι 
που βολοδέρνουν στων αυτιών μπροστά τις σύρτες 
κλείστηκα σαν δραπέτευα στου λαγουμιού 
που την ψυχή τη μούδιαζε το υγρό το τοίχωμα 
και να μαι τώρα ο μόνος που απόμεινε 
σεφιάλτη μέσαν εκδοροσφαγέας 
ναπολογιέμαι για της ανθρωπότητας 
την καπνισμένη βουλιμία 
κρατώ πειστήρια πέτρα κόντιο μπαλτά 
τι να πληρώσω περιμένω μόνος 
που του γκρεμίστη η προκυμαία στο λιμάνι
να τις πληρώσω όλες μόνος μοναχός
τις παχουλές σειρήνες μυρουδιές 
έναν λογαριασμό για τα καημένα ξύγκια 
τις γλώσσες τα εντόσθια 
τις κοιλιές 








Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014


Θεόδωρος Λασκαρίδης: Λιποτάκτης







Ο στρατός υποχωρεί σ’ όλο το μέτωπο. Οι τηλεφωνικές γραμμές κατεστράφησαν. Τα νοσοκομεία, τα άλογα, οι αποθήκες μεταφέρονται όλα με μια αφάνταστη παραζάλη προς τα οπίσω, προς το Ντόμπρο Πόλιε. Έφυγε η σημαία του 11ου συντάγματος –που ανήκω– έφυγε κι εκείνη τυλιγμένη μέσα σε μια μουσαμαδένια θήκη. Την συνοδεύουν πέντε στρατιώτες μ’ έναν ανθυπασπιστή, που πετούν απ’ τη χαρά τους, γιατί με το να ορισθούν φρουρά ενός παλιοκούρελου, γλιτώνουν από βέβαιο θάνατο. Τα πρόχειρα δυο μικρά νοσοκομεία του συντάγματος, που έφυγαν, δεν επήραν μαζί τους και τους βαριά πληγωμένους. Ένας έχει συρθεί σχεδόν πάνω απ’ το χαράκωμα που βρίσκουμαι και μου ζητάει νερό. Είναι κάποιος γνωστός μου χωρικός. Κομμάτια οβίδες τού έχουν μισοβγάλει τα έντερα, που τα κρατεί με τα δυο του χέρια... Είναι το μόνο στήριγμα, ο δυστυχής, μιας οικογένειας με έξι παιδιά. Θέλει νερό. Κλαίει και μ’ ερωτά με μια φωνή που δεν έχει πια τίποτε το ανθρώπινο. «Πότε θα ξαναγυρίσουν οι νοσοκόμοι να με πάρουν;» Τον είχαν ξεγελάσει, εγκαταλείποντάς τον, πως θα ξαναγυρίσουν να τον πάρουν. Κι όσο η ώρα περνά κι όσο πλακώνει το μούχρωμα, τόσο η αγωνία του ετοιμοθάνατου μεγάλωνε, και τον ακούω να κλαίει, να βογγά, να μουγγρίζει, σαν ζώο που το σφάζουν. Ο μόνος γιατρός που έμεινε ακόμη στην πρώτη γραμμή, ακούει τα βογγητά και σκυφτά έρχεται σιμά μου για να τον ιδεί. Κουνάει απελπιστικά το κεφάλι, βγάζει το ρεβόλβερ του και, χωρίς ο χωρικός να το νιώσει, το βάζει στα μηνίγγια του και τραβάει τη σκανδάλη. 

Παγωμένος απ’ τη φρίκη, παρακολουθώ τη σκηνή. Ο γιατρός αποτελείωσε το έργο της εχθρικής οβίδος... Κάποιοι άλλοι τραυματισμένοι βογγούν άγρια λίγο παρακάτω. Ο γιατρός βγάζει το κεφάλι του απ’ τα χαρακώματα για να ιδεί αν μπορεί να τους σκοτώσει κι αυτούς, αλλά μια σερβική σφαίρα τον βρίσκει στο κεφάλι και πέφτει μέσα στο χαράκωμα, επάνω μου, χωρίς να βγάλει μιλιά.

Το τελευταίο κανόνι που μας υπερασπίζει, ένα μικρό ορεινό, σπάει από μια οβίδα που το κάνει κομμάτια. Είμαστε πια ανυπεράσπιστοι, χωρίς χειροβομβίδες, χωρίς κανόνια, χωρίς τουφέκια. Ο ανθυπασπιστής μάς δίνει κουράγιο, ενώ κι ο ίδιος τρέμει. «Θάρρος, παιδιά, αυτή τη νύχτα μονάχα κι αύριο φθάνει ο Μάκενζεν με δέκα μεραρχίες». 

Έτσι μας λέει. Οι δυστυχείς χωρικοί πιστεύουν στα λόγια του και σιγά σιγά ξεπαστρεύονται ένας-ένας απ’ τα σερβικά μυδραλιοβόλα, τις γρενάδες και τις οβίδες...

Είμαι χωμένος μέσα στη λάκκα, μη δυνάμενος πια ούτε να σκεφθώ. Ο φόβος μ’ έχει παγώσει. Η σκέψις μου έχει σταματήσει... Περιμένω από στιγμή σε στιγμή το μοιραίο βόλι, που μόνο αυτό θα μπορούσε να με ξεκουράσει... Θέλω μόνο να μην πονέσω... Να πεθάνω χωρίς να καταλάβω... Ο σερβικός προβολεύς σε λίγο φωτίζει το βουνό· φωτίζουν για να ιδούν πού είμαι και να με σκοτώσουν, φαντάζομαι... και κλείνω τα μάτια μου, προσμένοντας να σφυρίξει πλάι μου η οβίδα... Μάταια όμως... Έξαφνα παύει κάθε βοή. «Θα ετοιμάζονται –σκέφτομαι– για επίθεση με τις λόγχες». Ανατριχιάζω νιώθοντας μια λόγχη να με σουβλίζει... Αλλά και πάλι τίποτε...

Νέκρα βασιλεύει στ’ αντικρινά μας χαρακώματα. Παίρνω θάρρος κι όλο το μίσος που νιώθω εναντίον της περίφημης αυτής «πατρίδας» και του «νόμου», που μ’ έφερε αντίκρυ στους Σέρβους και τους Γάλλους για να σφάξω και να με σφάξουν, του νόμου που μ’ έκανε κτήνος, ξεσπά σε μια βρισιά που
βγαίνει ασυναίσθητα απ’ το στόμα μου... 

Ο ανθυπασπιστής μ’ ακούει να βρίζω την «πατρίδα» και μου κάνει παρατήρηση. Μη βρίσκοντας απ’ τη λύσσα λέξη να του απαντήσω, τον μουντζώνω με τα δυο μου χέρια, ενώ απ’ το στόμα μου βγαίνουν αφροί... Είμαι τρελός πια... Δεν αισθάνομαι τι κάνω. Τσαλαπατώ το πηλήκιό μου... βρίζω τον Τσάρο...

Οι άλλοι στρατιώτες φωνάζουν κι αυτοί...

Ο ανθυπασπιστής ορμά επάνω μου φωνάζοντας: «Επαναστάτησε... τρελάθηκε... δέστε τον...»

Οι στρατιώτες τον ακολουθούν σαν κτήνη. Βλέπω πως χάνουμαι, βλέπω πως θα με σκοτώσουν, κι ασυναίσθητα πηδώ έξω απ’ το χαράκωμα ολόρθος, αντίκρυ στα σερβικά χαρακώματα, που είναι δέκα βήματα κοντά. Δυο-τρεις σφαίρες σφυρίζουν γύρω μου, που τις ρίχνουν οι Βούλγαροι...

Ο σερβικός προβολεύς φωτίζει εκείνη τη στιγμή όλο το βουνό. Οι παλικαράδες που ήθελαν να με δολοφονήσουν μέσα στο χαράκωμα κρύβονται τώρα. Οι Σέρβοι ορθοί αντίκρυ με καλούν.

Στέκομαι ανάμεσα στις δυο εχθρικές γραμμές, με ξεσχισμένα τα ρούχα, χωρίς πηλήκιο, χωρίς όπλο, μ’ αφρούς στο στόμα και κραυγάζω:

«Κάτω οι πόλεμοι.
Κάτω οι πατρίδες!»

Ύστερ’ από λίγη ώρα, σ’ ένα σερβικό νοσοκομείο, ένας γλυκομίλητος γιατρός μού βάζει κομπρέσες στο κεφάλι.









Τα Άπαντα του Θεόδωρου Λασκαρίδη
συγκέντρωσε και επιμελήθηκε ο Νίκος Σαραντάκος
και εκδόθηκαν από τις εκδόσεις διάπυροΝ με τίτλο το φονικό μοιραίο βόλι

Στη συνοπτική βιογραφία του στα Άπαντα αναφέρεται η σύλληψή του το 1916,
σε ηλικία 20 χρονών, από τις τουρκικές αρχές στην Κωνσταντινούπολη 
και η επιστράτευσή του από τον βουλγαρικό στρατό.

Στο διήγημα Λιποτάκτης, που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη το 1920,
περιγράφει μάλλον την αυτομόλησή του στον σέρβικο στρατό,
αν και εμφανίζεται σαν μεταφραστής.

Ο Λασκαρίδης έφτασε δραπέτης στην Αθήνα το 1917, 
όπου έπιασε δουλειά στον Ριζοσπάστη, έγινε και αρχισυντάκτης του.

Αυτοκτόνησε τον Δεκέμβρη του 1921.




Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014


ο Ελυάρ, τα μολύβια κι η ποίηση


Η Κριτική της ποίησης του Ελυάρ, από τη συλλογή Η άμεση ζωή, του 1932, που την προτίμησα γι' αναρτητέα ο μηδαμινός, μικρότερος από τη φύση, που είναι της περασμένης νεωτερικότητας μήνυμαλ, κατά κάποιον τρόπο, καταγγελία, σε μετάφραση Ζ.Δ. Αϊναλή, από το Ποιείν, ιδού:


Μισώ τούτη την εποχή της βασιλείας των αστών
τη βασιλεία μπάτσων και παπάδων
μ’ ακόμα περισσότερο μισώ τον άνθρωπο αυτόν που δεν την μισεί
καθώς εγώ
μ’ όλες του τις δυνάμεις.

Και φτύνω στη μούρη σου άνθρωπε μηδαμινέ, από τη φύση πιο μικρέ,
που απ’ τα ποιήματα μου όλα, εσύ προτιμάς τούτη την Κριτική
της ποίησης.






Γραμμένο στο χαρτί το ποίημα, ίσως σε γραφομηχανή, μα σίγουρα όχι σε υπολογιστή. Ο Σωτ. Παστάκας, συνθέτοντας ένα σαβουάρ-βιβρ για νέους ποιητές, αφού παρατήρησε ότι η έκρηξη της γραφομανίας των ημερών μας οφείλεται στη χρήση εφαρμογών για γράψιμο σε υπολογιστές, έκανε ειδικές συστάσεις για την τοποθέτηση της ποιητικής χέρας εν ώρα γραψίματος. 

Αν το γουόρντ και άλλοι κειμενογράφοι χαρίζουνε ξεπέτες, το πετυχαίνουν με την [αποσιώπηση] εξαφάνιση της ιστορίας του γραπτού. Οι διορθώσεις στο χαρτί με διαγραφές και με μουτζούρες επιτρέπουν την αποτύπωση αυτής της ιστορίας στο χειρόγραφο. Η οθόνη, αντίθετα, είναι ένα παλίμψηστο γραμμένο διαδοχικά πάνω σε βίαια λευκασμένες σελίδες. Ο κ. Παστάκας συμβουλεύει Τρέξτε να αγοράσετε επειγόντως μολύβια, χαρτιά και λεξικά. Ο Ελυάρ έγραψε για Εκεί που φτιάχνουν τα μολύβιαΜετέφρασε ο Γιώργος Κεντρωτής:


Το τελευταίο χελιδόνι
Να πλέξει ένα πανέρι
Το φως για να κρατήσει
Το τελευταίο να σχεδιάσει
Αυτό το ερειπωμένο μάτι

Απ’ την παλάμη του χωριού
Έρχεται το βράδυ να φάει τα σπόρια
Του ύπνου που κοιμούνται τα ζώα

Καληνύχτα στη σκέψη και τον στοχασμό

Εγώ προσωπικώς καλώ τη σιωπή
Φωνάζοντάς τηνε με το μικρό της όνομα.














θα τηνε γδάρω τη σιωπή να σκούζει όταν τη γδέρνω
πορπάτησα μες στη φωθιά και μοναχός γιαγέρνω