Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

ο Αλή φιλούσε αγέρωχα

  



    
     
     Ακόμα μια μικρή τεθλασμένη αναρτήσεων, από τη Δόμνα Σαμίου μέσω του Samuel Baud-Bovy στα Γιάννινα, τους Γύφτους και τον Αλή Πασά, και, με πάσα του πασά, στον ποιητή Λόρδο Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον, φτάνει στην άλλη άκρη της. Ο Αλή πασάς δίνει τη σκυτάλη στον Μπάιρον , δεν την αφήνει όμως, κι έτσι την κρατούν κι οι δυο. Βρισκόμαστε στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 19ου αιώνα. Για τα όσα συνέβησαν στη συνάντηση Αλή πασά - Μπάιρον, υπάρχουν κάμποσα δημοσιευμένα κείμενα, επιστολές του ίδιου αλλά και βιογραφίες, όπως η μυθιστορηματική του Frederic Prokosh (πρώτη έκδοση Αστάρτη 2003, επανέκδοση Ελευθεροτυπία 2011, μτφ. Παναγιώτη Σκόνδρα, υπάρχει και στο scribd):

Δυο εβδομάδες αργότερα εισχωρήσαμε στα βουνά της Αλβανίας και στο τέλος αντικρίσαμε τους πύργους του Τεπελενίου. Ήταν προχωρημένο απομεσήμερο, ο ήλιος ετοιμαζόταν να βασιλέψει, και οι στρατιώτες παρήλαυναν ευθυτενείς μπροστά από το μέγαρο. Τάρταροι με ταυρίσιο πρόσωπο και πυργωτά σκουφιά, Τούρκοι με τουρμπάνι και κάπα, Αφρικανοί σκλάβοι που οδηγούσαν άλογα κατάλευκα και, επιβλητικότεροι όλων, οι Αλβανοί, με χρυσοκέντητους μανδύες, κόκκινα βελούδινα γιλέκα και, περασμένα στη ζώνη, πιστόλια και εγχειρίδια με ασημένια λαβή. Μου θύμισαν το παλιό μου βιβλίο με τις Χίλιες και μια νύχτες και, καθώς χωνόμουν βαθιά στους δρόμους του Τεπελενίου, μου ήρθε να μουρμουρίσω : «Άνοιξε, Σουσάμι!». 

Και το Σουσάμι άνοιξε, πέραν πάσης αμφιβολίας. Προσκλη-θήκαμε στο μέγαρο, και επισκέφθηκα τον πασά μέσα στα δροσερά μαρμάρινα δώματα του. Ανατολίτικοι καναπέδες, μεγάλοι και κόκκινοι, ήταν ευθυγραμμισμένοι κατά μήκος των τοίχων, και στη μέση ανέβρυζε ένα σιντριβάνι. Ο πασάς σηκώθηκε από τον καναπέ και με περιεργάστηκε. 
«Είστε νέος» , είπε γλυκά. «Πείτε μου, γιατί αφήσατε τη χώρα σας;» 
«Μου αρέσουν τα ταξίδια», του απάντησα. 
«Τα ταξίδια! » γουργούρισε. «Τα ταξίδια είναι επικίνδυνα! Εκτίθεστε σε ακατονόμαστους κινδύνους, αγόρι μου». 

Κάθισα, κι εκείνος παρήγγειλε σερμπέτια και ένα μπολ με γλυκίσματα. Αυτός ο αιμοσταγής τύραννος, ο Αλή Πασάς, που είχε δολοφονήσει χιλιάδες ανθρώπους, ήταν ένας άντρας με φίνους τρόπους και μεγάλη οξύνοια. Το πρόσωπο του ήταν σημαδεμένο και γωνιώδες, το βλέμμα διαπερα-στικό κι ωστόσο γλυκό, η γενειάδα μαλακή και κάτασπρη, τα χείλη μικρά σαν γυναικεία. Φορούσε χρυσοκέντητο φέσι, μαύρο γούνινο γιακά και παντόφλες από γαλάζιο επιχρυσωμένο μαροκινό. 

Με περιεργάστηκε εγκρίνοντάς με. «Μου είπαν ότι είστε λόρδος», μουρμούρισε. «Δεν εξεπλάγην. Μόνον ένας λόρδος μπορεί να έχει χέρια τόσο ντελικάτα και αυτιά τόσο μικρά. Θαυμάζω πολύ τη μεγαλόπρεπη σπάθα σας και τις επίχρυσες επωμίδες σας. Με γοητεύουν επίσης τα μάτια σας και το πονηρό και αυθάδικο χαμόγελο σας. Σας παρακαλώ, θεωρήστε με πατέρα σας όσο θα μείνετε στο Τεπελένι. Θα σας περιμένω στα δώματά μου, τα μεσάνυχτα. Θα μιλή-σουμε για ποίηση ... » 

Μας εσυνόδεψαν στις κάμαρές μας, που βρίσκονταν στη δυτική πτέρυγα του μεγάρου, και είπα στον Καμ: «Αναρω-τιέμαι ποιες είναι οι απόψεις του πασά όσον αφορά την ποίηση». O Καμ όρθωσε το κεφάλι του και χαμογέλασε.  «Είναι άνθρωπος γεμάτος φαντασία, φυσικά». «Αναμφίβολα», απάντησα. «Κι έχει, φαίνεται, απαίσια φήμη». 

«Καλέ μου Μπάιρον», είπε γαλήνια ο Καμ, «είσαι απολύτως εις θέσιν να αντιμετωπίσεις την κατάσταση. Οι προθέσεις του πασά είναι πεντακάθαρες σαν κρύσταλλο. Πρέπει να προετοιμαστείς για κάποια ανατολίτικα καλοπιάσματα». 
«Να πάω;» δίστασα. 
«Και βέβαια να πας», με ενθάρρυνε ο Καμ. Όταν ήσουν στο Καίμπριτζ, συμπεριφερόσουν σαν άνθρωπος του Καίμπριτζ. Τώρα είσαι στην Τουρκία και πρέπει να συμπεριφερθείς σαν Τούρκος». 

Κατάλαβα ότι ο Χόμπχαους, αναζητώντας «παραλειπόμενα» για τα ταξιδιωτικά του άρθρα, προσπαθούσε να με ωθήσει να δεχτώ το ραντεβού μου με τον πασά. Κι εγώ (εκτός από την αίσθηση ότι με υποχρέωνε η ευγένεια) αντιμετώπισα τη συνάντηση σαν ένα αυστηρώς επιστημονικό πείραμα, με τον σκοπό να μάθω τι είδους ικανοποίηση δοκίμαζαν μερικοί παλιοί μου φίλοι (ο Λόρδος Ίνγκολντσμπυ, επί παραδεί-γματι) υιοθετώντας εκείνη που εμείς αποκαλούσαμε «οθωμανική στάση». 

Έφτασα στα δώματα του πασά τα μεσάνυχτα ακριβώς. Ένας λύχνος έκαιγε, το δωμάτιο ήταν διαποτισμένο από άρωμα γιασεμί, και πάνω στο τραπέζι ήταν ακουμπισμένα ένα μπρίκι με καφέ κι ένα δοχείο γεμάτο αμύγδαλα. Ο πασάς φορούσε μιαν ατλαζένια ρόμπα με δαντελωτή παρυφή, και μου ζήτησε να καθίσω σε ένα μαξιλάρι δίπλα του. Σε ένα χάλκινο κλουβί κρεμασμένο από την οροφή υπήρχε ένας παπαγάλος και, σε μια γωνία, ένας νέγρος τροφοδοτούσε με κάρβουνο ένα μαγκάλι. 

Για λίγο μιλήσαμε για ποίηση. Ο πασάς μού διάβασε ορισμένους στίχους του Μπουαλώ, που τους είχε μεταφράσει στα τούρκικα από τα γαλλικά. Μη γνωρίζοντας τούρκικα, δεν ήμουν εις θέσιν να κρίνω πόσο λαμπρή ήταν η απόδοσή τους. Όμως άκουσα ευγενικά, συyκατανεύοντας με το κεφάλι. Στο τέλος ο πασάς έσκυψε μπροστά και είπε: «Αρκετά με την ποίηση. Να, πάρτε λίγον καφέ και επιτρέψτε μου να σας δώσω ένα φιλί, αγόρι μου». Τώρα που το ξανασκέφτομαι, το επεισόδιο μου φαίνεται πιο πολύ κωμικό παρά απαίσιο, αλλά θυμάμαι ότι εκείνη τη στιγμή ένιωσα μια σαφέστατη δυσφορία. Μόνο η επιθυμία να συγκε-ντρώσω στοιχεία για τα «παραλειπόμενα» του Καμ με έπεισε να υποκύψω στις προτάσεις του πασά. Σβήστηκε ο λύχνος κι εμείς ξαπλώσαμε σε ένα χαλί πλάι στο μαγκάλι . Ο Αλή Πασάς ήταν σαφώς έμπειρος στο είδος και οι χειρισμοί του ήταν γεμάτοι αβρότητα, αλλά όταν αργότερα ο Χόμπχαους με ρώτησε: «Λοιπόν, Μπάιρον, πόνεσε;» αναγκάστηκα να του απαντήσω: «Αν πόνεσε; Και βέβαια πόνεσε. Αναθεματισμένα!». 

Δεν ξαναδοκίμασα τον πειρασμό να επαναλάβω το αλβα-νικό πείραμά μου. Δεν ήταν «στο στυλ μου», όπως λένε. Υπάρχει μια δόση παθητικότητας μέσα μου, αλλά προτιμά μια εκτόνωση πιο λεπτή και πιο υγιεινή. Ωστόσο, όταν σκέφτομαι το πράγμα, και συλλογίζομαι τις πιο λεπτές πτυχές του, καταλαβαίνω ότι το συμβάν δεν ήταν άνευ σημασίας. Όλοι οι άντρες είναι παράξενα ζώα. Τα ορμέμφυτά τους είναι ανεξιχνίαστα. Εν συνεχεία, στο Λονδίνο και στη Γενεύη, για να μην πω στη Βενετία και στη Ραβέννα, έτυχε να ξανασκεφτώ τη νύχτα που πέρασα με τον πασά με ανάμεικτα αισθήματα ευθυμίας και αποτροπιασμού. Μια μέρα διηγήθηκα αυτό το μικρό επεισόδιο στην Καρολάιν, που αμέσως σοβάρεψε και με περιεργάστηκε σκεφτική. 

«Δεν είναι στο στυλ σου;» μουρμούρισε. «Ίσως όχι, αστεία μου αγάπη, αλλά σίγουρα η νύχτα εκείνη στην Αλβανία άφησε το σημάδι της επάνω σου». 

Να είναι αλήθεια; Μπορεί. «Το σεξ είναι αίνιγμα» (όπως ισχυριζόταν η Καρολάιν) και υπάρχουν στιγμές που η σκέψη μου ξαναγυρίζει σ' εκείνο το μικρό «πείραμα» στο Τεπελένι. Ακόμα ξαναβλέπω τον νεαρό Σομαλό που μας κρυφο-κοιτούσε από τη γωνιά του, και τον πασά που πασάλειβε τις σάρκες του με μιαν αλοιφή πράσινη στο χρώμα του μπιζελιού· και ξαναβλέπω τον παπαγάλο που μινύριζε στα τούρκικα - τίποτα κολακευτικό, φοβάμαι, γιατί ο πασάς εξεμάνη και πέταξε πάνω στο κλουβί μια μεγάλη μαύρη εσάρπα.



     

     Το αν ο Αλή πασάς πόνεσε ή όχι τον Μπάιρον, ποσώς μας ενδιαφέρει. Σύμ-φωνα με άλλες βιογραφίες του, δεν υπέκυψε στις ορέξεις του λιονταριού. Πάντως η ομοφυλοφιλία του είναι γενικά αποδεκτή. Σε επιστολή του, από αυτές που δημοπράτησε ο οίκος Σόθμπις πριν από τρία χρόνια, εκφράζει θαυμασμό για ορισμένα από τ' αγόρια του χαρεμιού του Αλή πασά. Η Ιρλανδή συγγραφέας Ο΄ Μπράιεν ασχολήθηκε πρόσφατα επισταμένα με την ερωτική ζωή του. 
     Η παράθεση του πιο πάνω αποσπάσματος, καθώς και των προηγούμενων παραπομπών, έχει σκοπό να βοηθήσει στην απομυθοποίηση όχι του Μπάιρον σαν φιλέλληνα, αλλά του Μπάιρον σαν φιλέλληνα που, σαν τέτοιος, θα πρέπει να είναι στρέιτ γενικώς. Αυτό υποθέτω είναι απόλυτη προϋπόθεση για τους Ελληναράδες που θα προσπαθήσουν στις 25 Μαρτίου να αποκαταστήσουν το νόημα της εθνεγερσίας, ενώ θα βάλλουν κατά των προδοτών, όπως τους αποκαλούν, πολιτικών ταγών. 
     Η παρέλαση θα είναι αντικείμενο της επόμενης ανάρτησης, μεθαύριο, καθώς, αν ήταν σήμερα, όπως είχαμε αρχικά σχεδιάσει και προαναγγείλει, θα 'μοιαζε με δεύτερο καρπούζι κάτω απ' την ίδια μασχάλη. Νομίζω ότι όλη αυτή η τηλεφιλολογία για την τρέχουσα κατάσταση εξαίρεσης θα αρκούσε να απαντηθεί με αποχή μαθητών και θεατών από τις παρελάσεις. Ας μείνουν μόνοι τους: κανάλια, ελληναράδες, επίσημοι. Αλλά...
     Και πάλι στα Χειρόγραφα του Μεσολογίου:
     Παλεύω με μιαν όλο και αυξανόμενη απόγνωση. Πρώτα απ' όλα, οι Έλληνες: μια πλεμπάγια απατεώνες και λωπο-δύτες. Ήρθα στην Ελλάδα να πολεμήσω για την ελευθερία της, όμως οι Έλληνες είναι ακόμα ικανοί για ελευθερία;
     Και το κλίμα. Τα πάντα μουχλιασμένα. Ψείρες και ψύλ-λοι και ένας αέναος πονοκέφαλος. 
     Και οι Σουλιώτες μου: ένας συρφετός παλιάνθρωποι, άπληστοι και μέθυσοι. 
     Έτσι απλά. Ή, απλούστερα, σε επιστολή του (Λ. Μπάυρον, Επιστολές απο την Ελλάδα, εκδ. Ιδεόγραμμα 1996, μτφ. Δημοσθένη Κούρτοβικ):
     Οι Σουλιώτες είναι αχρείοι και μιλούν λίγα ιλλυρικά. 


   


     Σήμερα, 21 του Μάρτη, είναι παγκόσμια ημέρα της ποίησης. Αυτό το μπλογκ είναι μπλογκ της ποίησης, παρά τις όποιες λοξοδρομήσεις του. Ο Μπάιρον ήταν ποιητής. 

 

     Το She walks in beauty (like the night) είναι ένα διάσημο ποίημα του Μπάιρον που ενέπνευσε πολλούς, και μελωδούς. Ας το ακούσουμε από την Fjoralba Turku:






Να κι η μετάφραση του Χάρη Βλαβιανού, από το BookPress:
I.
Bαδίζει μες στην ομορφιά, όπως η νύχτα
Σ’ ανέφελα τοπία κι έναστρους ουρανούς·
Kι ό,τι καλύτερο απ’ το σκοτάδι και τη λάμψη
Στην όψη της το βλέπεις, στη ματιά της:
Στο τρυφερό αυτό φως έχει ωριμάσει
Που αρνείται ο ουρανός στη φαντασμένη μέρα.


II.
Mια σκιά περισσότερη, μια αχτίνα λιγότερη,
Kι ίσως χανόταν η ανώνυμή της χάρη
Που σε κάθε ολόμαυρη πλεξίδα κυματίζει,
Ή φέγγει απαλά στο πρόσωπό της·
Όπου γλυκά οι σκέψεις και γαλήνια μαρτυρούν
Πόσο αγνή, πόσο ακριβή η κατοικία τους.


III.
Kαι στο μάγουλο αυτό, και σ’ αυτό πάνω το μέτωπο,
Tόσο απαλό, τόσο ήρεμο, κι όμως εκφραστικό,
Tα χαμόγελα πού κερδίζουν, οι τόνοι που αστράφτουν,
Mα πού μιλούν για μέρες στην καλοσύνη ξοδεμένες,
Για ένα μυαλό με τα μικρά συμφιλιωμένο,
Για μια καρδιά πού άδολα αγαπάει!


[Iανουάριος, 1815]


Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

σκεπάρνια, καρφιά, κλαρίνα:
όλα γύφτικα

κι ο Αλή πασάς, βδελυττόμενος



     Ο Σκάρος είναι ένα πολύ γνωστό ηπειρώτικο χωρίς λόγια, όχι επειδή αφαιρέθηκαν γιατί ήτανε πχ αλβανικά, αλλά γιατί τη μελωδία του την έπαιζαν με τη φλογέρα οι τσομπάνηδες κι αργότερα την πήραν οι κουμπανίες. Με εισαγωγή αυτό το σκοπό, όπως τον παρουσίασε στην εκπομπή της στην κρατική τηλεόραση τη δεκαετία του 1970 η Δ. Σαμίου, θα ξαναβρούμε το Δοκίμιο για το Ελληνικό Δημοτικό Τραγούδι (Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα 1984), ένα βιβλίο του  Samuel Baud-Bovy, που ήταν ο θάνατος της Δόμνας Σαμίου αφορμή για να το σκαλίσω. Μερικές φορές ξαναδιαβάζουμε βιβλία και ανακα-λύπτουμε κομμάτια τους σα να μην τα είχαμε ποτέ άλλοτε διαβάσει. Οι σκέψεις μετά από μια νέα ανάγνωση είναι πάντα διαφορετικές από τις πρώτες. Ακόμα κι ανάμεσα σε διαδοχικές αναγνώσεις. 


     Στο κεφάλαιο για το Αστικό Τραγούδι και στο δεύτερο μέρος του με τίτλο Τα Γιάννινα και οι Γύφτοι ο Baud-Bovy αναφέρεται στον Αλή Πασά που αγαπούσε το κρασί και τη μουσική και γράφει για το όργιο που οργάνωσε ο γιος του Μουχτάρ, στο οποίο συμμετείχαν ο μητροπολίτης Άρτας, ένας Φράγκος γιατρός, ένας Εβραίος τραπεζίτης (;) και ένας νεαρός Έλληνας, για να μπει στο θέμα του που είναι οι Εβραίοι και, κυρίως, οι Γύφτοι μουσικοί.  Οι τελευταίοι, πιστοί αυλικοί του Αλή Πασά, δημιούργησαν τα αληπασαλίτικα τραγούδια με τα ομοιοκατάληκτα δίστιχα. Στις μουσικές τους μπέρδευαν τα αστικά τραγούδια της Πόλης και της Μολδοβλαχίας, τους θράκικους μανέδες και τα αραβοπερσικά μακάμια, ενώ χρωμάτιζαν και στόλιζαν τα ντόπια τραγούδια, αλλάζοντάς τους "ύφος και ήθος". Άξιος συνεχιστής τους, ο ξακουστός κλαριτζής Νίκος Τζάρας, που τη μουσική του διέσωσε με τις ηχογραφήσεις του ο Baud-Bovy. 


     Ο Baud-Bovy σχεδόν δεν παίρνει θέση για τη μουσική δημιουργία των Γύφτων. Αναφέρεται, σα να ήταν τρίτος, στη θέση του μουσικολόγου, του μουσικού και του μέσου ακροατή. Και παρατηρεί την αντίληψη ανωτερότητας των ντόπιων πληθυσμών στις νέες ελληνικές χώρες, Ελλήνων και Τούρκων, απέναντι σε Εβραίους και Γύφτους. Στις πόλεις, γράφει, όπως είχε "οβριακή", είχε και γυφτομαχαλά: οι Εβραίοι είχαν σταυρώσει το Χριστό, τα καρφιά όμως τα είχε φτιάξει Γύφτος. Κι όπως μου εξήγησε μια καλή γριούλα, ακριβώς εξαιτίας αυτής της γύφτικης συμβολής, η Παναγία καταράστηκε:


Πανάθεμά σε Τσίγγανε, ψωμί να μη χορτάσεις
κι όπου σταθείς κι όπου βρεθείς, κατάσταση μην πιάσεις.

     Μετά από την κατάρα της Παναγιάς, σύμφωνα με το σοφό λαό μας, οι Γύφτοι ζουν αυτό που ζουν, δεν χορταίνουν, δηλαδή, ψωμί και δεν πιάνουν κατάσταση, πάει να πει δεν ριζώνουν σ΄έναν τόπο. Ας είναι, ξεφύγαμε. 


     Στο κεφάλαιο αυτό για το Αστικό Τραγούδι, το πρώτο μέρος αναφέρεται στην Πόλη και τα φαναριώτικα τραγούδια και το τρίτο και τελευταίο στη Σμύρνη και τα ρεμπέτικα, απ' όπου και το κομμάτι της προηγούμενης ανάρτησης. Οδηγός του, οι στίχοι από την Ανατολή του Κ. Παλαμά, που ο Baud-Bovy τους βάζει αμέσως μετά τον τίτλο τού κεφαλαίου:


Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα, 
λυπητερά,
πώς η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας!





Τα Γιάννινα και οι Γύφτοι

Για ποιο λόγο ο ποιητής του «Δωδεκάλογου», ανάμεσα στις εστίες των τραγουδιών με ανατολίτικο ύφος, να θυμήθηκε πρώτα – πρώτα μια πόλη της δυτικής Ελλάδας, την πρωτεύουσα της Ηπείρου; Αιτία ο Αλή Πασάς και οι Γύφτοι. 

Όπως ο Μουράτ Δ', ο Αλή πασάς αγαπούσε το κρασί και τη μουσική. «Τον συγκλόνιζε μια ωραία φωνή. Τον είδα πολλές φορές να χύνει δάκρυα καθώς ένας νέος, γεννημένος στην Αραβία, τραγουδούσε ιλάχια (ύμνους), παρ’ όλο που ο βεζίρης δεν ήξερε αραβικά· η μελωδία αρκούσε για να μαλακώσει την άγρια του καρδιά», γράφει ο Ibrahim-Manzour-Efendi, εξισλαμισμένος Εβραίος που έζησε τρία χρόνια στην αυλή του πασά. 

Ο Αλή κληροδότησε στους γιους του την ασπλαχνία αλλά και το πάθος του για τη μουσική και τους νέους μουσικούς. Ο δευτερότοκος, ο Βελή, τον καιρό που ήταν πασάς του Μοριά, έφερε στην Τριπολιτσά στα 1809, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ένα πιανοφόρτε. Ήταν ο ίδιος μουσικός και είχε συνθέσει ερωτικά τραγούδια, που ο Γερμανός J. L. S. Bartholdy τ’ άκουσε στο γιαννιώτικο παλάτι του Μουχτάρ, του πρωτότοκου γιου του Αλή. Ο Μουχτάρ τον είχε καλέσει σε όργιο «μαζί με τον μητροπολίτη Άρτης, ένα Φράγκο γιατρό, έναν Εβραίο τραπεζίτη, κι ένα νεαρό Έλληνα που τον είχε μπιστικό και σύντροφο στα γλέντια του». Εκείνο το βράδυ οι μουσικοί ήταν Εβραίοι. Συνήθως όμως έπαιζαν Γύφτοι, που έμεναν σ’ εάν βρομομαχαλά, όχι μακριά από τα παλάτια του πασά και των παιδιών του. 

Στα Γιάννινα, που είχαν πλουτίσει από το εμπόριο, είχε δημιουργηθεί, αν και βάρβαρη, μια πραγματική «αυλή». Οι μεγιστάνες είχαν για διασκέδαση το κυνήγι, τους χορούς και τα τραγούδια. Οι μουσικοί λοιπόν ήταν περιζήτητοι, και ο Αλή καλούσε από την Πόλη οργανοπαίχτες, χορευτές και χορεύτριες. Στα τέλη του 18ου αιώνα ένας περίφημος βιολιτζής και τραγουδιστής, ο Δημήτριος Καραουλάνης, άφησε την Αθήνα για να κάνει την τύχη του στα Γιάννινα. Αν κρίνει κανείς από τ’ όνομά του (τα επώνυμα με πρώτο συνθετικό το τούρκικο επίθετο καρά, μαύρο, δηλώνουν συνήθως γύφτικη καταγωγή), ο μουσικός αυτός θα ήταν Τσιγγάνος. Πραγματικά, αντίθετα απ’ ό, τι συνέβαινε στην Ουγγαρία, όπου οι Γύφτοι είναι σχεδόν αποκλειστικά οργανοπαίχτες, στην Ελλάδα, και μάλιστα στην Ήπειρο, φημίζονταν όχι μόνο για το παίξιμό τους αλλά και για το τραγούδι τους· το ίδιο στις παραδουνάβιες ηγεμονίες οι μπογιάροι έβαζαν τους γύφτους σκλάβους τους να τραγουδούν τ’ αστικά τραγούδια του συρμού. 

Κατά τα μέσα του 11ου αιώνα οι Γύφτοι είχαν ήδη φτάσει στην Κωνσταντινούπολη. Όσον αφορά την Ήπειρο, ξέρομε πως είχε πολλούς Γύφτους στα παράλια της Αδριατικής· από κει περάσανε στην Κέρκυρα, όπου στον 14ον αιώνα αποτελούσαν feudum acinganorum. 

Σαν καλοί αυλικοί μουσικοί, οι Γιαννιώτες γύφτοι δόξαζαν τον Αλή πασά και τους γιους τους: 

Εμέ με λεν Αλή πασιά κι έχω παιδιά πασιάδες, 
και τ’ όνομά μ’ το τρέμουνε σ’ όλους τους κασαμπάδες. 

Όταν ο πασάς, αποκλεισμένος πια στο κάστρο, βάζει φωτιά στα Γιάννινα για να κυριέψουν μόνο ερείπια τα στρατεύματα του σουλτάνου, βρίσκουν και τότε αφορμή να τον εγκωμιάσουν: 

Καήκανε τα Γιάννινα και γίνηκαν βεράνι 
Αλή πασάς να είναι καλά, πάλι τα ξαναφκιάνει. 

Και καταριούνται τα μαντατοφόρα που έστειλε ο σουλτάνος με διαταγή να εκτελεστεί ο στασιαστής πασάς: 

Να ’ταν οι κάμποι θάλασσα και τα βουνά ποτάμια, 
να πνίγουνταν ο τάταρης που ’φερε τα φιρμάνια. 
Αρβανίτες παινεμένοι, 
που ’ν’ Αλή πασάς, καημένοι; 



Το οκτασύλλαβο αυτό δίστιχο δανείζεται τη ρίμα του από το πιο διαδεδομένο αληπασαλίτικο τραγούδι, το τραγούδι της κυρά – Φροσύνης, της ερωμένης του Μουχτάρ, που ο Αλή την έπνιξε, μαζί με άλλες γυναίκες, τάχα για την κακή τους διαγωγή: 

Τ’ ακούσατε τι γίνηκε στα Γιάννενα, τη λίμνη, 
που πνίξανε τις δεκαφτά με την κυρά-Φροσύνη; 
Αχ! Φροσύνη παινεμένη, 
τι κακό ’παθες καημένη! 

Από τα κείμενα που αναφέραμε βγαίνει το συμπέρασμα ότι τ’ αληπασαλίτικα τραγούδια έφεραν στην Ήπειρο τα ομοιο-κατάληκτα δίστιχα, που καθώς είδαμε, δεν υπάρχουν στην υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα. Και από μουσική άποψη, η δίστιχη στροφή τους, η χρησιμοποίηση του ημιτονίου είναι στοιχεία ξένα για το στερεοελλαδίτικο τραγούδι. Γενικά τ’ αληπασαλίτικα μοιάζουν με τ’ αστικά τραγούδια της Πόλης και της Μολδο-βλαχίας, και ο σκοπός που τραγουδιούνται στα Γιάννινα και στη Ρούμελη θυμίζει θρακικό αμανέ. 


Αναμφισβήτητα είναι οι Γύφτοι, «δοκιμώτατοι στιχοπλόκοι», που έφεραν το δίστιχο στην Ήπειρο, ή, πιο σωστά, στα Γιάννινα, αφού τα «γιαννιώτικα στιχοπλάκια» που αυτοσχεδίαζαν στον 19ον αιώνα οι γλεντζέδες «καραμπέρηδες» και οι νταήδες «μπαντίδοι» κράτησαν πάντα «έντονο αστικό χαρακτήρα». Ο σκοπός που τραγουδούν τα στιχοπλάκια έχει ακόμα πιο πολύ και από τ’ αληπασαλίτικα τραγούδια ανατολίτικο χρώμα, που οφείλεται και στο τούρκικο γύρισμά του γιαντίμ αμάν και στη χρήση της «τσιγγάνικης δεύτερης». 

Το διάστημα αυτό, σπάνιο στα τραγούδια των ίδιων των Τσιγγάνων, δεν είναι καθαυτό γύφτικο. Κι επειδή απαντάει σε πολλά ανατολίτικα αστικά τραγούδια, η προέλευσή του από αραβοπερσικά μακάμια είναι πολύ πιθανή. Πάντως οι Γύφτοι εκμεταλλεύτηκαν το αισθησιακό του άκουσμα για να κάνουν πιο ελκυστική τη μουσική των λαών που θάμπωσε το μουσικό τους ταλέντο. 

Στην ηπειρωτική Ελλάδα, όπως άλλωστε σε όλα τα Βαλκάνια, η επίδρασή τους δεν περιορίστηκε στις πόλεις. Στην ηχοληψία ηπειρώτικων τραγουδιών που έγινε στα 1930, πήραν μέρος ένας χτίστης από τα Τζουμέρκα, που είχε κάνει πριν βοσκός και ψωμάς, και τρεις Γιαννιώτες γύφτοι, που ήταν και σιδηρουργοί, αλλά κύριο επάγγελμα είχαν τη μουσική. Ο Μπενάτσης, που τραγουδεί στους δίσκους, έπαιζε και βιολί· ο Ντάλας ο Καραγκιόζης, ο λαουτιέρης, είχε θέατρο σκιών στην Πρέβεζα· ο Νίκος Τζάρας, ο κλαριτζής, ήταν περιζήτητος σε όλη την Ήπειρο και τη Ρούμελη. Τα τραγούδια που είπε ο Ηπειρώτης χωρικός, με μια - δυο εξαιρέσεις, είναι όλα ανημίτονα. Στο χωριό του, τους Χουλιαράδες, παίζανε μόνο τη φλογέρα. Για τα πανηγύρια και τους γάμους καλούσαν «κουμπανίες» από τα Γιάννια. Το ίδιο συνέβαινε σ' όλα σχεδόν τα Βαλκάνια. Όπως και στην Ουγγαρία, οι Γύφτοι δε χρησιμοποιούσαν τα όργανα που έφτιαναν κ' έπαιζαν οι ντόπιοι. Ο λόγος που στη «ζυγιά» παίζουν κανονικά, μαζί με το νταούλι, δύο ζουρνάδες είναι, νομίζω, ότι οι Γύφτοι, για να ευχαριστήσουν τους χωρικούς, προσπαθούσαν να μιμηθούν το άκουσμα του οργάνου που συνήθιζαν αυτοί· κι έτσι, για ν' αντικαταστήσει τον ισοκράτη της γκάιντας, «ο δεύτερος ζουρνάς κρατάει απλώς το ίσιο του τραγουδιού, το μπάσσο». Στην «κουμπανία» κλαρίνο-βιολί-λαύτο ονομάζουν άλλωστε γκάιντα τα κομμάτια όπου τη μελωδία την παίζει το κλαρίνο ενώ το βιολί κρατάει την τονική ή την υποτονική. 

Όπως οι Γύφτοι δεν έπαιζαν τα όργανα του χωριού, έτσι και οι Έλληνες - και οι Τούρκοι της Θράκης - δεν δέχονταν να παίζουν το ζουρνά εκεί όπου τον παίζανε οι Γύφτοι. Θαύμαζαν τη μουσική ιδιοφυΐα των Γύφτων, δεν τους είχαν υποδουλώσει όπως στη Μολδοβλαχία· τους θεωρούσαν όμως κατώτερους. Στις πόλεις, όπως είχε «οβριακή», είχε και γυφτομαχαλά: οι Εβραίοι είχαν σταυρώσει το Χριστό, τα καρφιά όμως τα είχε φτιάξει Γύφτος. 

Οι Γύφτοι στην αρχή δεν θα τραγουδούσαν παρά μόνο κάποια στιχάκια στους χορούς, και ίσως τους σκοπούς που ήταν του συρμού στην Πόλη, στο Ιασί, στα Γιάννινα. Όταν άρχισαν όμως να τραγουδούν και τα ντόπια πατροπαράδοτα τραγούδια, τους άλλαξαν ριζικά το ύφος και το ήθος. Για να το συνειδητοποιήσει κανείς, αρκεί να συγκρίνει το ίδιο τραγούδι της τάβλας όπως το τραγουδεί Θεσσαλός χωρικός και όπως το ερμηνεύει ο Μπεντάτσης, ο Γιαννιώτης γύφτος. Ίσως ο μουσικολόγος, που τον ενδιαφέρει το γνήσιο δημοτικό τραγούδι, αλλά και ο μουσικός, από αισθητική άποψη, θα προτιμήσουν τη μονοφωνική εκτέλεση του χωριάτη, τη γυμνή, την τραχιά· το μέσο ακροατή όμως, θα τον συνεπάρει η εκτέλεση του Γύφτου, με το φανταχτερό χρωμάτισμα, με τα πολλά στολίδια, με τη χαρακτηριστική εναλλαγή της ελεύθερης απαγγελίας του τραγουδιστή και του χορευτικού ρυθμού των οργάνων. Για το Listz η ουγγρική μουσική δεν ήταν η μουσική του χωριού αλλά η αστική μουσική έτσι όπως την έπαιζαν οι Τσιγγάνοι· για τον πολύ κόσμο η πιο αντιπροσωπευτική ισπανική μουσική είναι η μουσική των Γύφτων της Ανδαλουσίας. Και όπως παρατηρεί Αμερικανός μουσικολόγος, στην ελληνική ραδιοφωνία «στα προγράμματα δημοτικής μουσικής την πρώτη θέση την έχει η μουσική του ηπειρώτικου κλαρίνου που θεωρείται η πιο χαρακτηριστικά ελληνική».



     
     Από το κείμενο του Baud-Bovy, παραλείψαμε τις παραπομπές, οι οποίες δεν θα είχαν ιδιαίτερη σημασία χωρίς την παράθεση βιβλιογραφίας. Το ζουμί του κειμένου δίνεται από την αρχή: αιτία για την συμπερίληψη των Ιωαννίνων στις εστίες των ανατολίτικης μορφής αστικών τραγουδιών, μαζί με την Πόλη και τη Σμύρνη, ήταν ο Αλή Πασάς κι οι Γύφτοι. 
     
     Στην Ιστορία του Αλή Πασά του Τεπελενλή του Σπ. Αραβαντινού (1895) η θρυλική μορφή του πασά των Ιωαννίνων φέρεται ότι μετήρχετο πάντα τα μέσα προς κορεσμόν των κτηνωδών ορέξεών του. Εν τω γυναικωνίτη αυτού ήσαν εγκεκλεισμέναι 300 περίπου παλλακαί, Χριστιαναί, Οθωμανίδες, Αλβαναί και Κιρκάσια, εν ιδιαιτέροις δε θαλάμοις του σεραγιού αυτού και των υιών του διητώντο πολυάριθμοι νεανίσκοι, ευειδείς γανυμήδαι. Το έκδοτον του Αλή εις τας σαρκικάς ηδονάς και εις αισχίστας ακολασίας, αναφέρεται σε άλλο σημείο, μνημονεύεται υφιστάμενον και μέχρι των εσχάτων χρόνων της ζωής αυτού, οπότε αι σωματικαί αυτού δυνάμεις ήρξαντο εξαντλούμεναι. Κατά το στάδιον τούτο της φυσικής ανικανότητος επιτεινομένης ένεκα της υπερσαρκίας, διεπράχθησαν εν τοις αδύτοις των σεραγίων αυτού τοσαύτα τερατώδη όργια, ώστε ν' αναγκάσωσι και τον αναιδέστερον σαρδαναπαλισμόν να καλύψη εξ αιδούς τους οφθαλμούς και βύση τα ώτα. 
    
    Πάντως, ο ρατσισμός του Αλή Πασά ήταν επιλεκτικός: εξαιρούσε τους Τσιγγάνους και εξαντλούνταν στους Εβραίους: Περιεργείας άξιον είναι ότι, καίτοι μεταξύ των πολυπληθών οργάνων των ηδονών του Αλή και των υιών του εχρημάτισαν και ευειδείς τινες νεάνιδες Αιθιοπικής και Αθιγγανικής φυλής, εκ των Ισραηλιτών ουδέν ουδέποτε μετεχειρίσθη βδελυττόμενος, ως έλεγε, το γένος τούτο. 


     Η απώλεια της Δόμνας Σαμίου μας φέρνει από άλλο δρόμο, μέσω του Baud-Bovy και του Αλή Πασά, στον προορισμό που είχαμε προκαθορίσει ενόψει του γιορτασμού της 25ης Μαρτίου. Περισσότερα για τον Αλή Πασά, σε συνδυασμό με το μήνυμά μας για την παρέλαση και τις παρελάσεις, στην επόμενη ανάρτηση. Από βδομάδα...

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

το πονεμένο στήθος μου



     Τι είναι παράδοση. Όχι αυτό που παραδίδεται από το παρελθόν στο παρόν, αλλά αυτό που παραδίδεται από τους διαμεσολαβητές, που παραλαμβάνουν από το παρελθόν. Έχουν προηγουμένως επιλέξει από το αναγκαστικά μερικό παρελθόν του οποίου μπορούν να συναντήσουν ή να ανακαλύψουν ψήγματα. Η παράδοση αφορά τη λαϊκή κουλτούρα. Αυτή που μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα δεν καταγραφόταν, δεν υπήρχε στα χαρτιά, με λέξεις ή παρτιτούρες. 
     Η παράδοση είναι επινοημένη. Αυτά που διασώζονται και παραδίδονται δεν είναι ένα σύνολο ουδέτερων καταγραφών, αλλά το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας καταγραφής των λαϊκών παραδόσεων, με τέτοιο τρόπο ώστε να ενισχύεται η ιδέα της εθνικής συνέχειας. Αυτή τη δουλειά κάνει η λαογραφία, αυτήν έκαναν τα λαογραφικά ιδρύματα και αρχεία (Μερλιέ κλπ), το Κέντρον Ερεύνης και Προβολής της Εθνικής Μουσικής του δάσκαλου της Δόμνας Σαμίου Σίμωνος Καρρά, αυτή τη δουλειά έκαναν, με περισσή αγάπη, η Δόμνα Σαμίου κι ο καλλιτεχνικός της σύλλογος
    Είναι, αλήθεια, πολύ ενδιαφέρον το ότι σήμερα, δεν είμαστε σε θέση να συμφωνούμε για τη γλώσσα που μιλούσαν και έγραφαν στο Σούλι πριν από 150 και 200 χρόνια. Ότι μιλούσαν και ελληνικά και αρβανίτικα είναι η επικρατέστερη άποψη. Στο εισαγωγικό του σημείωμα στο δημοτικό του Λιάκου, ο Νικόλαος Γ. Πολίτης αναφέρει ότι "ο Παναγιώτης Λιάκος ήτο αλβανόφωνος κλέφτης εκ του χωρίου Παναρήτη". Δεν θα βρούμε, όμως, κανένα μη ελληνόφωνο τραγούδι στο έργο του Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι καταγραφές από τις άλλοτε σλαβόφωνες περιοχές της Μακεδονίας είναι  μουγκές, ορχηστρικές. Αν και στο δημοτικό τραγούδι, λόγος, μουσική και, συνήθως, χορός είναι αξεχώριστα. Αυτές οι πρόχειρες διαπιστώσεις δεν αναιρούν από την άλλη πλευρά τη σπουδαιότητα της δουλειάς όσων, ανάμεσά τους η Δόμνα Σαμίου, αφιέρωσαν τη ζωή τους στη διάσωση ενός πλούτου μέσα σε αντίξοες συνθήκες, τις ίδιες συνθήκες που, διαφορετικά, θα οδηγούσαν στην εξαφάνισή του. 




     Στο μικρό σημείωμά της στο βιβλιαράκι που συνοδεύει το δίσκο Τα Αποκριάτικα, η Δόμνα Σαμίου παρατηρεί ότι "το βέβηλο και άσεμνο είναι μια πτυχή του λαϊκού μας πολιτισμού που ελάχιστα έχει ανιχνευθεί και μελετηθεί, μια που "επί δεκαετίες, ίσως και αιώνες - όπως παρατηρεί ο καθηγητής Μ. Μερακλής - η υποκριτικά επίπεδη αστική ηθική" και σεμνοτυφία των διανοούμενων συλλογέων την αποσιώπησε και την αγνόησε...". Μια άλλη έννοια της παράδοσης όπως επινοήθηκε, όχι δηλαδή μόνο μέσω κατασκευών, αλλά, κυρίως, με αποσιωπήσεις· οι οποίες δεν εξαντλούνταν σε αυτή που εντοπίζει η Δ. Σαμίου στη συγκεκριμένη δουλειά της.
     Αν κάτι χαρακτήριζε τη Δόμνα Σαμίου ήταν η εμμονή της στην πιστή απόδοση, με τους σωστούς τρόπους και τα σωστά όργανα που θα παίζονταν σωστά. Όπως, δηλαδή, είχε στο φαντασιακό της οργανώσει αυτή την ακριβή αναπαράσταση. Κάτι που είχε σαν αποτέλεσμα το φολκλόρ της να κρατάει τις αποστάσεις από το κοινό. Αυτή η αγάπη της στο παραδοθέν τραγούδι, την οδήγησε πριν από δεκατρία χρόνια να τραγουδήσει χωρίς μικρόφωνα στο θέατρο Σφενδόνη στην Αθήνα, με μουσικούς που έπαιζαν κι αυτοί χωρίς μικρόφωνα. Η συναυλία έμοιαζε μυσταγωγία, όμως η πιστή τήρηση των παραδοθέντων δεν της επέτρεψε να τραγουδήσει ηπειρώτικα, όπως ζήτησαν κάποιοι απ' το κοινό, αφού στην ορχήστρα της δεν περιλαμβανόταν το απαραίτητο, όπως εξήγησε, κλαρίνο. Παρεμπιπτόντως, ένα πνευστό που μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα δεν είχε φτάσει ακόμα στον ελλαδικό χώρο και η πρώτη του θητεία ήταν στις στρατιωτικές μπάντες. Τότε, το δημοτικό τραγούδι ήταν ζωντανό και ενσωμάτωνε διαρκώς νέα στοιχεία, όχι μόνο όργανα. Η παρουσίασή του μέσω των αναπαραγωγών, ίσως και αυθεντικοποιητικών αναπροσαρμογών, των καταγραφών το ώθησε στην αξιοθαύμαστη αλλά μουσειακή του θέση. Οι λαϊκοί οργανοπαίκτες, με μια φαινομενικά ανήθικη τακτική, ενσωμάτωσαν τα νέα στοιχεία στον ήχο τους, έβαλαν ηλεκτρισμό, τα έκαναν μπάχαλο πολλές φορές, αλλά παρέμειναν ζωντανοί. Όπως ο Τσιτσάνης που απόρησε όταν το 1980 ο υπεύθυνος της Unesco του ζήτησε να ηχογραφήσει στο παλιό στυλ, με μπουζούκι και μπαγλαμά, το δίσκο Χάραμα στην κουζίνα του κέντρου. Έτσι έγινε, όμως η απορία του Τσίχλα γιατί να μη βάλουν και τζαζ, όπως έλεγε τη ντραμς, θα του έμεινε. Ο Samuel Baud - Bovy στο Δοκίμιο για το Ελληνικό Δημοτικό Τραγούδι (Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1984), γράφει: "Όταν μουσικοκριτικοί (Ανωγειανάκης 1947) και συνθέτες (Χατζιδάκις 1949) υπερασπίστηκαν τα ρεμπέτικα που τότε θέλησαν να τα απαγορεύσουν στις ταβέρνες για λόγους ηθικούς και αισθητικούς, είχε κιόλας αρχίσει να χάνεται το κοινωνικό τους υπόβαθρο. Τα χειροκροτούσε η σνομπαρία, τα εκμεταλλεύονταν οι εταιρείες δίσκων. Έγιναν πια έντεχνα τραγούδια και βγαίνουν από τα πλαίσια του δοκιμίου αυτού". 






    Η Χάνα Άρεντ σ' ένα απόσπασμα από το Between Past and Future (1968), όπως μεταφράστηκε από τον Γιώργο Μερτίκα στο 15ο τεύχος του περιοδικού Λεβιάθαν (1994), σημειώνει ότι "με την απώλεια της παράδοσης χάσαμε το νήμα που μας οδηγούσε με ασφάλεια μέσα στις αχανείς επικράτειες του παρελθόντος, αλλά αυτό το νήμα ήταν επίσης η αλυσίδα που δέσμευε κάθε διάδοχη γενιά με μια προκαθορισμένη άποψη του παρελθόντος". Προσθέτει, όμως, ότι "δεν μπορούμε επίσης να αρνηθούμε ότι δίχως μια σίγουρα ριζωμένη παράδοση ... ... κινδυνεύει ολόκληρη η διάσταση του παρελθόντος. Διατρέχουμε τον κίνδυνο να ξεχάσουμε, κι αυτή η λήθη - εντελώς ανεξάρτητα από το ίδιο το περιεχόμενο που μπορεί να χαθεί - θα σήμαινε ότι, από την ανθρώπινη άποψη, θα στερούσαμε από τον εαυτό μας μια διάσταση, τη διάσταση του βάθους της ανθρώπινης ύπαρξης". 
     Η Δόμνα Σαμίου μας άφησε χρόνους χτες, στα 84 της. Μαζί της, σα να χάθηκε αυτό που, έτσι κι αλλιώς, είχε χαθεί, αφού το παλιό υλικό δεν διαθέτει πια φορείς, με ελάχιστες ίσως εξαιρέσεις. Παρακαταθήκη, κληροδότησε. Κι ίσως δοθεί μια ώθηση στο τραγούδι που πατάει με τα δυο πόδια στο παρελθόν κι ακόμα δυσκολεύεται να πατήσει καλά στο τώρα. Στο κενό που άνοιξε η απουσία της Δόμνας Σαμίου γλιστρούν αναμνήσεις συγκινήσεων και σίγουρα σεβασμού. Πιο πολύ συγκινήσεων. Ίσως γιατί η ίδια προέρχεται από βασανισμένη προσφυ- γική οικογένεια και μεγάλωσε στον καταυλισμό της Καισαριανής. Κι έτσι, αυτό που μετέδιδε, πέρα από τις ιδεολογικές ενέσεις που το εμπότισαν, ήταν ο πόνος. Σ' ένα άλλο σημείο στις σημειώσεις της για την απώλεια της παράδοσης, η Άρεντ γράφει: "Ίσως τώρα και μόνο να έφτασε η στιγμή που το παρελθόν θα μας αποκαλυφθεί με απρόσμενη φρεσκάδα και θα μας πει πράγματα που κανείς μέχρι σήμερα δεν είχε αυτιά να ακούσει". Όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει, που λέει κι ο Νίτσε...




Το πονεμένο στήθος μου πονεί μα δεν το λέει.
Τ’ αχείλι μου κι αν μάτωσε τη νύχτ’ αντιπαλαίει.

Σκίσε φωνή μου του σεβντά την ταπεινή λιγούρα
κι άσ’ τη να πιει, να ζαλιστεί σε στρόβιλο, σα σβούρα.

Έχε γεια, Δόμνα. Γεια.


Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

της Φουκουσίμας






Η φύση τεκμαίρεται ως ιδανικό
Δεν αίρεται η κατάσχεση του χρόνου
Επουδενί
Ωπ
Το τραύμα έμεινε ανεπούλωτο
Δεν το είχα προσέξει τόσην ώρα που σε κοιτώ στα μάτια
Το τραύμα
Μικροθάνατος
Μωρό της γνώσης που απειλείται και απειλεί
Δεν υπάρχει ελπίδα
Ψέλλιζε μονότονα
Αυτιστικά
Ο γοερός στην όψη
Άγγελος μυρίων πόνων
Εγκατεστημένων πια στης γενέτειράς μου το αναφιλητό


Ας μην είναι μπουζούκι Εμπειρίκε
Ας είναι τζουράς ή κόπρανα
Αιδοίου εστίασις ή
Συνοχή μπαγλαμαδοβλυσμάτων
Τι απορείς και
Πώς τολμάς και αυθαδιάζεις
Λες και ο Ανατολικός τόσον ήτο ευμεγέθης
Ώστε ηδύνατο, τάχα μου, να εμφωλεύσει τοσαύτας
Καύλας ενδεδυμένας την αθανασίαν
Ούτως ώστε, φερ’ ειπείν, να αφρίζει
Ωσάν του ποταμού σπερμάτων
Εις την Μπογκοτάν της Κολομβίας
Εις το της Φουκουσίμας σουνάμιον
Το έντρομον επιπόλασμα
Η φύσις ήτις εθήλαζεν τον βρεφώδη άνθρωπον
Ήτις εξέθρεψεν πέος τρομακτικόν
Δια τας Ιαπωνίδας κορασίδας
Τας δια των σχιστών οφθαλμών κλαυθμυρίζουσας
Δια την αιώνιον της γεννήσεως αλήθεια



Πόνος γεννάται πάντοτε
Από του ενδομύχου τέλματος
Έως τα του σεισμογενούς χάσματος άνθη
Πόνος γεννάται πάντοτε
Και εις την Ιαπωνίαν και εις την Κολομβίαν και
Εις την άγνωστην γενέτειρά μου
Εμπειρίκε



Μάρτης 2011




Have no fear for atomic energy,
cause none of them can stop the time.



άσχετο μεν...:
Δὲν λέγω λόγια σπέρνω στὸ χαρτὶ
Δὲν ἀσχολοῦμαι μὲ τὴν μοίρα ἢ τὴν λίρα
Καὶ βλέπω πάντα στὰ μάτια τὴν ζωὴ
Σὰν νἆταν ὄμορφη παρθένα ἢ ζωντοχήρα.

Καμιὰ φορὰ στὸν δρόμο σταματῶ
Στραγάλια ν᾿ ἀγοράσω ἢ φουντούκια
Καὶ λέγω καμιὰ φορὰ ἕναν σκοπὸ
Ποὺ τραγουδιέται -δόξα τῷ Θεῷ-
Χωρὶς μπουζούκια.

Ανδρέα Εμπειρίκου
από το
Αι Γενεαί Πάσαι 
ή 
Η Σήμερον ως Αύριον και ως Χθες 
         εκδ. Άγρα 1985   





Εξίσου αδιάφορα με το ανωτέρω φουκουσιμέικο
είναι το άσμα της Γιαπωνίας τ' αγέρι 
καθώς και, απ' τη Σπαραγμάξατα εξής δύο 
(το δεύτερο παραποιητικό Καμπανέλη):


κι έτσι, Φουκουσίμα αγάπη μου…
θαρρείς πως τραγουδούν
φλιπ-φλοπ-φλάι-άι-ντοντ-κέαρ-ιφ-άι-ντάι
η μνήμη – η λήθη
η αντίστιξη της ραδιενεργούς αλήθειας 
των χιρο-φουκου-σίμων
ή, θαρρείς πως τραγουδούν
ντοντ-κράι-φορ-μι-φουκουσίμα μα

της γιαπωνίας τ’ αγέρι
και της γιαπωνίας το κύμα
έφτασαν σ’ αυτά τα μέρη
σαν ακτινοβόλο μνήμα 



Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια
κορίτσι με τα παγωμένα χέρια,
στη Φουκουσίμα τώρα βρέχει μεταλλάξεις. 

Στο Τόκιο ν’ αγαπηθούμε
στη λήθη που θα επιβάλουν
λίγη η ζωή κι αυτή ξεφτίλα. 







Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

τουίτερ:
πολύ τίποτα για το κακό




     Το τουίτερ είναι ένα κοινωνικό μέσο όπου μπορεί κάποιος να μεταδώσει μηνύματα μεγέθους το πολύ 140 χαρακτήρων, που θα τα δουν όσοι τον ακολουθούν, όπως κι ο ίδιος βλέπει τα μηνύματα αυτών που ακολουθεί. Η επιλογή των χρηστών που θ' ακολουθήσει κάποιος γίνεται συνήθως δια της μεταβατικής ιδιότητας: για παράδειγμα, ακολουθώ αυτόν που ακολουθεί κάποιος που ακολουθώ. Η ίδια η υπηρεσία βοηθά σ' αυτό, κατευθύνοντας τους χρήστες. 

     Η επιστήμη των δικτύων παρακολουθεί τα φαινόμενα των μέσων του διαδικτύου και τα αναλύει. Ο συνήθης διάχυτος προβληματισμός παίρνει φιλοσο- φική διάσταση και ακολουθεί τον συνήθη φόβο απέναντι σε κάτι καινούριο, σε σχέση, μάλιστα, με τις αλλοτριωτικές του ιδιότητες. Ένας τέτοιος φόβος προϋποθέτει την παραδοχή ότι αυτό που ονομάζεται ανθρώπινη φύση είναι κάτι σταθερό και προαιώνιο. Ένας ηπιότερος φόβος σχετίζεται με τη δυνατότητα του μέσου να καθορίζει την ουσία της επικοινωνίας.

     Ο παραπλανητικός, σε σχέση με το περιεχόμενο της ανάρτησης, τίτλος είναι μόνο ένα τουίτι. Ή συμπυκνώνει ακούσια την ουσία του τουίτερ. Το υποχρεω- τικά μικρό μέγεθος του μηνύματος στο τουίτερ θα μπορούσε να συσχετιστεί με την όλο και περισσότερο αυξανόμενη ταχύτητα των σύγχρονων δικτυώσεων: ο μικρός όγκος διαδίδεται αυτόματα. Θα μπορούσε να συσχετιστεί με το επιστη- μονίζον πρέπει των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών, που επιβάλει συμπυκνώ- σεις, κατηγοριοποιήσεις, ορισμούς, τιτλοδοτήσεις, πάντα εν συντομία. Αλλά θα μπορούσε να συσχετιστεί και με την άλλη αντίληψη, που ευδοκίμησε στα νιάτα του οικολογικού κινήματος και που ισχυρίζεται ότι το μικρό είναι όμορφο.


     
     
     Το τουίτερ χρησιμοποιείται για ενημέρωση (διάβασα - άκουσα - είδα αυτό / διάβασέ το - άκουσέ το - δες το κι εσύ), για διαλόγους και για μονολόγους. Στους τελευταίους, περιλαμβάνονται συχνά διάφορα λογοπαίγνια. Σπάνια, του- λάχιστον εκεί όπου βλέπω, τα τουίτια είναι ποιητικού τύπου. Για την υπόθεση MHNYMAL, το τουίτερ είναι το σύγχρονο μέσο για την παραγωγή και αναμε- τάδοση λιανοτράγουδων.

     Τα MHNYMAL τουίτια είναι ηλεκτρονικά λιανοτράγουδα των αρχών του 21ου αιώνα. Θα προσπαθήσουμε να τα διασώσουμε σε μια νέα σελίδα του μπλογκ. Η ενημέρωση θα γίνεται πάντα στην αρχή της σελίδας. Όπως και στα τουίτια που ακολουθούν και όπου το πρώτο είναι και το πιο πρόσφατο απ' όσα εμφανίζονται:



Abraham Inc. "Tweet Tweet"  (by davidkrakauermusic  )




Η νύχτα, παγερή, αδιαφορούσε. 
Η νύστα, οργίαζε σαν ετοιμόγεννη νύχτα, 
που, παγερή, αδιαφορούσε.



το γιατί το σπείρανε και δεν το θερίσανε
μοναχά το πήρανε και το μαγαρίσανε


Διαφέρουμε απ' τα πτώματα ως προς τα περιττώματα:
παράγουμε αφρόνως - να βασιλιάς, να θρόνος.


ο αυτιστικός της τόσο δούλας


πέφτουν τουίτια σαν το χαλάζι
με τόσο σκέρτσο, με τόσο νάζι
αυτό το μέσο με κατευνάζει


αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι Σώτες


Είμαστε όλοι Γενόσημοι.


Τότε, αφού του εξήγησαν ότι το λάπτοπ
δεν είναι από λαμαρίνα, κι ας μην το πολυπίστεψε,
ο Τουίτης υποσχέθηκε να μην το ξαναδαγκώσει.


Εσείς με το Νταλάρα, εμείς με Ψαραντώνη


θα ρθει καιρός πουλάκι μου, θα ρθει καιρός πουλί μου
και θα ρθεις να μου κελαηδάς στην ανθισμένη αυλή μου


θα ρθει καιρός η άνοιξη να με παρηγορήσει
που, άνθρωπος, αρνήθηκα τη μάνα μου τη φύση


του καλομήνα το παιδί το πρώτο να 'ν' σαββάτο


Γεια σου Εύδω που γιορτάζεις, αγριεύεις κι ανταριάζεις.
Γεια σου Εύδω μου νταρντάνα που 'ν' τα κάλλη σου μια ντάνα.


H κ. Κικίδη - Μουλά πήγε Τσιάπας
με ολίγα απ' τα ξεφτισμέ τής ντουλάπας.


Καταβαραρθρώθηκα.


Σιωπηλός Μάρτης


Αφού δεν το μπορεί να εμπνεύσει,
κάλλιο θα ήταν να εκπνεύσει.
Τι είναι;


μα κι αν την πόλη πήρανε, καταραμένε τύραννε,
απόρθητο έχω κάτι: που μ' έχουν για σακάτη


Η ζωή είναι τοσοδούλα για να είναι χλιβερή.
Για το λάιφ στάιλ θάρθουν πάλι, μάγκα μου, καιροί.


μα στο τουίτερ φύτρωσα χωρίς γκρεμό κανένα
γύρω δεκάδες τουιτιές για τον μονάχο, εμένα


Το μη μη-υποκείμενο
δεν λέει "μη", συγκείμενο
στ' αόρατα τσιγκέλια.
Και, να! κρατάει φραγγέλια...


ω τέμπορα, ω μόρες
μας κυβερνούν καμόρες
και, "τι καιροί! τι ήθη!"
ουρλιάζουνε τα πλήθη...


Όχι. Δεν είναι ανικανότης του σοκ το δόγμα να ενεργείς.
Είναι σπουδαία ικανότης στην ανθρωπότη ν' ασελγείς.


Για να τη βγάλω αυτή τη μάσκα
θάπρεπε νάναι η ζωή μου λάσκα.
Αλλιώς, θα πρέπει να τη φοράω
και, μασκοφόρος, να ξεγλιστράω.


από δευτέρα σε δευτέρα
ινκόγκνιτα η ζωή είναι τέρρα
κι ανόητη σκουληκαντέρα
(στον πάτο υψώνει την παντιέρα)


Πολύ Τίποτα για το Κακό.


Του έρωτα η μπόρεση και τση φιλιάς η χάρη
με μάθανε και χώρισα την ήρα απ' το στάρι.
Κι απ' την πολλή τη σιγουριά, δεν πρόσεξα ο βλάκας
πως πρήστηκε η κοιλάρα μου απ' το τυρί της φάκας.


Του κουρασμένου οι τουιτισμοί, που γράφονται το βράδυ
είναι για κλάδεμα βαθύ άλλο ένα παρακλάδι.


Ξέρω. Κάτω απ' τα τσιμέντα
έχει η Ουτοπία ρέντα.


δογματίνη: έκδοχο της κυβερνίνης


αν άλματα τ' αγάλματα μπορούσανε να κάνουν


τ' αγάλματα χεστήκανε για τα πουλιά
κι ας τους προσφέρουν τουιτηδόν την κουτσουλιά




Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012


γαμώτ...





Το γιατί το σπείρανε και δεν το θερίσανε. Μ' αυτή την παροιμία θ' αρχίσω κάποτε μια, όσο μπορώ, σφαιρική περιήγηση στο γιατί, αυτή την αναιδή ερώτηση που μόνο η μνήμη μπορεί ν' απαντά. Τη ιδέα μού την έβαλε μια αναφορά του Πρίμο Λέβι στο Αν αυτό είναι ο άνθρωπος, που παραθέτει ο Ολιβιέ Ραζάκ στην Πολιτική Ιστορία του Συρματοπλέγματος (εκδ. Βάνιας 2008 - μτφ. Διον. Παπαδουκάκης) :


Ο Πρίμο Λέβι διηγείται ότι τη μέρα της άφιξής του στο Άουσβιτς, καθώς προσπαθούσε να σβήσει την ακόρεστη δίψα του γλείφοντας ένα κομμάτι πάγου που είχε ξεκολλήσει από την άκρη ενός παραθύρου, ένα κάπο όρμησε και του το άρπαξε. Όταν του ζήτησε το λόγο, "Warum?" ("Γιατί;"), ο κάπο απάντησε, συνοψίζοντας μ' αυτό τον τρόπο τον άλλο κόσμο που αντιπροσωπεύει το στρατόπεδο, "Hier ist kein warum" ("Εδώ δεν υπάρχει γιατί"). Ομοίως, στο Μπούχενβαλντ, μια ομάδα νεοφερμένων ρωτούν ανήσυχοι τον κάπο τους για την κατάσταση ενός συντρόφου τους, ο οποίος υποδείχθηκε για μια μεταφορά που θα ήταν σίγουρα μοιραία για αυτόν. Ο κάπο, γελώντας, απαντά χωρίς κακία: "Εδώ δεν υπάρχουν άρρωστοι· υπάρχουν μόνο ζωντανοί και νεκροί".

Η παιδαγωγική του "όλα είναι δυνατά" ξεκινά πάντοτε από το "Εδώ...", δηλαδή από το εσωτερικό των συρματοπλεγμάτων. Οι κρατούμενοι πρέπει να εξηγήσουν στον νεοφερμένο ότι οι εκδη- λώσεις της αυθαιρεσίας των SS θα τον κάνουν γρήγορα να χάσει το σώμα και την όψη του ελεύθερου ανθρώπινου όντος που διατηρεί ακόμη. Πρέπει να του εξηγήσουν ότι από τη στιγμή που είναι πίσω από τα συρματοπλέγματα δεν είναι πια ένα ανθρώπινο ον αλλά κάτι λιγότερο από ζώο, ένα απλό σώμα, ένα κεφάλι (Kopf), ένα κομμάτι (Stück), προορισμένο στην καλύτερη περίπτωση να πεθάνει αργά.
     
Το σπαρμένο μα αθέριστο στο Άουσβιτς γιατί, εκεί, πίσω απ' τα συρματοπλέγματα,  δεν υπήρχε. Έμενε αναπάντητο για όσο καιρό απορούσε μέσα στο κεφάλι του κρατούμενου. Για όσο καιρό. Πάντα αναπάντητο. Όταν είσαι ένα σώμα - πράγμα, ένα κομμάτι, σχεδόν ένα κομμάτι σαπούνι, δεν γίνεται να ρωτάς γιατί. Όταν δεν γίνεται να ρωτάς γιατί, δεν γίνεται να έχεις μνήμη. Γιατί το γιατί χρειάζεται τη μνήμη για να περιληφθεί σε μια συγκροτημένη ερώτηση. Πολύ περισσότερο, δε, για να πάρει μιαν επεξεργασμένη απάντηση. Αλλιώς, δεν είναι παρά ένα ψευτο-γιατί, ένα γιατί έτσι.


    
     


Τα αναπάντητα γιατί κρατάνε κι έναν αιώνα... Όχι απαραίτητα επειδή ενταφιάστηκαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Όπως εκείνο το γιατί κλαις, για το παραπονιάρικο, που έμεινε κοντά αιώνα αναπάντητο στην καρτ-ποστάλ στο Μέγα Λαϊκό και που επανενεργοποίησε την αδρανή ιστορία για τα γιατί.
     




Γιώργος Παπάζογλου, γιος του Βαγγέλη και της Αγγέλας





και το σήμερα, γαμώτο,
στο ίδιο γαμημένο μότο:



Παραπονιάρικό μου, γιατί δε μου μιλάς
κι όλο να φεύγεις θέλεις, στη λύπη να κυλάς;

Πες μου γιατί, ρωτάω, δεν αποκρίνεσαι. 
Αίνιγμα είσαι που κλαίγει, ποτέ δε λύνεσαι.

Μπαίνεις στην αγκαλιά μου, μα έχεις τη σκέψη αλλού.
Όταν γελάς, χαζεύω το πίρσιν του αφαλού.

Παλεύω όλα τα χρόνια για να σ’ ευχαριστώ.
Μα εσύ με κατακρίνεις, δήθεν πως απιστώ,
δια να με παιδεύεις σαν τον Ιησού Χριστό.