Σκότωναν φτωχές γυναικούλες γιατί έπλεναν ρούχα ιταλών ή γερμανών στρατιωτών. Θανάσιμο έγκλημα, επαίσχυντη αντιπατριωτική πράξη. Από πόσο πατριωτικό πάθος θα φλέγονταν αυτός ο λεβέντης για να σκοτώσει μια μάνα που έπλενε ρούχα για ένα κομάτι ψωμί για τα παιδιά της.
Σκότωναν εργάτες γιατί δούλευαν σε γερμανικές επιχειρήσεις. Στους ομαδικούς τάφους που άνοιξαν στο Περιστέρι, μπροστά στην αντιπροσωπεία των αγγλικών εργατικών συνδικάτων όλα τα πτώματα φορούσαν μπαλωμένα κουρέλια και τα χέρια τους ήταν χέρια εργατών. Τα αγγλικά συνδικάτα και το αγγλικό εργατικό κόμμα είχαν τότε ζωηρά διαμαρτυρηθεί για την επέμβαση των Άγγλων στην Ελλάδα, εναντίον μιας δημοκρατικής αντιστασιακής οργάνωσης. Ο Τσώρτσιλ τους πρότεινε να εκλέξουν μια επιτροπή και να τη στείλουν στην Ελλάδα για να γνωρίσει από κοντά αυτήν τη "δημοκρατική αντιστασιακή οργάνωση". Αυτοί ήρθαν και είδαν.
Σκότωσαν γυναίκες γιατί από την πείνα ή για να σώσουν τα παιδιά τους δόθηκαν για μια πανιότα ή για μια κονσέρβα σε ιταλούς ή γερμανούς στρατιώτες. Αυτή η περίπτωση ήταν πιο σοβαρή. Δεν επρόκειτο μόνον για τον κίνδυνο να δημιουργηθούν φιλικές σχέσεις με τους κατακτητές, αλλά προσέβαλαν την εθνική τιμή και υπήρχε κίνδυνος να μπασταρδέψουν τη ράτσα μας. Μια αυθεντία από την υψηλή διανόηση του τόπου μας, αναγνωρισμένος προοδευτικός, εκπαιδευτικός κλπ προτείνει σ' ένα βιβλίο του που εξακολουθεί να θεωρείται η "Βίβλος της Εθνικής Αντίστασης" ότι αυτές τις γυναίκες θα πρέπει να τις σημαδεύουμε στο μέτωπο μ' ένα καυτό σίδερο ένα "Π", που θα σημαίνει προδότισσα και πόρνη. Αυτό το βιβλίο του Δ. Γληνού δεν θα πρέπει να χαθεί, θα πρέπει να μείνει για την ανθρωπιστική και δημοκρατική διαπαιδαγώγηση των νέων!
Άγις Στίνας, ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΟΠΛΑ
κατάστασις μπουρδέλο
Τότε ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος γυρνώντας αποκρίθη:
«Μην τη ξυπνάς ακόμα· πήγαινε να πεις στις σκλάβες πρώτα
εδώ να ᾿ρθουν αυτές που αταίριαστες δουλειές πιο πριν σκάρωναν.»
Αυτά της είπε, κι η γερόντισσα το αρχονταρίκι αφήκε,
στις σκλάβες για να πάει το μήνυμα και να τις σπρώξει να ᾿ρθουν.
Κι έκραξε εκείνος τον Τηλέμαχο, το θείο χοιροβοσκό του
και το βουκόλο, κι ανεμάρπαστα κινούσε λόγια ομπρός τους:
«Νεκρούς να κουβαλάτε αρχίσετε, κι οι δούλες να συντράμουν
οι ίδιες μετά τα παγκαλόμορφα θρονιά και τα τραπέζια
με το νερό και τα χιλιότρυπα σφουγγάρια να παστρέψουν.
Κι ως θα 'χετε όλη πια την κάμαρα τρογύρα συμμαζέψει,
τις δούλες έξω απ᾿ το καλόχτιστο να βγάλτε αρχονταρίκι,
και στην αυλή, στο θόλο ανάμεσα και στον πανώριο φράχτη
τα κοφτερά σπαθιά ανασέρνοντας χτυπάτε τις και σ᾿ όλες
να δώστε θάνατο, τον έρωτα για πάντα να ξεχάσουν,
που εχαίρουνταν ως τώρα σμίγοντας κρυφά με τους μνηστήρες.»
Έτσι όρισε, κι οι δούλες έφτασαν όλες μαζί και μπήκαν
πικρά θρηνολογώντας, κι έτρεχε το δάκρυ τους ποτάμι.
Των σκοτωμένων πρώτα σήκωναν και βγάζαν τα κουφάρια,
και στης αυλής της καλοτείχιστης το σκεπαστό από κάτω
τον έναν πλάι στον άλλο απίθωναν και κάτω απ᾿ του Οδυσσέα
την προσταγή, να κάνουν γρήγορα, τους βγάζαν στανικώς τους.
Πήραν μετά τα παγκαλόμορφα θρονιά και τα τραπέζια
και με νερό και με χιλιότρυπα τα πάστρευαν σφουγγάρια.
Μετά ο βουκόλος κι ο Τηλέμαχος κι ο θείος χοιροβοσκός τους
με ξύστρες έτριβαν το πάτωμα στο στέριο αρχονταρίκι.
κι οι δούλες μάζευαν τα ξύσματα και τα πετούσαν όξω.
Κι ως είχαν όλη πια την κάμαρα τρογύρα συμμαζέψει,
τις δούλες σύραν όξω απ᾿ τ᾿ όμορφο, το στέριο αρχονταρίκι,
και στην αυλή, στο θόλο ανάμεσα και στον πανώριο φράχτη,
μες στο στενάδι εκεί τις μάντρωσαν, να μην μπορούν να φύγουν.
Και τότε ο γνωστικός Τηλέμαχος το λόγο επήρε κι είπε:
«Όχι, σ᾿ αυτές δε θέλω θάνατο να δώσω τιμημένο—
που στο κεφάλι της μητέρας μου κι εμένα καταφρόνια
σκορπούσαν και ντροπή, και πλάγιαζαν μαζί με τους μνηστήρες!»
Είπε, και γαλαζόπλωρου άρμενου χοντρό σκοινί στεριώνει
από τρανή κολόνα, κι έζωσε μ᾿ αυτό το θόλο γύρα,
ψηλά τανιώντας το, τα πόδια τους στο χώμα να μη φτάνουν.
Πως όταν τσίχλες απλοφτέρουγες για περιστέρες θέλουν
να φτάσουν στη φωλιά τους κι άξαφνα φριχτή κούρνια τις δέχτη,
τι πιάστηκαν στα βρόχια, που έτυχαν στημένα μες στα θάμνα —
όμοια κι οι δούλες τα κεφάλια τους γραμμή κρατούσαν, κι όλες
θελιά είχαν στο λαιμό, από θάνατο να παν συφοριασμένο,
και σπάραζαν με τα ποδάρια τους — για λίγην ώρα μόνο.
Μετά και το Μελάνθιο τράβηξαν στην πόρτα του αντρωνίτη
μπροστά, μες στην αυλή, και με άσπλαχνο χαλκό του κόψαν μύτη
κι αφτιά, κι όλο θυμό του τσάκισαν τα χέρια και τα πόδια,
και τ᾿ αχαμνά του ξεριζώνοντας στους σκύλους τα πέταξαν,
για να τα φαν ωμά· κι ως τέλεψαν, χέρια και πόδια έπλυναν
και στο παλάτι πίσω διάγειραν, τον Οδυσσέα να σμίξουν.
Οδύσσεια, Χ - στίχοι 440 - 479