Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Νίτσε: ΦΘΙΝΟΠΩΡΑ ενός λαού




Είναι τόσο αβέβαιο το μέλλον,
που οι άνθρωποι ζούνε κάθε μέρα με την αγωνία στην ψυχή,
και η ψυχική αυτή κατάσταση παρέχει θαυμάσιες ευκαιρίες
στους κάθε είδους πειρατές.
Γιατί, κι όταν αποπλανιώμαστε και διαφθειρόμαστε,
το κάνουμε μόνο και μόνο «για μια μέρα»,
και φυλάμε την αρετή για το μέλλον.
Γνωρίζουμε πως το άτομο,
αυτός ο πραγματικός «καθαυτό» άνθρωπος,
σκέφτεται τα πράγματα της στιγμής
πολύ περισσότερο από τον άνθρωπο της αγέλης,
γιατί δεν πιστεύει πως μπορεί να στηρίζεται στον εαυτό του περισσότερο απ’ όσο στηρίζεται στο μέλλον.
Όμοια αφοσιώνεται στους τυράννους,
γιατί πιστεύει πως είναι άξιος για πράξεις και για έρευνες,
που δεν μπορούν να υπολογίζουν ούτε στη νοημοσύνη,
ούτε στη συγγνώμη του πλήθους…
Ενώ ο τύραννος ή ο Καίσαρας κατανοεί το ατομικό δίκαιο,
ακόμα μέχρι και τις φρικαλεότητές του,
γιατί αυτό, έχει συμφέρον να επιτρέπει
μια πιο τολμηρή προσωπική ηθική,
και να την συγχαίρει μάλιστα.
Γιατί πιστεύει για τον εαυτό του,
και θέλει να πιστεύουν και οι άλλοι,
εκείνο που είχε πει κάποια μέρα ο Ναπολέοντας:
«Έχω το δικαίωμα να απαντήσω
σε όλα σας τα παράπονα
μονάχα με ένα ΕΓΩ.
Είμαι ξεχωριστός απ’ όλο τον κόσμο
και δεν δέχομαι όρους από κανέναν.
Πρέπει να υποταχτείτε σ’ όλες μου τις ιδιοτροπίες
και να θεωρείτε απλό και λογικό
το ότι διασκεδάζω με αυτόν τον τρόπο».
Τα λόγια αυτά ο Ναπολέοντας τα είπε στη γυναίκα του
μια μέρα που εκείνη αμφέβαλλε για την πίστη του.

Εποχές διαφθοράς, είναι οι εποχές εκείνες
που τα μήλα αρχίζουν να πέφτουν από τα δέντρα.
Δηλαδή οι άνθρωποι εκείνοι,
που φέρνουν μέσα τους το σπέρμα του μέλλοντος,
οι πρωτεργάτες του πνευματικού αποικισμού,
εκείνοι που επιθυμούν να αλλάζουν
τους δεσμούς της κοινωνίας και του κράτους.


Η διαφθορά,
η λέξη αυτή,
δεν είναι τίποτ’ άλλο
παρά ένας υβριστικός όρος
των ΦΘΙΝΟΠΩΡΩΝ ενός λαού.





Φρ. Νίτσε, Η Θεωρία του Σκοπού της Ζωής
(κεφ. Τα Συμπτώματα της Διαφθοράς)
εκδ.  Ν. Δαμιανού, Αθήναι
μτφ. Χρύσας Αντωνίου

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

όλη η ελλάδα ατέλειωτη πλατεία



 να ξαναρχίζω να ξανανησυχώ;




όπου κοιτάζω να κοιτάζεις
όλη η ελλάδα ατέλειωτη πλατεία
πλατεία, πλατεία, πλατεία του ιούνη
ανύπαρκτοι ’ναι οι σπιούνοι

ο λαός, έχει τώρα αγανακτήσει
μουντζώνει, μουντζώνει με τα δέκα
στο ίδιο τσουβάλι ο τζέφρι κι η αλέκα
σημαίες σε μασκαράτα γκρέκα

κυράδες, φιλάνθρωποι παπάδες
μπλόγκερς τζιπάτοι, χρεωμένοι φεϊσμπουκάδες
η ευανθούλα κλαίει πριν να κοιμηθεί
που πια στο σόπιν θεραπεία δε θα βρει

στα γήπεδα η ελλάδα αναστενάζει
στα σόσιαλ μίντια τούς φίλους τούς ξεκάνει στη στιγμή
στέκει στο περίπτερο αγοράζει
φυλλάδες με βιβλία και ντιβιντί

όχι, όχι αυτό δεν είναι ρέκβιεμ
είναι η τρύπια στέγη της ελλάδας
είναι ο ψίλος που έχασε ένας μάγκας
κι ο ρεπόρτερ που καραδοκεί




Η παράγκα, του Σαββόπουλου





Ενοχή στην Πλατεία


Ανάμεσα στ’ άλλα που ακούει συχνά κανείς (τώρα πια και) στις πλατείες είναι λόγια πεποίθησης ότι έτσι κι αλλιώς οι μέρες της αφθονίας μας πέρασαν για πάντα, ότι θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε πιο απλά, με λιγότερα, ότι όλοι είχαμε κάνει το λάθος να καταναλώνουμε σα να μην ήμαστε της τάξης μας, ότι θα πρέπει, πια, να συμμορφωθούμε.
Για μια ακόμα φορά, στην κοινωνία του θεάματος ζούμε, η αλήθεια εμφανίζεται αντεστραμμένη. Το τελευταίο προϊόν που σαν κουτορνίθια καταναλώνουμε είναι η ενοχή. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, είναι, νομίζω, κοινός τόπος ότι η οικονομική κρίση είναι (τουλάχιστον και) κρίση υπερσυσσώρευσης. Η υπερπαραγωγή «αγαθών» ακολουθείται από την υπερκατανάλωση. Για να καταναλώσει κάποιος έπρεπε να έχει το μέσο και, αν δεν το διέθετε, του το διέθετε αφειδώς το πιστωτικό σύστημα. Οι ανάγκες μας για προϊόντα δημιουργούνταν άμα τη διαφημίσει τους.
Στη συνταγή του απόλυτου μεζέ, του αχταρμά της πλατείας, δίνει ξεχωριστή επίγευση μια πρέζα ενοχής καταναλωτή πατριώτη. Ταυτόχρονα, επιτρέπει να λάμψουν ως κυρίαρχες γεύσεις, καθώς συμπλέκονται σ’ ένα σχεδόν πορνώδες σούμο στο αχνίζον ταψάκι της πλατείας, η εκρηκτική αγανάκτηση του υπερχρεωμένου άνεργου, η ανυπόμονη εμμονή του θιασώτη της άμεσης δημοκρατίας και η ρητορεύουσα αχνοφεγγιά της αριστερής αμηχανίας. 


Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

όραμα-μνήμη-συνήθεια-αμφιβολία


Όραμα ανώριμο.
Η οργή έμεινε στέρφα.
Θα ’ναι το σχόλιο ανώνυμο
κι η μνήμη, ελέφα.

Το καθεστώς της μνήμης
πουλιέται όπως πλασάρεται:
παγιδευμένο. Α, λόγου ρύμης
θα ’ταν, μάλλον. Ή, δοκίμασε: κλικάρεται;

«Εμπρός» δεν άκουσα ούτ’ ένα·
και καλύτερα. Να που η συνήθεια έχει και τα καλά της.
Πάντα μιλώ με σώα τα φρένα,
ναι, τ’ ορκίζομαι. Μόνο η περσόνα μου έχει την τρέλα για κυρά της.

Να πω ένα σύνθημα;
Μήπως να ’ρθώ στην πολυμούντζα να συμβάλω;
Ή, απλώς, να αρθώ στων περιστάσεων το ερύθημα
κι ευθύς να κλάψω που απ’ τη φύση μου αμφιβάλλω;


Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011

κυρά μου, τρέλα


Γ. Σκαρίμπας





κυρά μου τρέλα

βάλε κορδέλα

λύσου, λικνίσου

σε ταραντέλα



κυρά μου τρέλα

στην πλησμονή σου

σκερτσόζα μπέλα

καρδιές ξεγέλα





από το χέρι κράτησέ με και περπάτα με

και αν τυχόν αυθαδιάσω ποδοπάτα με

στα σοκάκια διηγήσου την αρχαία σου αλήθεια

μην ομοιοκαταληκτήσεις με τα στήθια ή παραμύθια

κάλλιο λέω να προτιμήσεις την απείθεια







κυρά μου τρέλα

με μιαν ομπρέλα

αχ, ζωγραφίσου

σ’ ακουαρέλα



κυρά μου τρέλα

η αναπνοή σου

λωλή κοπέλα

πιτσικαρέλα





θα ’μαι πιστός σου μια ζωή, όμως συμπάθα με

μας καταδιώκει η λογική εμάς που πάθαμε

τους που επικήρυξε η τύχη αποσυνάγωγους

της γλαύκης βλέμματα μας στάξανε στους άνογους

τρέλα κυρά, τους της αγάπης άπραγους








Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Συζητήσιμο: φωστήρες και αυθόρμητοι στις πλατέες


Πού είναι οι εκπρόσωποι των αγανακτισμένων; Μια βδομάδα τώρα, οι άνθρωποι αυτοί, που δυσφορούν και, γι’ αυτό, προς το παρόν ίσως, θα έπρεπε να συμφωνήσουν ότι θέλουν να τους λέμε δυσφορούντες, δεν έχουν εκπροσώπους. Δεν ξέρω αν έχουν εκπροσώπους, ξέρω ότι, με εξαίρεση (απ’ ότι ακούω) κάποια γλαφυρά περιστατικά, δεν εμφανίζουν αντιπροσώπους τους στο τηλεθέαμον κοινό. Δηλαδή στη βουβή, αποστασιοποιημένη από πλατείες και λοιπές συναθροίσεις, μάζα που καταναλώνει τιβίλα(ς).
Η σύνθεση των πλατειαζόντων (ή πλατειαζώντων) είναι ετερογενής κι αυτός είναι ένας λόγος που αποτρέπει τις εκπροσωπήσεις. Οι αμείλικτα πληγέντες της κρίσης, το πολύ πριν την έκρηξη της κρίσης βασανιζόμενο πρεκαριάτο, οι άσπονδοι σύντροφοι των αναρχο-συριζο-και-μη-γκρουπούσκουλων, κάνας κουκουές, κάνας προβληματισμένος πασόκος, κάνας αποπρο- σανατολισμένος νεοδημοκράτης, σπιθοπαρανόιες, ρεμπε- τοροκάδες, θρυλοβάζελοι, γιατροδικηγόροι, η παρθένα με το σατανά και πολλοί άλλοι, ας με συγχωρήσουν που τους ξεχνώ, ας μου κρατήσουν μούτρα αν τους αγνοώ.
Υπάρχει ένας θεμελιώδης διαχωρισμός ανάμεσα στους αυθόρμητα και τους υαινικώς  προσερχόμενους στις πλατέες. Οι δεύτεροι υπάγονται στην ομοταξία των συνειδητά αντιμνημονιακών, αποσκίρτησαν, όμως, από τους στυγνούς θεωρητικούς παλαιάς κοπής (λενινιστές κλπ), που δεν αντιλαμβάνονται τα περί πλήθους κλπ κι έτσι, σιχτιρίζουν τους ασυνείδητους της πλατέας. Υπονοώ, ότι οι υαινικοί έπρεπε κατ’ αρχήν να πειστούν ότι η προσέγγισή τους στην πλατέα είναι πολιτικό καθήκον. Αυτό δεν ήταν, βέβαια, δύσκολο, αρκούσε η θεωρητική κλίση˙ κι όσοι την είχαν έσπευσαν σαν καλοί κηπουροί.
Οι αυθόρμητοι είναι το διακύβευμα (ρίχνω λέξη του συρμού δια το κατανοητοτερότερον). Χώρος προνομιακός για την άσκηση πολιτικής, για τον εμπλουτισμό του φυτωρίου. Προνομιακός, όχι όπως ο κατεξοχήν, φερειπείν, φοιτητοχώρος, ο φύσει (λόγω ηλικίας και παρά τις ταξικές μεταπροσδοκίες) προνομιακός. Οι αυθόρμητοι συγκροτούν (ως πλατειάζωντες) θέσει προνομιακό χώρο. Κι εγώ πλάτειασα και νόημα δεν βγάζω.
Λεπόν, τα παίρνω πίσω τα περί υαινικών. Έγινα κακός, λες και μιλούσα με την πιτσικαρέλα μου. Παίρνω πίσω το χαρακτηρισμό, διατηρώ τον προβληματισμό. Αλλά κι ο χαρακτηρισμός αυθόρμητοι για τους ατάκτως προσερχόμενους, ψευδής είναι. Το αυθόρμητο δεν καθορίζεται από ένα αγνό λιμπικό – μεταιχμιακό σύστημα του εγκεφάλου, αφού δεν είναι αγνό, αλλά ας μη μπω πάλι σε λάθος χωράφια. Το αυθόρμητο είναι ιδεοπλαστικώς υποβολιμαίο. Κι όταν παύει να είναι ως προς το περιεχόμενο, διατηρείται ως προς την εκδήλωσή του. Για να θυμηθώ το ΧαΡΤί στΟ ΜπΟΥΚάΛι με τίτλο για ποια κοινωνία (το οποίο αν δεν ήταν χαρτί και ήταν κουλουράκι θα το λέγανε μεθυσμένο), τι θένε, μωρέ, οι θεωρητικώς αρμενάκι-μαι-κυρά-μου, που και τη βιοπολιτική θα σου τσαμπουνήσουν ενίοτε, και δεν καταλαβαίνουν ότι οι ψευτοαυθόρμητοι είναι κανα- κεμένοι με ριάλιτι και σίριαλ και δελτία των 8; Περιμένουν, ως δια μαγείας, να τους βγούνε προνομιακοί συνομιλητές περί του event? Ιδού: Βάζουνε στόχους τους πολιτικούς και τους δημοσιογράφους. Με μια έννοια, τους υπηρέτες των καταπιεστών τους, ενώ οι τελευταίοι μένουν στο απυρόβλητο. Αυτό το στήσιμο είναι αυτοματισμένο, δεν στήθηκε από κανέναν η πλατέα για εκτόνωση, από μόνη της στήθηκε, αλλά πώς αλλιώς να στηθεί;
Πάντως μ’ αυτές τις εκδηλώσεις που – σύσσωμο, υποθέτω, καταδικάζει το πολιτικό κόσμημα – υλοποιούν αποσπασματικώς τη μετάβαση από τη δυσφορία στην αγανάκτηση. Τολμώ να πω ότι θα μου ήταν ευχάριστο αν οι συνειδητώς εφορμούντες στις πλατείες, εκτός από τις σημαίες και τα σύμβολά τους, άφηναν στην άκρη και τις εν γένει περιχαρακώσεις τους και προσέγγιζαν το πλήθος τους ωσάν να ήταν μέρος του και όχι σαν επίδοξοι καθοδηγητές του. Δεν εννοώ να ξεχάσουν όσα ξέρουν και (πιστεύουν ότι) έχουν καταλάβει, αλλά ας μην επείγονται εκεί να περάσουν την πολιτική τους, να μαζέψουν υπογραφές για επιστροφή στη δραχμή, για παράδειγμα, αφού κάτι τέτοιο, στο κάτω - κάτω, δεν έχει (δεν μπορεί να) αναδειχθεί σε καθολικό αίτημα. Ας το συζητήσουν οι φωστήρες, ντάξει. Όχι για να πείσουν, ντε και καλά. Βλακεία το τελευταίο, ε;
Θα μου πει ο αγχωμένος φωστήρ, οι καιροί ου μενετοί. Θα απαντήσω, ας προσέχαμε. Ας παίξουν αλλού έτσι. Στους χώρους που κάποτε θα θεωρούσαν στόχους. Γιατί δεν το έκαναν τόσο καιρό; Σε ποιο, ας πούμε, συνδικάτο, έφεραν τα πάνω κάτω, τώρα που ξεσκεπάστηκαν οι σκεπασμένοι πατέρες; Πουθενά, αν δεν έχω ελλιπή πλεροφόρηση. Αν παιχτεί τοιουτοτρόπως το κουτσό στις πλατέες, άντε γεια.
Δυο τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτές (τις πλατέες) και θα επανέλθω, μου φαίνεται: Πολύς ο κόσμος, μαζικός, η μάζα, πάντως, ο όγκος που στο πέρασμά του λιώνει κάθε υποψία, στο καναπεδάκι με το φραπεδάκι. Πολλοί κι οι σχολιαστές, οι κεκέδες της πραγμα- τικότητας που διατυμπανίζουν τις αναλυσάρες τους, λυσσάρες τής επισκεψιμότητας. Πολλή, θαρρείς, κι η θλίψη.
Στον εμαυτό μου συγχωρώ τη θλίψη που μ’ έπιασε χθες βράδυ στη μικρή πλατέα. Στον εμαυτό μου ως ποιητή˙ όχι στρατευμένο, μα λιποτάκτη. Συγχωρώ με και που ανεμίζω τη σημαία της κυράς μου, της τρέλας. Λίαν συντόμως θα την αναρτήσω την παντιέρα, σε άλλη ετικέτα. 

2/6/2011