Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

το πονεμένο στήθος μου



     Τι είναι παράδοση. Όχι αυτό που παραδίδεται από το παρελθόν στο παρόν, αλλά αυτό που παραδίδεται από τους διαμεσολαβητές, που παραλαμβάνουν από το παρελθόν. Έχουν προηγουμένως επιλέξει από το αναγκαστικά μερικό παρελθόν του οποίου μπορούν να συναντήσουν ή να ανακαλύψουν ψήγματα. Η παράδοση αφορά τη λαϊκή κουλτούρα. Αυτή που μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα δεν καταγραφόταν, δεν υπήρχε στα χαρτιά, με λέξεις ή παρτιτούρες. 
     Η παράδοση είναι επινοημένη. Αυτά που διασώζονται και παραδίδονται δεν είναι ένα σύνολο ουδέτερων καταγραφών, αλλά το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας καταγραφής των λαϊκών παραδόσεων, με τέτοιο τρόπο ώστε να ενισχύεται η ιδέα της εθνικής συνέχειας. Αυτή τη δουλειά κάνει η λαογραφία, αυτήν έκαναν τα λαογραφικά ιδρύματα και αρχεία (Μερλιέ κλπ), το Κέντρον Ερεύνης και Προβολής της Εθνικής Μουσικής του δάσκαλου της Δόμνας Σαμίου Σίμωνος Καρρά, αυτή τη δουλειά έκαναν, με περισσή αγάπη, η Δόμνα Σαμίου κι ο καλλιτεχνικός της σύλλογος
    Είναι, αλήθεια, πολύ ενδιαφέρον το ότι σήμερα, δεν είμαστε σε θέση να συμφωνούμε για τη γλώσσα που μιλούσαν και έγραφαν στο Σούλι πριν από 150 και 200 χρόνια. Ότι μιλούσαν και ελληνικά και αρβανίτικα είναι η επικρατέστερη άποψη. Στο εισαγωγικό του σημείωμα στο δημοτικό του Λιάκου, ο Νικόλαος Γ. Πολίτης αναφέρει ότι "ο Παναγιώτης Λιάκος ήτο αλβανόφωνος κλέφτης εκ του χωρίου Παναρήτη". Δεν θα βρούμε, όμως, κανένα μη ελληνόφωνο τραγούδι στο έργο του Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι καταγραφές από τις άλλοτε σλαβόφωνες περιοχές της Μακεδονίας είναι  μουγκές, ορχηστρικές. Αν και στο δημοτικό τραγούδι, λόγος, μουσική και, συνήθως, χορός είναι αξεχώριστα. Αυτές οι πρόχειρες διαπιστώσεις δεν αναιρούν από την άλλη πλευρά τη σπουδαιότητα της δουλειάς όσων, ανάμεσά τους η Δόμνα Σαμίου, αφιέρωσαν τη ζωή τους στη διάσωση ενός πλούτου μέσα σε αντίξοες συνθήκες, τις ίδιες συνθήκες που, διαφορετικά, θα οδηγούσαν στην εξαφάνισή του. 




     Στο μικρό σημείωμά της στο βιβλιαράκι που συνοδεύει το δίσκο Τα Αποκριάτικα, η Δόμνα Σαμίου παρατηρεί ότι "το βέβηλο και άσεμνο είναι μια πτυχή του λαϊκού μας πολιτισμού που ελάχιστα έχει ανιχνευθεί και μελετηθεί, μια που "επί δεκαετίες, ίσως και αιώνες - όπως παρατηρεί ο καθηγητής Μ. Μερακλής - η υποκριτικά επίπεδη αστική ηθική" και σεμνοτυφία των διανοούμενων συλλογέων την αποσιώπησε και την αγνόησε...". Μια άλλη έννοια της παράδοσης όπως επινοήθηκε, όχι δηλαδή μόνο μέσω κατασκευών, αλλά, κυρίως, με αποσιωπήσεις· οι οποίες δεν εξαντλούνταν σε αυτή που εντοπίζει η Δ. Σαμίου στη συγκεκριμένη δουλειά της.
     Αν κάτι χαρακτήριζε τη Δόμνα Σαμίου ήταν η εμμονή της στην πιστή απόδοση, με τους σωστούς τρόπους και τα σωστά όργανα που θα παίζονταν σωστά. Όπως, δηλαδή, είχε στο φαντασιακό της οργανώσει αυτή την ακριβή αναπαράσταση. Κάτι που είχε σαν αποτέλεσμα το φολκλόρ της να κρατάει τις αποστάσεις από το κοινό. Αυτή η αγάπη της στο παραδοθέν τραγούδι, την οδήγησε πριν από δεκατρία χρόνια να τραγουδήσει χωρίς μικρόφωνα στο θέατρο Σφενδόνη στην Αθήνα, με μουσικούς που έπαιζαν κι αυτοί χωρίς μικρόφωνα. Η συναυλία έμοιαζε μυσταγωγία, όμως η πιστή τήρηση των παραδοθέντων δεν της επέτρεψε να τραγουδήσει ηπειρώτικα, όπως ζήτησαν κάποιοι απ' το κοινό, αφού στην ορχήστρα της δεν περιλαμβανόταν το απαραίτητο, όπως εξήγησε, κλαρίνο. Παρεμπιπτόντως, ένα πνευστό που μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα δεν είχε φτάσει ακόμα στον ελλαδικό χώρο και η πρώτη του θητεία ήταν στις στρατιωτικές μπάντες. Τότε, το δημοτικό τραγούδι ήταν ζωντανό και ενσωμάτωνε διαρκώς νέα στοιχεία, όχι μόνο όργανα. Η παρουσίασή του μέσω των αναπαραγωγών, ίσως και αυθεντικοποιητικών αναπροσαρμογών, των καταγραφών το ώθησε στην αξιοθαύμαστη αλλά μουσειακή του θέση. Οι λαϊκοί οργανοπαίκτες, με μια φαινομενικά ανήθικη τακτική, ενσωμάτωσαν τα νέα στοιχεία στον ήχο τους, έβαλαν ηλεκτρισμό, τα έκαναν μπάχαλο πολλές φορές, αλλά παρέμειναν ζωντανοί. Όπως ο Τσιτσάνης που απόρησε όταν το 1980 ο υπεύθυνος της Unesco του ζήτησε να ηχογραφήσει στο παλιό στυλ, με μπουζούκι και μπαγλαμά, το δίσκο Χάραμα στην κουζίνα του κέντρου. Έτσι έγινε, όμως η απορία του Τσίχλα γιατί να μη βάλουν και τζαζ, όπως έλεγε τη ντραμς, θα του έμεινε. Ο Samuel Baud - Bovy στο Δοκίμιο για το Ελληνικό Δημοτικό Τραγούδι (Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1984), γράφει: "Όταν μουσικοκριτικοί (Ανωγειανάκης 1947) και συνθέτες (Χατζιδάκις 1949) υπερασπίστηκαν τα ρεμπέτικα που τότε θέλησαν να τα απαγορεύσουν στις ταβέρνες για λόγους ηθικούς και αισθητικούς, είχε κιόλας αρχίσει να χάνεται το κοινωνικό τους υπόβαθρο. Τα χειροκροτούσε η σνομπαρία, τα εκμεταλλεύονταν οι εταιρείες δίσκων. Έγιναν πια έντεχνα τραγούδια και βγαίνουν από τα πλαίσια του δοκιμίου αυτού". 






    Η Χάνα Άρεντ σ' ένα απόσπασμα από το Between Past and Future (1968), όπως μεταφράστηκε από τον Γιώργο Μερτίκα στο 15ο τεύχος του περιοδικού Λεβιάθαν (1994), σημειώνει ότι "με την απώλεια της παράδοσης χάσαμε το νήμα που μας οδηγούσε με ασφάλεια μέσα στις αχανείς επικράτειες του παρελθόντος, αλλά αυτό το νήμα ήταν επίσης η αλυσίδα που δέσμευε κάθε διάδοχη γενιά με μια προκαθορισμένη άποψη του παρελθόντος". Προσθέτει, όμως, ότι "δεν μπορούμε επίσης να αρνηθούμε ότι δίχως μια σίγουρα ριζωμένη παράδοση ... ... κινδυνεύει ολόκληρη η διάσταση του παρελθόντος. Διατρέχουμε τον κίνδυνο να ξεχάσουμε, κι αυτή η λήθη - εντελώς ανεξάρτητα από το ίδιο το περιεχόμενο που μπορεί να χαθεί - θα σήμαινε ότι, από την ανθρώπινη άποψη, θα στερούσαμε από τον εαυτό μας μια διάσταση, τη διάσταση του βάθους της ανθρώπινης ύπαρξης". 
     Η Δόμνα Σαμίου μας άφησε χρόνους χτες, στα 84 της. Μαζί της, σα να χάθηκε αυτό που, έτσι κι αλλιώς, είχε χαθεί, αφού το παλιό υλικό δεν διαθέτει πια φορείς, με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις. Παρακαταθήκη, κληροδότησε. Κι ίσως δοθεί μια ώθηση στο τραγούδι που πατάει με τα δυο πόδια στο παρελθόν κι ακόμα δυσκολεύεται να πατήσει καλά στο τώρα. Στο κενό που άνοιξε η απουσία της Δόμνας Σαμίου γλιστρούν αναμνήσεις συγκινήσεων και σίγουρα σεβασμού. Πιο πολύ συγκινήσεων. Ίσως γιατί η ίδια προέρχεται από βασανισμένη προσφυ- γική οικογένεια και μεγάλωσε στον καταυλισμό της Καισαριανής. Κι έτσι, αυτό που μετέδιδε, πέρα από τις ιδεολογικές ενέσεις που το εμπότισαν, ήταν ο πόνος. Σ' ένα άλλο σημείο στις σημειώσεις της για την απώλεια της παράδοσης, η Άρεντ γράφει: "Ίσως τώρα και μόνο να έφτασε η στιγμή που το παρελθόν θα μας αποκαλυφθεί με απρόσμενη φρεσκάδα και θα μας πει πράγματα που κανείς μέχρι σήμερα δεν είχε αυτιά να ακούσει". Όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει, που λέει κι ο Νίτσε...




Το πονεμένο στήθος μου πονεί μα δεν το λέει.
Τ’ αχείλι μου κι αν μάτωσε τη νύχτ’ αντιπαλαίει.

Σκίσε φωνή μου του σεβντά την ταπεινή λιγούρα
κι άσ’ τη να πιει, να ζαλιστεί σε στρόβιλο, σα σβούρα.

Έχε γεια, Δόμνα. Γεια.


2 σχόλια:

  1. Καλησπέρα.

    Εξαιρετική η ανάρτησή σας. Θα ήθελα να σας ρωτήσω αν μπορώ να έχω την άδειά σας να την αναδημοσιεύσω στο "κόσμος" των "ανωνύμων" με τις σχετικές παραπομπές στο Ιστολόγιό σας.

    Ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σας ευχαριστώ πολύ.
    Δεν τίθεται κανένα θέμα άδειας για αναδημοσίευση. Πολύ περισσότερο αφού θα συνοδεύεται με παραπομπές και αφού θα δημοσιευτεί σε ένα ιστολόγιο που παρακολουθώ με πολύ ενδιαφέρον.

    ΑπάντησηΔιαγραφή