Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Μπωντλαίρ:
στην πλάτη Χίμαιρα·
εντός σου μόνο εντόσθια




Chacun sa Chimère from Alessandro Arena on Vimeo.



     Κάτω από ένα απέραντο γκρίζο ουρανό, σε μια μεγάλη σκονισμένη πεδιάδα, χωρίς δρόμους, χωρίς χλόη, δίχως ένα γαϊδουράγκαθο, δίχως μια τσουκνίδα, συνάντησα πολλούς ανθρώπους που περπατούσαν σκυφτοί. Ο καθένας τους κουβαλούσε στην πλάτη του μια πελώρια Χίμαιρα, βαριά σαν ένα σκί αλεύρι ή κάρβουνο, ή σαν τον εξοπλισμό ενός Ρωμαίου στρατιώτη του πεζικού. 
     Αλλά το τερατόμορφο ζώο δεν ήταν ένα άψυχο βάρος· αντίθετα, τύλιγε και συμπίεζε τον άνθρωπο με τους ελαστικούς και δυνατούς μυς του· γαντζωνόταν με τα δυο μεγάλα νύχια του στο στήθος του υποζυγίου του· και το μυθικό του κεφάλι δέσποζε πάνω στο μέτωπο του ανθρώπου, σα μια απ' αυτές τις φριχτές περικεφαλαίες που φορούσαν οι παλιοί πολεμιστές ελπίζοντας να τρομάξουν περισσότερο τον εχθρό. Ρώτησα έναν απ' αυτούς τους ανθρώπους, να μου πει πού πήγαιναν έτσι. Μου απάντησε πως δεν ήξερε τίποτα, ούτε αυτός, ούτε οι άλλοι· αλλά πως ήταν ολοφάνερο ότι κάπου πήγαιναν, αφού τους έσπρωχνε μια ακατανίκητη ανάγκη να περπατήσουν. 
     Και κάτι άξιο περιέργειας: κανείς απ' αυτούς τους ταξιδιώτες δε φαινόταν εξοργισμένος με το άγριο θηρίο που ήταν κρεμασμένο στο λαιμό του και κολλημένο στη ράχη του· θα 'λεγε κανείς ότι το λογάριαζε σα μέρος του εαυτού του. Όλα αυτά τα κουρασμένα και σοβαρά πρόσωπα δεν έδειχναν καμιά απελπισία· κάτω από τον μελαγχολικό θόλο του ουρανού, με τα πόδια βυθσμένα μέσα στη σκόνη μιας γης το ίδιο απελπισμένης μ' αυτό τον ουρανό, βάδιζαν με το υποταγμένο πρόσωπο αυτών που είναι καταδικασμένοι να ελπίζουν πάντα. 
     Και η πομπή πέρασε πλάι μου και βυθίστηκε μέσα στην ατμόσφαιρα του ορίζοντα, στο σημείο που η στρογγυλή επιφάνεια του πλανήτη ξεφεύγει από την περιέργεια της ανθρώπινης ματιάς. 
     Και για λίγα λεπτά μ' έπιασε το πείσμα να θέλω να καταλάβω αυτό το μυστήριο· αλλά γρήγορα η ακατανίκητη Αδιαφορία με κυρίεψε, και βρέθηκα πιο βαριά εξουθενωμένος εγώ παρά αυτοί από τις συντριπτικές τους Χίμαιρες. 


Ο καθένας με τη Χίμαιρά του:
πρόκειται για ένα από τα
20 ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Μπωντλαίρ
που μετέφρασε η Εύα Μυλωνά (εκδ. Ίκαρος 1989),
από τη συλλογή του, Le Spleen de Paris (1869).
.




Τη χίμαιρά του καθένας
που έχει σώας τας φρένας,
ούτως ειπείν ο Κανένας,
τη λέει "πρησμένος αδένας".





Στην Εισαγωγή της στα 20 ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 
η μεταφράστρια παραθέτει αποσπάσματα
 από το βιβλίο του Μπωντλαίρ Η Καρδιά μου Γυμνή (1897),
όπου ο ποιητής "προφητεύει τον ερχομό μιας πραγματικής παρακμής":


     Η δικαιοσύνη, αν σ' αυτή την τυχερή εποχή μπορεί ακόμα να υπάρξει μια μορφή δικαιοσύνης, θα θέσει "υπό απαγόρευση" τους πολίτες που δε θα καταφέρουν να κάνουν περιουσία. Η γυναίκα σου, αστέ!, το σεμνό έτερό σου ήμισυ που η νομιμότητά της αποτελεί για σένα την ποίηση, βάζοντας από δω και μπρος την άψογη αισχρότητα μέσα στα πλαίσια του νόμου, φύλακας άγρυπνος και ερωμένη του χρηματοκιβωτίου σου, δε θα 'ναι πια παρά το τέλειο ιδανικό της πόρνης. Η κόρη σου, πρόωρα μεγαλωμένη, θα ονειρευτεί στην κούνια της ότι πουλιέται ένα εκατομμύριο.
     Και συ ο ίδιος, αστέ, λιγότερο ποιητής ακόμα κι από ό,τι είσαι σήμερα, δε θα βρεις τίποτα για να φέρεις αντίρρηση· δε θα νοσταλγήσεις τίποτα. 
     Γιατί υπάρχουν πράγματα στον άνθρωπο, που δυναμώνουν και ανθίζουν, όσο άλλα εκφυλίζονται και λιγοστεύουν· και, χάρη στην πρόοδο αυτών των καιρών, δε θα σου μείνουν από τον εσωτερικό σου κόσμο παρά μόνο τα εντόσθια! Αυτοί οι καιροί είναι ίσως πολύ κοντά· ποιος ξέρει μάλιστα αν δεν ήρθαν κιόλα, και αν η φυσική παχυδερμία μας δεν είναι το μόνο εμπόδιο που δε μας αφήνει να εκτιμήσουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπνέουμε!



Στην πλάτη χίμαιρα· εντόσθια, μόνο εντός σου.
Θύμα της πλάνης της προόδου, εξοντώσου.
Ο ποιητής του πλαδαρού ξυγκιού σου είσαι.
Την ποίηση πρόδωσε, τη νοσταλγία σβήσε. 





     Όπως παρατηρεί ο Μπόρχες στο Βιβλίο των Φανταστικών Όντων (1978), η Χίμαιρα  μνημονεύεται πρώτη φορά στην Ιλιάδα, στη Ραψωδία Ζ. Στη μετάφραση των Καζαντζάκη - Κακριδή, διαβάζουμε:

Από θεούς κρατούσε η φύτρα της, όχι απ' ανθρώπους, κι είχε
λιόντα κεφάλι, ουρά δρακόφιδου και μεσοκόρμι γίδας, 
και ξεπετούσε απ' τα ρουθούνια της φωτιές τρανές και φλόγες...

     Ο Μπόρχες αναφέρει ότι διάφορες αυθαίρετες υποθέσεις, όπως του Πλούταρχου ότι "ήταν τ' όνομα ενός αρχιπειρατή που στόλιζε τα πλοία του με την εικόνα ενός λιονταριού, μιας κατσίκας κι ενός φιδιού", μας δείχνουν ότι "οι άνθρωποι άρχισαν να βαριούνται τη Χίμαιρα" και ότι "τους ήταν πιο βολικό να τη μετατρέψουν σε κάτι άλλο, παρά να τη φαντάζονται", γι' αυτό και με τον καιρό "κατέληξε να σημαίνει κάτι το χιμαιρικό". Η τελευταία έκδοση του βιβλίου του Μπόρχες περιείχε 120 άρθρα για φανταστικά όντα, ανάμεσά τους οι Βαλκυρίες, ο Γκόλεμ, ο Γρύπας, ο Μανδραγόρας, ο Τάλως, ο Ουροβόρος, τα Σκουόνκ, το Τέρας Αχέροντας, οι Τρόλλ και όσα υπολείπονται ακόμα του 120. Αυτά τα όντα δεν πρέπει να συγχέονται μεταξύ τους. Στα όντα αυτά της ανθρώπινης φαντασίας, πάντα κάποιον, έστω ασυνείδητα, θ' αναγνωρίζουμε. Γι' αυτό, πράγματι, ο τόπος των ονείρων, σήμερα που η φαντασία τεμαχίζεται σε πίξελ, μοιάζει προνομιακός. Αλλ' αμ δε. 



Food - Chimaera (by mindthegap007)



Μες στ’ όνειρ’ ονειρεύτηκα πως ζούσα στ’ όνειρό μου·
τον ξύπνο τον φοβόμουνα, στον ύπνο, στ’ οχυρό μου.
Δεν με μυζούσε χίμαιρα, δεν μ’ έτρωγε μαρμάγκα,
δεν μ’ ένοιαζε φαγί, πιοτό, δεν μ’ ένοιαζαν τα φράγκα.
Μα είχα μονάχα έναν καημό: να εξύπναγα μια μέρα
ανάμεσα στα στήθη σου, στην ακριβή γαστέρα.



the Science Group - Chimera (by h4z4Rd3r)


Βλέπω, πάλι, τ’ όνειρο:

Το εγγόνι της κορούλας μας
παίζει στον κήπο. Σκαλίζει το χώμα.
Σε κρατώ αγκαλιά, γριούλα.
Σκουντώ τις λαγόνες σου.
Μπούκι, σου λέω.
Πώς μπορείς να είσαι τόσο όμορφη;
Μπούκι, το Τουμπουζί μας,
Μπούκι, έγινε γιαγιά…

Χατζιδάκις - Ψαριανός: Σολωμού Όνειρο
από το Μεγάλο Ερωτικό (από zeena61)


Chimera of Arezzo


από το Σπλην του Παρισιού (μτφ Κ. Ριτσώνη) στο Ποιείν
Μπόρχες, το Βιβλίο των Φανταστικών Όντων (μτφ. Γ. Βέη, Libro 1983)
Ιλιάδα (μτφ. Καζαντζάκη - Κακριδή)

8 σχόλια:

  1. τι σύμπτωση, κι εγώ το βιβλίο των φανταστικών όντων διάβαζα αυτές τις μέρες, σκεφτόμουνα τη διαφορά μεταξύ τεράτων και υβριδίων..
    ωραία σύνθεση αυτή η ανάρτηση!
    καληνύχτα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ωραιο το Βιβλιο των Φνατστικών οντων ...Το ειχα διαβασει παλια ..Απο κει εμπνευστηκα και τον Μηρμυγκολεοντα .
    Ομως πήγα στο Λινκ που δινεις και δεν καταλαβα πως μπορει κανεις να κατεβάσει Βιβλια .. Και ..υπάρχει δηλαδή στο Λινκ το συγκεκριμμένοσε μεταφραση; Μπορεις να μου πεις πως τα κατεβάζω (αν δεν θες εδώ ..αλλου);

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σας ευχαριστώ πολύ.

    - xtina, όπως και παλιότερα, πάλι επιλεκτικά το διάβασα, κι εγώ, αυτές τις μέρες. Άσε που ανακαλύπτω, όπως σχεδόν πάντα, ότι τα ξεχνάω...

    - Νόσφη, έχεις μέιλ. Κι εγώ θέλω λινκ για τον Μηρμυγκολέοντα.

    Καληνύχτα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Με συνάρπασε η όψη η ατελής.
    Τι περίεργος... Ή, απλώς, υποτελής;

    Μπούκι, σκέτο. Τουμπουζί,
    μακριά πολύ που ζει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Σκέτο υποκοριστικό. Το Τουμπουζί, ξέρει αυτό τι είναι. Δεν θέλω να επεκταθώ εις τα προσωπικά του δημιουργού της "περσόνας" μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. ΑΧΑΧΑΑΑΑΑΑΑΑ
    Μπούκι ε;
    Όπως λέμε (Μ)β(ο)ύκι;

    ΑΧΑΧΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ

    Απέραντο ξεπλυμένο κόκκινο
    σεργιανάει σε μεσήλικες και μοναχές θάλαττες
    ω σύνδρομο της λάγνας λυχνομαμάς
    έλα δω χάμου στα στήθη του μικρού ερωτύλου Τάκη
    υποκ(ο)ρι(σ)τικές ανάσες θα μας τραμπαλάνε ατέρμονα
    στα φλογερά τσουνάμια του κρύφιου έρωτα..

    Με την ευχή μου παιδί μου.
    Και να με συγχωρνάς ε..
    προσφάτως το ανίχνευσα.
    Είναι δυνατή η ακαδημία μας..

    ΑπάντησηΔιαγραφή