Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

χωρίς Βαρβάρους, χωρίς Ατρείδες




Στην κάμαρά μου μόνος,
ενώ η ίωσις με εξαντλεί,
το δράμα, όπως το λέγουν, το ελληνικόν
ήρθε και μ' έφερε στα μάτια εμπρός
ο τηλεοπτικός, ο ρυπαρός, ο δέκτης.

Μες την καρδιά μου πάλλει η πικρία
δια τες λανθασμένες προσδοκίες των Ελλήνων,
δια τα όνειρα και τες ματαιοπονίες.

Μες σ' όλη μου την ταραχή και το κακό,
αρρώστησεν κι ο νους μου
από τες αποφάσεις και τες επικρίσεις
απ' τες δηλώσεις, κ' από τους σχολιασμούς των ειδημόνων.

Σκέπτομαι, εδώ που φθάσαμε,
ποιος ν' αντικαταστήσει τον ταλαίπωρο τον κυβερνήτη.
Ο Ευάγγελος, που φέρει επώνυμο
πολλών λεωφόρων πόλεων ελληνικών,
που την αλαζονείαν του πολλοί εφοβήθηκαν έως τώρα;
Μήπως 
των αυλικών της παρατάξεώς του έτερος ή ετέρα;
Ο Αντώνιος, ο ποιούμενος τον Σαμαρείτην,
που υπόσχεται ισχνή δια τους πλουσίους φορολογία,
ως χρέος προς την πατρίδα, κ' άλλα ηχηρά παρόμοια;
Ο Γεώργιος, της μισαλλοδοξίας ο λογοπαίγμων  κήρυξ;
Η Αλεξία, η νοσταλγός του Ιωσήφ του Βησσαρίωνος,
που αλλάζει ταις επιθυμίαις για τα νομίσματα;
Ή ο Αλέξιος που, ανύποπτος, δεν ημπορεί κάτι να σχεδιάσει
κι όλο ζητά εκλογαίς, αν και γνωρίζει τες δουλειές των δημοσκόπων;

Σκέπτομαι τα ποιήματα του Αλεξανδρινού.
Θυμούμαι την υπεροψίαν και την μέθην τού Δαρείου,
θυμούμαι και το ΦεύγεΜιθριδάτα.
Όμως, το ξεύρω. Κι ίσως, βαθυά,
το ξεύρει κι ο επιπόλαιος, ο απλούς λαός
ότ' ημπορεί χωρίς βαρβάρους
να κάμει, μα και χωρίς Ατρείδας ημπορεί.
Σκέπτομαι το ποίημα το κρυμμένο:
Όταν ο Φύλαξ είδε το φως.





Χειμώνα, καλοκαίρι κάθονταν στην στέγη
των Aτρειδών κ’ έβλεπ’ ο Φύλαξ. Τώρα λέγει
ευχάριστα. Μακριά είδε φωτιά ν’ ανάβει.
Και χαίρεται· κι ο κόπος του επίσης παύει.
Είναι επίπονον και νύκτα και ημέρα,
στην ζέστη και στο κρύο να κοιτάζεις πέρα
το Aραχναίον για φωτιά. Τώρα εφάνη
το επιθυμητόν σημείον. Όταν φθάνει
η ευτυχία δίδει πιο μικρή χαρά
απ’ ό,τι προσδοκά κανείς. Πλην καθαρά
τούτο κερδήθηκε: γλιτώσαμ’ απ’ ελπίδας
και προσδοκίας. Πράγματα εις τους Aτρείδας
πολλά θα γίνουνε. Χωρίς να ’ναι σοφός
κανείς εικάζει τούτο τώρα που το φως
είδεν ο φύλαξ. Όθεν μη υπερβολή.
Καλό το φως· κι αυτοί που έρχονται καλοί·
τα λόγια και τα έργα των κι αυτά καλά.
Και όλα ίσια να ευχόμεθα. Aλλά
το Άργος ημπορεί χωρίς Aτρείδας να
κάμει. Τα σπίτια δεν είναι παντοτινά.
Πολλοί βεβαίως θα μιλήσουνε πολλά.
Ημείς ν’ ακούμε. Όμως δεν θα μας γελά
το Aπαραίτητος, το Μόνος, το Μεγάλος.
Και απαραίτητος, και μόνος, και μεγάλος
αμέσως πάντα βρίσκεται κανένας άλλος.


(από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)





5 σχόλια:

  1. δε θέλω να χαραμίσω αυτά τα υπέροχα που διαβάζω.
    Το τι μου ήρθε στο μυαλό κατευθείαν , θα στο στείλω με μέηλ.
    .
    δ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ...ανθηροστομίες, πάλι:
    είσ' αγύριστο κεφάλι

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καλημέρα ;
    εδώ είναι αγύριστο κεφάλι ο Γιωργάκης, που τόχει και άδειο.Εγώ που όλο και κάτι έχω μέσα
    να το καταστήσω περιστροφικό;
    (περαστικά)
    δ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ετσι κιαλλιως πεθαινουμε καθε μερα ,μονοι
    στη δουλεια, στο σπιτι ,στο θεατρο του αδειου κοσμου
    -μπορουμε και μόνοι - ανευ αντιπροσωπων-
    να αντικριζουμε τον θανατο μας ,μες την καθημερινη μικροτητα,την αρρωστια,τα μεγαλα λόγια, ''θα σε στηριξουμε''''αγαπη'' ,''θυσια'', ''συμπονια'','φιλια'',
    καθε μεγαλο αλλοθι η και μικρο ,την ιδια μας τη θλιψη(ως δικαιολογια)το κλαμα,το γελιο ,την ειρωνια,
    την ψευδαισθηση , την επανασταση , την μεταρρυθμιση ,την αναβολη,
    ,την απωθηση , την αρνηση , τον ηρωισμό , το ψεμμα καθε αλήθειας,
    την επιδειξη αισθηματων ,
    την αληθεια
    την
    λήθη
    την ληθη/μνημη
    την μνημη ως λήθη
    την λήθη
    την σιωπή
    .

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. all is loneliness, λοιπόν.
    θα προχωρήσω με τη ΜέΛΑΙΝΑ ΧΟΛή

    ΑπάντησηΔιαγραφή