Δευτέρα 27 Απριλίου 2015


όταν συνάντησα τον Μπακιρτζή





Καθώς περνούν τα χρόνια γίνεται δυσκολότερο να σκιρτήσει κανείς με την τέχνη. Γίνεται δυσκολότερο να εκπλαγείς και να ταυτιστείς. Οι μουσικές, οι ταινίες, ο λόγος, η ποίηση, όλα, σαν να ξαναπαράγουν τα ίδια που κάποτε σ' έκαναν ν' ανατριχιάς. Αυτή η κατάσταση μπορεί να μοιάζει με κρίση εποχής αλλά μάλλον είναι κρίση ηλικίας. 

Ο Μπακιρτζής είναι μια από τις εξαιρέσεις. Δεν έχει λόγο να επαναλάβει τίποτα γιατί μπορεί να επαναλαμβάνεται, όχι σαν επιτυχημένη συνταγή αλλά σαν παλιός καλός φίλος που με τ' αστεία του μπορεί ν' ανακουφίσει τον φόβο, τη διαπίστωση, της ματαιότητας. Είχα την τύχη να τον ακούω με τους Χειμερινούς Κολυμβητές, απ' τις αρχές των ογδόνταζ. Και μέχρι σήμερα. 

Επιτέλους, κάτι ευχάριστο μετά από τόσες μέρες, του είπε η καλή μου όταν τον συναντήσαμε μέσα στο τρένο, στον σταθμό της Θεσσαλονίκης. Είχαμε τόσες μέρες υποστεί ψεύδη και βεβαιότητες νέων ανθρώπων που στο όνομα της αμφισβήτησης συντηρούσαν τη νοσηρότητα που φαίνεται πως δεν έπαψε ποτέ να δηλητηριάζει τις παρέες των δήθεν ανατροπών.

Έβγαλα το μπλοκάκι, έσκισα μια σελίδα κι αντέγραψα απ' τη μνήμη τους στίχους:

Είπες· θα πάγω σ' άλλη γη. Μα, πού να πας;
Δεν θα 'χει Τάσο εκεί, μονάχα Τζέημς και Τζώννυ.
Και θα διψάσεις, θα 'χει τρύπα ο μαστραπάς. 
Θα 'σαι το γιόμα που τη νύχτα του μουτζώνει.

Σ' αυτόν τον τόπο, που όλο λες πως θες να πας,
θα είσαι η Γκούφυ, να ξεχάσεις πια το Γκόλφω.
Κάθε σου φίλος θα 'ναι ντίτζιταλ λαπάς
κι ίσως, μην το γελάς, θαυμάζει τον Αδόλφο.


Κύριε Μπακιρτζή, κάποτε ονειρεύτηκα να τραγουδάτε αυτό το τραγούδι μου, συμπλήρωσα στο χαρτί· του το είπα κιόλας όταν του το έδινα. Σας το χαρίζω, χαμογέλασα. Χαμογέλασε. Γύρισα στη θέση μου. Καθόμασταν διαγώνια και σχεδόν απέναντι. Το διάβασε, το δίπλωσε, το έβαλε μέσα απ' το βε της μπλούζας στο τσεπάκι του πουκαμίσου. Του είχα γράψει και τη διεύθυνση αυτού του μπλογκ. Σηκώθηκε. Αυτό το μπλογκσποτ που γράφετε, τι είναι; Ξέρετε δεν έχω φέισμπουκ, μου είπε. Ούτε κι εγώ, είναι μπλογκ, του απάντησα. Ίσως δεν κατάλαβε, η καλή μου του έλεγε για τις παιδικές παραστάσεις της με μουσική του Βόμβολου. Της Στέλλας; ρώτησε. Ναι, της Στέλλας

Λίγο μετά πήρε τους φακέλους, το βιβλίο, τις εφημερίδες, το μπουφάν και τη βαλίτσα και κατέβηκε στη Λάρισα. Εμείς είχαμε δρόμο ακόμα. Δεν του είχα γράψει την τελευταία στροφή. Αλλά ήταν αδημοσίευτη. Γράφτηκε μετά:

 Κι όταν γυρίσεις απ' τον τόπο που θα πας,
και μες στους δρόμους θα ρωτάς για κάποιον Τάσο, 
σκάψε καλύτερα το χώμα που πατάς·
εκεί θα μ' έχουν βάλει για να ξαποστάσω. 

Τώρα που συμπληρώθηκε η Γκούφυ, μην στενοχωριέσαι, Μαρίλδα, μετράει η θετική αναπλαισίωση, την επόμενη φορά θ' αναρτήσω ένα πολύ παλιότερο μινόρε, για τον Αργύρη κι αυτό. Και για την καλή μου. 



Σάββατο 18 Απριλίου 2015


μανάκι μου αποθάναμε




la-tenebreuse-[klee-thinking]




καθότουν ανακούρκουδα για να υπολογίσει
πόσο μετράει στο θάνατο του άνθρωπου η φύση

μετράει για τους εζωντανούς του είπενα πουλάκι
που γούσταρε για νάκουγε σκεβρομπαγλαμαδάκι

για μας που αποθάναμε διόλου δεν μετράει 
άστις μετρήσεις δηλαδή ή όπως λεν ντοντράι




Πέμπτη 9 Απριλίου 2015


Ο Ellul, η Αναρχία, ο Ιησούς



Τότε ο Ιησούς τους απαντά ότι δεν έχουν καταλάβει τίποτε, έπειτα προσθέτει αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ: "Γνωρίζετε ότι οι ηγέτες των εθνών τυραννούν τα έθνη και ότι οι Μεγάλοι τα υποδουλώνουν. Δεν θα γίνει το ίδιο μ' εσάς. Όποιος θέλει να είναι μεγάλος σ' εσάς, ας είναι Υπηρέτης". Να, λοιπόν, ποια είναι η γενική γνώμη, που επικρατεί χωρίς κανένα περιορισμό ούτε διαφοροποίηση: όλοι οι ηγέτες των εθνών, οποιοδήποτε και αν είναι το έθνος, οποιοδήποτε και αν είναι το πολιτικό καθεστώς, τυραννούν τα έθνη. Δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική εξουσία χωρίς τυραννία! Αυτό είναι για τον Ιησού προφανές και βέβαιο. Μ' άλλα λόγια, δεν υπάρχει πολιτική εξουσία που να είναι καλή, όταν υπάρχουν ηγέτες και Μεγάλοι! [...] Αλλά ας σημειώσουμε, από την άλλη μεριά, ότι ο Ιησούς δεν κηρύττει την εξέγερση και την υλική μάχη ενάντια σ' αυτούς τους βασιλιάδες και τους μεγάλους. Επιστρέφει το ερώτημα που του τέθηκε και, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, βάζει στο παιχνίδι τους συνομιλητές του: "Αλλά σ' εσάς...": δεν είναι το ίδιο σ' εσάς. Μ' άλλα λόγια: μην ασχολείστε τόσο με την καταπολέμηση αυτών των βασιλέων, αφήστε τους κατά μέρος, και συγκροτήστε μια κοινωνία στο περιθώριο, που παύει να ενδιαφέρεται για όλ' αυτά, μια κοινωνία στην οποία δεν θα υπάρχει "εξουσία", αυθεντία, ιεραρχία... Κάντε κάτι άλλο απ' αυτό που γίνεται κανονικά στην κοινωνία, την οποία δεν μπορείτε να τροποποιήσετε: στο χέρι σας είναι να δημιουργήσετε πάνω σ' άλλες βάσεις μια άλλη κοινωνία. Μπορούμε προφανώς να καταδικάσουμε αυτή τη στάση, χαρακτηρίζοντάς την "απολιτική". Και πράγματι, θα το ξαναδούμε, αυτή είναι η συνολική στάση του Ιησού. Αλλά, ας προσέξουμε πως δεν είναι "αντι-κοινωνική", δηλαδή δεν συμβουλεύει να φύγουμε απ' την κοινωνία και να πάμε στην έρημο, αλλά να μείνουμε σαφώς στην κοινωνία και να συγκροτήσουμε κοινότητες που βασίζονται σ' άλλους κανόνες, σ' άλλους νόμους.


Ο Jacques Ellul, στο βιβλίο του Αναρχία και Χριστιανισμός δηλώνει απερίφραστα ότι "ο αγώνας του αναρχισμού είναι ο αγώνας ο καλός", αλλά διαχωρίζει τη θέση του ως προς το εφικτό του οράματος: "ένας γνήσιος αναρχικός φρονεί ότι μια αναρχική κοινωνία, χωρίς κράτος, χωρίς εξουσίες, χωρίς οργάνωση, χωρίς ιεραρχία, είναι εφικτή, βιώσιμη, πραγματοποιήσιμη, ενώ εγώ δεν το νομίζω". Ο Ellul υιοθετεί την "δυτική ψευδαίσθηση της ανθρώπινης φύσης", το homo homini lupus. Ο άνθρωπος, γράφει,  έχει δύο βασικά χαρακτηριστικά: τον πόθο της απόκτησης και το πνεύμα ισχύος/εξουσίας. Αναπόφευκτα, υποστηρίζει, ο άνθρωπος, αν αφεθεί ελεύθερος, "θα επιδιώξει να κυριαρχήσει", "θα ποθήσει ν' αποκτήσει". 

Όσο κι αν επιμένουμε για το αντίθετο, η ουσιοκρατική ιδέα μοιάζει ανίκητη. Η ελπίδα για ένα πέρασμα από την προϊστορία στο βασίλειο της ιστορίας ελέγχεται για χιλιασμό. Ο μόνος πραγματικός χώρος είναι το κλουβί της καθημερινότητας. Και το τεχνικό σύστημα του κλουβιού...




Τρίτη 31 Μαρτίου 2015


τι δεν καταλαβαίνεις



Α - V. Psychogiou





Ο χρόνος πόνος όλων των κατασκευών, ως και της έννοιας της κατασκευής το νεφελώδες κατασκεύασμα, οι ερμηνείες του αισθητού από τα όντα, τα εις την έρημο των εννοιών βοώντα, η βεβαιότητάμμος που στο στόμα κριτσανάει, το όλον γίγνεσθαι τους μάντεις που προγκάει. Άδεια κεφάλια παραγεμισμένα με χαρτονομίσματα, κεφάλια που εξαϋλώθηκαν κομμένα, στάρετς σωτήρες έρμαια πιστώσεων. Φρέσκο το αίμα δεν μυρίζει αλλά μετά, ο έρως θάνατος γρικά των πρέπει τα έπη, οι αλήθειες ολονέν υπονογούνται, πικρά πικρότατα πρελούδια των ψομμάτων. Όσα δεν είπα, όσα δεν πρόλαβα και τα ρωτώ, ρωτώ τους άλλους, όσα ξεκίνησαν και δεν τελειώσανε ποτέ, στη μέση όλα αφημένα. Κι αυτό το ποίημα το άστιχο. Άλλο και τούτο. 



όλες που δίνονται οι εξηγήσεις
να σβήνουν τέχνη νάγαρμπη τις δίψες
τις πείνες από χρόνια να γελάνε
όλη τη μοχθηρία τηνε κρατούν
σε στιλ κακού σε ασπρό
μαυρο καρτούν

πες την με τρόπο
την ελευθερία, πώς το λένε,
αδιαφόρησε ο μόνος τι γυρεύεις
αφού από χώματα κρατάς από γενιές
αφού οσφραίνεσαι τις ιδρωφόρες δίνες
έρημοι δρόμοι έρημοι να σωριαστείς
στη μαύρην άσφαλτο που πίσω θα ναλύει
χλωμός του αίματος αυθάδεια της γλυκόζης
μόνος πιο μόνος απ' τη μοναξιά της γης
παραιτημένος διαρκώς σε κάθε βήμα
άλλο ένα πίσω δύο πίσω 
τρία κι ακόμα

τι δεν καταλα
βαίνεις, πώς το λένε,
τα βότανα στις κατσαρόλες λιώνουν
τα χόρτα νάγρια τσαπίζονται οι σκέψεις
οι λέξεις τους οι ίδιες τις προδώσαν
τι δεν καταλαβαίνεις, πώς το λένε,
ο πόνος χρόνος έχει αόρατο τιμόνι
κατακτητής στιγμές στιγμές που ερημώνει
ώρες και όρη και σκιές φόβο να φέγγουν
τρέπουν φυγές τρέπουν αδειάζουνε τις κρύπτες
ατόφια μένουνε του χάους τα σκουπίδια
σαπίζουν όχλητα συκώθια σαμιαμίδια

περπάτα σιγανά και ταπεινά περπάτα
να 'χεις ρυθμόν από του βήματος τον τρόπο
κάτω τα βλέφαρα ν' αφήνεις μια στις τόσες
τόσες εικόνες διαβολίζουν τις αισθήσεις
πιες ό,τι νάναι επειγόντως να μεθύσεις










Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015


Π. Κονδύλης για Μαρξ, Ένγκελς και 1821:
"για να στηθεί η πλοκή..."



greekheroes








Όπως γράφει ο Engels, η ελληνική επανάσταση του 1821, όπως κι η σερβική του 1804, λίγο - πολύ οφείλεται στο ρωσσικό χρυσάφι και στην ρωσσική επιρροή. Η Φιλική Εταιρεία βρισκόταν εξαρχής κάτω από ρωσσική καθοδήγηση κι οι Φιλικοί ήσαν συνειδητοί ή ασυνείδητοι πράκτορες της Ρωσσίας· ωστόσο η καθοδήγηση αυτή κρατήθηκε μυστική, για να μπορούν οι Ρώσσοι κάθε στιγμή ν' αποκηρύξουν την Εταιρεία, αν χρειαζόταν, όπως και έκαναν υποκριτικά μετά την ήττα του Υψηλάντη στην Μολδοβλαχία. Στην ρωσσική δραστηριότητα οφείλεται όμως όχι μόνο η έναρξη, αλλά και η αποπεράτωση της ελληνικής εξέγερσης, χάρη στην επέμβαση των Δυνάμεων την στιγμή που οι Έλληνες βρίσκονταν στα πρόθυρα της τελειωτικής ήττας. Χρησιμοποιώντας για τους σκοπούς της το φιλελεύθερο φιλελληνιστικό κίνημα και την συναισθηματική ατμόσφαιρα που αυτό δημιούργησε, όχι δίχως και την δική της βοήθεια, η Ρωσσία παρέσυρε τις Δυτικές Δυνάμεις να συμπαρασταθούν στους Έλληνες. Το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή του τουρκικού στόλου στο Ναβαρίνο, ενέργεια "δόλια" και παράνομη, γιατί έγινε σε καιρό ειρήνης, χωρίς δηλαδή να έχει προηγηθεί κήρυξη πολέμου εναντίον της Τουρκίας. Τέλος, η ελληνική ελευθερία και η ίδρυση του ελληνικού κράτους επισφραγίστηκε από την ρωσσική προέλαση του 1829, η οποία συνδυάστηκε με την ταυτόχρονη φιλελληνική παρέμβαση ενός Palmerston καθοδηγούμενου στις ενέργειές του από τις ρωσσικές επιθυμίες. 
Θα ήταν πρόωρη η επίκριση, ότι εδώ επιχειρείται μια μονομερής πολιτική και διπλωματική ανάλυση, που επιπλέον δεν παίρνει καθόλου υπόψη της τις ενέργειες εκείνων, οι οποίοι ήσαν εξ ορισμού απαραίτητοι, έστω και στον ρόλο του ανδρεικέλου, για να στηθεί η πλοκή και να σταθεί η δυνατή έκβαση όλης αυτής της ιστορίας. Γιατί, θέλοντας ακριβώς να εξηγήσει, ποιοι ενδογενείς λόγοι έκαναν τους Έλληνες του 1821 - ή εν πάση περιπτώσει μια βαρύνουσα μερίδα τους - ευεπίφορους σε επαναστατικά κηρύγματα ή έστω σε επαναστατικές υποκινήσεις, ο Engels προσφέρει συνοπτικά μια κοινωνιολογική ερμηνεία, η οποία μόλις ύστερα από λίγες δεκαετίες εμφανίστηκε στην ελληνική ιστοριογραφία, και μάλιστα με αξιώσεις πρωτοτυπίας. Όπως ξέρουμε, ήδη στα 1853 ο Engels είχε επισημάνει ότι το ελληνικό στοιχείο ανήκε στους προχωρημένους εκπροσώπους της εμπορικής δραστηριότητας στον χώρο της ευρωπαϊκής Τουρκίας, και όχι μόνο σ' αυτόν. Στα 1890 αποκαθιστά μιαν απευθείας σχέση ανάμεσα στο γεγονός τούτο και στην επαναστατική διάθεση των Ελληνων στα 1821 σε αντίθεση με την στάση άλλων βαλκανικών λαών. Ως εμπορικός λαός, γράφει, οι Έλληνες υπέφεραν περισσότερο από την τουρική κυριαρχία, εφόσον αυτή, μη μπορώντας να δημιουργήσει συνθήκες έννομης σταθερότητας απαραίτητες για την ανάπτυξη αστικής ιδιοκτησίας και οικονομίας, έθετε ανυπέρβλητους φραγμούς στην δραστηριότητά τους· αντίθετα οι αγρότες, μη αντιμετωπίζοντας παρόμοια προβλήματα και έχοντας χαμηλό πολιτισμικό επίπεδο, συμβιβάζονταν πολύ ανετότερα με τον Τούρκο κυρίαρχο, στον οποίο πλήρωναν απλώς ένα φόρο, ενώ συνάμα διατηρούσαν τους θεσμούς και την αυτοκυβέρνησή τους. Αλλά οι Marx και Engels έχουν δίκιο, τουλάχιστον σ' ένα κρίσιμο κάθε φορά σημείο, όχι μόνο σ' ό,τι αφορά τις κινητήριες δυνάμεις, αλλά και σ' ό,τι αφορά την έκβαση της ελληνικής επανάστασης· πρόκειται για το σημείο εκείνο, που η νεοελληνική συνείδηση - ως γνωστόν άκρως επιρρεπής και επιτήδεια στην υποκατάσταση ταπεινωτικών πραγματικοτήτων με αυτάρεσκους θρύλους - συστηματικά απωθεί, παρασύροντας και τη νεοελληνική ιστοριογραφία, η οποία συνήθως είτε το αποσιωπά είτε αρνείται να εκτιμήσει όσο πρέπει την σημασία του. Όπως ορθά τονίζουν οι Marx και Engels, η δημιουργία του ελληνικού κράτους δεν ήταν προϊόν μιας νικηφόρας, σ' όλη της την έκταση κι ίσαμε το τέλος, ντόπιας επανάστασης, παρά συντελέστηκε την στιγμή ακριβώς που η επανάσταση αυτή είχε ηττηθεί σχεδόν ολοκληρωτικά - και συντελέστηκε ως αποτέλεσμα της επέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων στην πάλη τους για σφαίρες επιρροής. Πέρα από κάθε κοινωνιολογική ανάλυση κι από κάθε κοινωνιολογισμό, μονάχα αν αναγνωρίσουμε ανεπιφύλακτα αυτό το πολιτικοδιπλωματικό factum brutum, θα είμαστε και σε θέση να κατανοήσουμε το φαινόμενο που εύστοχα ονομάστηκε "η ξενοκρατία στην Ελλάδα". Όποιος διαπιστώνει την έκταση του αποτελέσματος χωρίς να θέλει να δει όλη την έκταση της αιτίας κάνει ένα λογικό άλμα. 
Σε αντίθεση με πλείστους όσους Νεοέλληνες ιστορικούς, οι Marx και Engels είναι συνεπείς. Θεωρώντας την σύσταση του νεοελληνικού κράτους ως έκβαση (ιδιοτελών) ενεργειών των Μεγάλων Δυνάμεων, το συγκαταλέγουν φυσιολογικά στα πολιτικά φαντάσματα της Ευρώπης, που μπορούν να παραβληθούν με το τεχνητό βαγνερικό ανθρωπάριο στον "Φάουστ".  



από την Εισαγωγή του Παναγιώτη Κονδύλη στο
Κ. Μαρξ - Φρ. Ένγκελς: Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα
σε δική του μετάφραση (εκδ. Γνώση, 1985)







αν αυτή η ανάρτηση σας φάνηκε βαρετή, υπάρχουν και χειρότερα:
     ο Αλή φιλούσε αγέρωχα
        make love - not parade
           και οι Κλέφτες έσονται κλέφτες



Κυριακή 15 Μαρτίου 2015


Νίτσε:
για την τιμωρία του εγκληματία χρεώστη
από τον εξαπατημένο πιστωτή



Titian - The Flaying of Marsyas

Ο χρεώστης, για να εμπνεύσει εμπιστοσύνη όσον αφορά στην υπόσχεσή του για εξόφληση του χρέους, για να δώσει μια εγγύηση για τη σοβαρότητα και την ιερότητα της υπόσχεσής του, για να αποτυπώσει στη συνείδησή του την αναγκαιότητα της επιστροφής του χρέους ως καθήκον, υποχρέωση, δεσμεύεται, μέσω ενός συμβολαίου που κάνει με τον πιστωτή, ότι, σε περίπτωση που δεν θα πληρώσει το χρέος του, θα δώσει ως αποζημίωση κάτι άλλο του οποίου την «κατοχή» έχει, το οποίο έχει υπό την εξουσία του, για παράδειγμα το σώμα του, τη γυναίκα του, την ελευθερία του ή ακόμη και τη ζωή του (ή ακόμη, κάτω από ορισμένες θρησκευτικές προϋποθέσεις, τη μακαριότητά του, τη σωτηρία της ψυχής του και τελικά τη γαλήνη του μέσα στον τάφο: έτσι συνέβαινε στην Αίγυπτο, όπου το πτώμα του χρεώστη δεν έβρισκε γαλήνη ενώπιον του πιστωτή - και είναι αλήθεια ότι για τους Αιγύπτιους η γαλήνη αυτή δεν ήταν και μικρό πράγμα). Συγκεκριμένα, ο πιστωτής μπορούσε να υποβάλει σε κάθε είδους ταπείνωση και βασανισμό το σώμα του χρεώστη· για παράδειγμα, να του κόψει ένα κομμάτι τόσο μεγάλο όσο θα του φαινόταν ανάλογο με το χρέος - και με βάση αυτή την αντίληψη, δημιουργήθηκαν παντού και από πολύ νωρίς ακριβείς εκτιμήσεις, ενίοτε φρικιαστικές στη λεπτομέρειά τους, εκτιμήσεις με νομική ισχύ, της αξίας των διαφόρων μελών και τμημάτων του σώματος. Θεωρώ ήδη πρόοδο, απόδειξη μιας πιο ελεύθερης, πιο ευρείας, πιο ρωμαϊκής αντίληψης περί δικαίου, τη διάταξη της ρωμαϊκής Δωδεκαδέλτου που όριζε πως δεν είχε σημασία το πόσο πολύ ή το πόσο λίγο έκοβε ο πιστωτής σε μια τέτοια περίπτωση: «si plus minusve secuerunt, ne fraude esto» [αν κόβουν πολύ ή λίγο, αυτό δεν είναι από δόλο]. Ας καταστήσουμε σαφή τη λογική αυτής της μορφής συμψηφισμού: είναι αρκετά παράξενη. Η ισοδυναμία/ισαξία εξασφαλίζεται από το ότι ο πιστωτής λαμβάνει, αντί για ένα άμεσο όφελος που αντισταθμίζει τη ζημιά που υπέστη (δηλαδή, αντί για έναν συμψηφισμό με χρήμα, γη, κατοχή οποιουδήποτε είδους), ένα είδος ικανοποίησης ως αποζημίωση και συμψηφισμό - την ικανοποίηση να ασκεί ελεύθερα τη δύναμή του πάνω σε κάποιον που έχει περιέλθει σε αδυναμία, την ηδονή «de faire le mal pour le plaisir de le faire» [να κάνει το κακό από ευχαρίστηση να το κάνει], την απόλαυση της βιαιοπραγίας: και η απόλαυση αυτή είναι τόσο πιο μεγάλη όσο πιο χαμηλή και ταπεινή είναι η θέση του χρεώστη στην κλίμακα της κοινωνίας, διότι τότε η μπουκιά θα του φανεί πιο νόστιμη, και μάλιστα θα του φανεί σαν πρώτη γεύση μιας ανώτερης κοινωνικής βαθμίδας. Μέσω της «τιμωρίας» του χρεώστη, ο πιστωτής συμμετέχει στο δίκαιο των κυpίων: επιτέλους φτάνει κι αυτός μια φορά στο υψηλό συναίσθημα τού να μπορεί να περιφρονεί και να κακομεταχεφίζεται ένα ον σαν κάτι «που βρίσκεται κάτω απ' αυτόν» - ή τουλάχιστον, στην περίπτωση που η αληθινή εκτελεστική δύναμη και η εφαρμογή της τιμωρίας έχουν περιέλθει στη δικαιοδοσία των «αρχών», να μπορεί να βλέπει αν το περιφρονούν και αν το κακομεταχειρίζονται. Ο συμψηφισμός συνίσταται συνεπώς σε μια εντολή και ένα δικαίωμα στη σκληρότητα.

[...]


Ζει κανείς σε μια κοινότητα, απολαμβάνει τα προνόμια μιας κοινότητας (και τι προνόμια! συμβαίνει να τα υποτιμούμε σήμερα), κατοικεί εκεί, απολαμβάνει την προστασία και τη μέριμνα, με ειρήνη και εμπιστοσύνη, χωρίς φόβο για ορισμένες ζημιές και εχθρικές ενέργειες, στις οποίες είναι εκτεθειμένος ο άνθρωπος που βρίσκεται έξω, ο «δίχως ειρήνη» - ένας Γερμανός ξέρει ότι η λέξη Elend [αθλιότητα] σήμαινε αρχικά elend [εξορία] -, επειδή έχει δεσμευτεί, επειδή έχει αναλάβει την υποχρέωση απέναντι στην κοινότητα να απέχει ακριβώς από τέτοιες ζημιές και εχθρικές ενέργειες. Τι θα συμβεί στην αντίθετη περίπτωση; Η κοινότητα, ο εξαπατημένος πιστωτής, θα ξεπληρωθεί όσο καλύτερα μπορεί, δεν χωράει αμφιβολία γι' αυτό. Το λιγότερο που μετράει εδώ είναι η άμεση ζημιά την οποία προκάλεσε ο ένοχος: ανεξάρτητα απ' αυτήν ο εγκληματίας είναι πάνω απ' όλα ένας «παραβάτης», ένας παραβάτης του συμβολαίου και του λόγου που έδωσε στην κοινότητα, σε σχέση με όλα τα αγαθά και τις ανέσεις της κοινωνικής ζωής στην οποία συμμετείχε ώς τότε. Ο εγκληματίας είναι ένας χρεώστης, ο οποίος, όχι μόνο δεν ξεπληρώνει τα οφέλη και τις χορηγίες που πήρε, αλλά και επιτίθεται στον πιστωτή του: επομένως, όπως είναι δίκαιο, όχι μόνο του στερούν στο εξής όλα αυτά τα αγαθά και τα πλεονεκτήματα, αλλά και του υπενθυμίζουν τι σήμαινε το ότι τα είχε στη διάθεσή του. Η οργή του ζημιωμένου πιστωτή, της κοινότητας, τον ξαναστέλνει στην άγρια και εκτός νόμου κατάσταση, από την οποία τον προστάτευε ώς εκείνη τη στιγμή: τον αποδιώχνει - και τώρα μπορεί να τελεστεί σε βάρος του κάθε είδος εχθρικής ενέργειας. Η «τιμωρία», σ' αυτό το στάδιο των ηθών, είναι απλώς το ομοίωμα, ο μίμος της κανονικής συμπεριφοράς απέναντι στον μισητό, αφοπλισμένο και υποταγμένο εχθρό, ο οποίος έχει χάσει όχι μόνο κάθε δικαίωμα και προστασία αλλά και κάθε επιείκεια· πρόκειται λοιπόν για δίκαιο του πολέμου και για θρίαμβο τού Vae victis! [Ουαί τοις ηττημένοις!] σ' όλη τους την ανεπιείκεια και σκληρότητα.  Αυτό είναι που εξηγεί γιατί ο ίδιος ο πόλεμος (συμπεριλαμβανόμενης και της λατρείας των πολεμικών θυσιών) έχει δώσει στην τιμωρία όλες τις μορφές με τις οποίες εμφανίστηκε αυτή στην ιστορία. 



από τη Δεύτερη Πραγματεία
στη Γενεαλογία της Ηθικής
μτφ. Ζήση Σαρίκα
εκδ. Βάνιας, 2008