Τετάρτη 29 Μαΐου 2013


άσε τα τραύματα


Ήμουν εδώ δίπλα μα δεν προλάβαινα. Δουλειά γραφείο και περιβόλι, η γυναίκα στο γύψο, δύσκολες συνθήκες για ιστολογισμούς. Ανάκατα σχέδια, τριάντα αναρτήσεις στο πρόχειρο, δεκάδες χαρτάκια ανάμεσα σε βιβλία, σημειώσεις με μολύβι, ξανασκέφτομαι πάντα γιατί όλ' αυτά, αυτό είναι ο αυτισμός του μπλογκ, η άναυδη απορία για τη γενικευμένη αυτοαναφορικότητα, η στεναχώρια για τις απόλυτες βεβαιότητες, για τις χλεύες που εκτοξεύονται, ίσως γιατί δεν είμαι βέβαιος σχεδόν για τίποτα, μπα, για τίποτα. 






Όλ' αυτά λοιπόν, που δεν ενδιαφέρουν κανέναν, γυρεύουν ν' αποκτήσουν ένα λόγο να νοηματο-δοτήσουν τη μπλόγκωση, ν' αναχαιτίσουν τον ιό της ματαιότητας που απειλεί διαρκώς να χιμήξει στην ηρεμία μου, να την εκδικηθεί. Έδωσα μια παράταση περισυλλογής σ' αυτές τις μέρες και άδραξα τον εκνευρισμό. Απότυχα να συγκεντρωθώ, καθώς πάσχιζα - που έγραψε ο Σινόπουλος - να συναρμολογηθώ, απότυχα κι είπα θα βάλω αυτό το ποίημα στο μπλογκ, ήταν έτοιμη σχεδόν η πρόχειρη ανάρτηση, θα έπαιρνα λίγο κάτι ουρές και, πλοπ, εξαφανίστηκε, χάθηκε, ένα ντιλίτ από το πουθενά και το άυλο ποίημα έγινε αόρατο ενώ ο Manzarek ήταν ήδη νεκρός when the music was over. Μούλιασα το μυαλό, αυτές ήταν οι πρώτες λέξεις αυτού που χάθηκε, οι μόνες που συγκράτησε η αδύναμη μνήμη μου. Τι γίνονται όταν ξεγράφονται με το ντιλίτ τα ποιήματα; 






O Manzarek έπαιξε κάποτε με τον Philip Glass τα Carmina Burana στη μουσική του Carl Orff. Δεν μπορώ να θυμηθώ ποιος ήταν ο πρώτος που τα σύστησε στο ευρύ ελληνικό κοινό· αυτός ή οι φαντασμαγορικές συγκεντρώσεις του πομπώδη Ανδρέα Παπανδρέου; Το πασίγνωστο O Fortuna, είναι ένας ύμνος στην Τύχη που όλα τα ορίζει στη ζωή του καθένα, που λιώνει σαν νάταν πάγος τη φτώχια αλλά και τη δύναμη, ένας ύμνος στην προαιώνια αφέντρα. Μοιάζει μυστήριο το πώς αυτός ο κόσμος βαδίζει σε χαραγμένους δρόμους, ενώ καθένα από τα μόριά του υποτάσσεται σε μιαν αρχή αβεβαιότητας: μοίρια, χταπόδια που αργά ή γρήγορα θα χτυπηθούνε δίχως λύπηση. Αλλά κι οι δρόμοι που βαδίζει ο κόσμος ξεγελούν, πως ήταν τάχα χαραγμένοι, απ' τις πατημασιές . Συνήθως όσοι προβλέπουν την επόμενη στροφή, ή την επόμενη ευθεία, κάνουν λάθος. 

Είδα τις προάλλες, ποδηλατώντας, μια φυλλάδα στο περίπτερο με τίτλο Αφγανός Killer. Δεν ξέρω πώς, είχα στο νου και τα (σ)κατά διαόλου, θυμήθηκα ετούτο του Φλωμπέρ, από τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου, κατά Βάρναλη:



Επιθυμώ να πετάξω, 
να κολυμπήσω, 
ν' αλυχτήσω, 
να μουκανήσω,
να ουρλιάξω. 
Θα 'θελα να 'χω φτερά, 
καύκαλο, 
φλούδα, 
να βγάζω καπνό, 
ν' αποχτήσω προβοσκίδα, 
να κουλουριάσω το κορμί μου σα φίδι, 
να μοιραστώ παντού, 
να 'μαι σ' όλα μέσα, 
να ξεχυθώ με τις μυρωδιές, 
να ξετυλιχτώ σαν τα φυτά, 
να τρέξω σαν το νερό, 
να δονιστώ σαν τον ήχο, 
να λάμψω σαν το φως, 
να πάρω όλες τις μορφές, 
να μπω σε κάθε άτομο, 
να κατέβω ως τον βυθό της ύλης
— να γίνω η ύλη !




efedra-the-falling-man





Άσε τα τραύματα, τη γάζα πέταξε·
αστράψαν τα δρεπάνια, ο Είρωνας προέλασε.






Διότι περί Είρωνος πρόκειται.




Dmtrs Teg






Ξεφύλλιζα ένα βιβλίο του Λυοτάρ.
Το απόσπασμα του Φλωμπέρ το παρέθετε
στα προλεγόμενα ο Θ. Γεωργίου.



Τετάρτη 15 Μαΐου 2013


περπάτησε ανάλογα



Οι έρωτες,
παράνομα πηχτόβρυτο,
δυϊκού αριθμού,
γένους ούτε μελό, ούτε δραματικού,
γένους άγονης διερώτησης.
Ενικός αριθμός
ο αναπόκριτος πόθος.

Ο φόβος, η μνήμη, η νύχτα,
η επιστράτευση, άκλιτου στην αρχή 
χακί, και άπλυτου μετά,
ηχήματα ερπετά ιδρωκυμβάλου.
Κλίνατ' επ' αρί, τάχα να χαρεί. 




Μαθήτριες περιμένουν με αγωνία τις εξελίξεις
maudit.tumblr




Μουδιάσανε του μαθητή τα ούλα.
Μία μαθήτρια στον ύπνο της πετιέται. 
Το άγχος σφύζει για έργα,
πνίγει τα χέρια στο μελάνι.
Το μέλλον σκέτη στα μούτρα λάσπη.

Κανείς δεν θα γελάσει.
Κυράδες θα σταυροκοπιούνται,
θα ικετεύουν: Μην αποσπάσαι 
από το στόχο σου, παιδί μου. 
Όλα φτιαχτά εζγιούζουαλ, δε βλέπεις;
Θα γδάρουν πάλι τις ελπίδες σαν τα ρίφια,
με στήθη τηλεοπτικώς προτεταμένα.
Ζήσε το αύριο. Κοίταζε τη δουλειά σου· 
όλοι το ίδιο κάνουν. 




Άκουσα πριν από χρόνια, δεν μπήκα στον κόπο να το ψάξω στο διαδίκτυο, ότι η κ. Κική Δημουλά είχε εκφράσει τη δυσφορία της για το ενδεχόμενο να πέσει σε θέμα πανελληνίων εξετάσεων, στο μάθημα της λογοτεχνίας, το ποίημά της ο Πληθυντικός Αριθμός. Το ποίημα αυτό, που περιέχεται στο εγχειρίδιο που μοιράζει στην αρχή της χρονιάς το υπουργείο, έχει αναθρέψει την κοριτσίστικη δημουλίαση, αλλά μπορεί και δικαιούται, όπως καθένα σαν κι αυτό, να αναλυθεί, να διαμελιστεί, να απομνημονευθεί, να βαθμολογηθεί στις φετινές πανελλαδικές που θα επιβεβαιώσουν θριαμβευτικά ότι παραμένουν η ιερή στιγμή της ελληνικής οικογένειας και της ελληνικής εκπαιδευτικής κοινότητας.



Περπάτησε ανάλογα, λοιπόν, που έγραφε ο Άκης Πάνου. Γονατιστά. 

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

και Δημουλά


Όταν οι λέξεις δεν πλαγιάζουν στο χαρτί,
παραδομένες στην εκδοτική τους άλμη,
όταν ακούσια ξακουστούν
στην όξινη κλαγγή των δικτυόντων,
οι λέξεις γίνονται πικίνδυνος μπουχός,
καίνε λαρύγγια, καψαλίζουν γκρίζες τούφες,
χύνουνε σαύρες στο κενό που αραιώνει
κάθε μια νάσα, κάθε βήχα, κάθε συ.

Ποιήτριες χάρτινες υπήρξανε πολλές.
Τι ποίηση ζήσαν, ποια νεφέλη, τι μανία;
Ζήσαν στ' αλήθεια; Ή ήταν μόνο υπερβολές
της γλωσσοπλαστικής σ' απόμερα κρανία;

Ό,τι και να 'ταν, η ζωή γλυκά κυλά
με γνήσιο μπρικ, ουίσκι μαλτ και Δημουλά.


Τετάρτη 8 Μαΐου 2013


κουβέντες καταγέλαστες


Πού στο διάβολο να κρυφτώ απ' τον εαυτό μου, δεν ξέρω. Ένα δόντι μου κουνιέται και περιμένω νωχελικά τη στιγμή του λάθους, όταν θα το διατάξω αδιάφορα να σπάσει ένα σκληρό παξιμάδι ή ένα σκοτεινό φυστίκι. Έτσι, πάντα ξεχασμένος, διαβαίνω τον καιρό που δεν ξεχνά ν' απλώνει στα τυφλά μου πόδια το δεξί δικό του· και πιστωμιέμαι, πέφτω και σηκώνομαι και τα παιδιά της γειτονιάς σου δεν με βλέπουνε, εκ γενετής αιχμάλωτοι των οθονών, λάφυρα που προσφέρθηκαν προτού καλά καλά παραδοθούμε, οι γονείς του εικοστού πρώτου. 

Όσοι μεγάλωσαν όπως εγώ στη μεταπολίτευση, τότε που ρίζωσαν στα πλαδαρά μυαλά οι ιδέες της προόδου και της ανάπτυξης για τον κόσμον όλο και της ανέλιξης για τον καθένα ατομικά, εζήλωσαν τις πιο σαθρές αμφισβητήσεις. Τα 'βαλαν με θεούς και δαίμονες, τράβηξαν χι στον κόσμο τον παλιό που τους κανάκεψε, φύτεψαν ψι με σπόρους για γκαζόν και ράμπες για γκαράζ στα ερείπια των διώροφων που είχαν βεραντούλες με γεράνια και ταράτσες, κράτησαν τηλεχειριστήρια, ενεργοποίησαν συναγερμούς, πέρασαν από το σουφλέ στη ρόκα με παρμεζάνα, ανατσου-τσουρώθηκαν ελεεινά. Σήμερα ξεχνιούνται στο φέισμπουκ, επικοινωνούν ασύστολα, δίχως συστολή, δημοσιεύουν τις φωτογραφίες τους, ζούνε το τώρα






Τη μεγάλη βδομάδα δεν πήγα στην εκκλησία. Πήγα στην Ανάσταση. Δεν ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει με όσους εκκλησιάζονται και είναι κάτω από τα 60, ξέρω ότι η καθημερινότητα αγνοεί με απόλυτα συνεπή παραλογισμό τους κύκλους της ζωής, τις εποχές που αλλάζουν, τις καιρικές συνθήκες, τη θλιμμένη αλαλία της φύσης.  Τι τις θες τις εποχές; Έχεις ντομάτα τα χριστούγεννα, φοράς και ραντάκι, άρχισαν κι οι παγωνιές του καλοκαιριού μες στα σουπερμάρκετ. Ο οβελίας είναι ένα ακόμα σύμβολο χωρίς νόημα μιας άλλης ζωής, όχι αυτής. Σήμερα προσφέρει άφθονα λιπαρά ρεψίματα με τις πρώτες παγωμένες μπύρες, και συνοδεύεται με χαπάκια διευκόλυνσης της πέψης. Στην αγχωμένη επιστροφή μας στη σπάνη των αγαθών του ανθρώπινου μόχθου, οι κακές συνήθειες θα επιμείνουν όσο αντέχουν. 






Δεν ξέρω τι κάθομαι και κάνω εδώ πέρα, σ' αυτό το χαώδες τέτρις, τα τουβλάκια διαρκώς μετανιώνουν για τον ίλιγγο της ταχύτητάς τους κι έτσι μπορώ, προς το παρόν, να τα προλαβαίνω. Δεν ξέρω αν κρύβομαι απ' τον εαυτό μου, αν μιλώ γι' αυτόν, αν μιλώ για εμάς. Προυστ (Ζάννας):

Κι έτσι, κάθε φορά που μιλήσαμε για τον εαυτό μας, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πως τα άκακα και προσεχτικά μας λόγια, αφού ακούστηκαν με φανερή ευγένεια και υποκριτική επιδοκιμασία, έδωσαν αφορμή για τα πιο οργισμένα ή τα πιο εύθυμα σχόλια, αλλά πάντως τα λιγότερο ευνοϊκά. Το λιγότερο που διακινδυνεύαμε είναι να ενοχλήσουμε με τη δυσαναλογία που υπάρχει ανάμεσα στην ιδέα μας για τον εαυτό μας και τα λόγια μας, δυσαναλογία που κατασταίνει γενικά τις κουβέντες των ανθρώπων για τον εαυτό τους τόσο καταγέλαστες, όσο τα τραγουδίσματα των τάχα φιλόμουσων που νιώθουν την ανάγκη να σιγοτραγουδήσουν μιαν αγαπημένη τους μελωδία, συμπληρώνοντας την ανεπάρκεια του άναρθρου μουρμουρητού με μια ζωηρή μιμική κι ένα ύφος θαυμασμού που δεν δικαιολογείται διόλου απ' ό,τι μας προσφέρουν ν' ακούσουμε. 




BobDylanTV



Κάποτε δεν μιλώ, δεν γράφω, δεν μιλάμε ή μιλάμε και σκεφτόμαστε άλλα, μέσα σε σιωπές όπως εκείνες του Τσέχωφ, του Βογιατζή και του καθένα που ζει για να πεθάνει ή πέθανε γιατί έζησε, για να επιβεβαιώνει σε όσους δεν πέθαναν ακόμα την απλότητα του παλμού του κόσμου.






Τρίτη 30 Απριλίου 2013


(σ)κατά διαόλου



... υπηρέτει δε προθύμως και τας ευλαβείς κυρίας, τας προσερχομένας εις τον ναόν ίνα εκκλησιασθώσι με τα καπέλα των, με τα πτερά των, με τες μυρωδιές των, με τα ριπίδιά των, διασχίζων συχνά τους στοίχους των, προσφέρων εις αυτάς καθίσματα, ακούων τα ευχαριστώ των, και ποτέ έως τώρα δεν ημάρτησεν, ειμή δια της ακουσίας επαφής της γινομένης εν ημέραις μάλιστα συρροής κόσμου, όπως την Μεγάλην Εβδομάδα, και εις άλλας εορτάς. Εκείναι δε εφαίνοντο τόσον αθώαι, τόσον αγναί, και τόσον αδιάφοροι! Προφανέστατα, ουδ' υπώπτευαν καν το ότι υπό το ράσον του μοναχού ήτο δυνατόν να κρύπτηται σαρκική τις ορμή. Και αι πλείσται δεν δυσηρεστούντο δια την ακουσίαν επαφήν, και όλαι σχεδόν δεν απέφευγον τον προς τους άνδρας συγχρωτισμόν. 


Ο καλόγηρος την εσπέραν εκείνην ήκουε τι του έλεγαν αι δύο αδελφαί μάλλον με τους οφθαλμούς παρά με τα ώτα. Εκοίταζε τα χείλη δι’ων εξήρχοντο αι λαλιαί, τα εκοίταζεν ως να ήθελε να ροφήσει τας λέξεις και να γλείψει και τα χείλη, εξ ων απέρρεον. Του εφαίνετο ότι αι λέξεις εκείναι είχαν σημασίαν άλλην, άρρητον, όχι την εκφραζομένην, την κοινήν. Απήντα δε εική, διά κοινών τόπων και μονοσυλλάβων. Αι δύο αδελφαί εφαίνοντο σχεδόν ωραίαι υπό το φως της λυχνίας. Της μιας μάλιστα, της νοστιμούλας, έλαμπε το ύπωχρον χρώμα, το ηλιώδες και μελιχρόν. Και αι δύο είχον γίνει ζωηρότεραι διά της συναναστροφής και διά του ολίγου οίνου. Έπειτα αι διάφοροι κινήσεις των μυώνων του προσώπου, τα μειδιάματα, αι γέλωτες, αι στάσεις, και αι χειρονομίαι, επί πάσι δε το ατημελές της οικιακής περιβολής, όλα συνέτεινον εις το να φαίνωνται άλλαι, αγνώριστοι. Η μεν Ελπινίκη είχε τας ωλένας γυμνάς μέχρι του αγκώνος κι εφόρει λεπτόν, λευκότατον σάκκον, της δε Κατίνας, της νοστιμούλας, έτυχε να λείπει το επάνω κομβίον του λευκού περιστηθίου της, το δε υποκάμισόν της ήτο άνευ περιλαιμίου, και εντεύθεν εφαίνετο γυμνός ο τράχηλός της και μέρος του στήθους της.



 



Και ένθεν και ένθεν αυτής αι δύο κορασίδες εγίνοντο αμυδραί, αόριστοι, ητμίζοντο, ελάμβανον ύπαρξιν ονειρώδη, μετεμορφούντο όλως. Και μετ’ ολίγον επεφαίνοντο φύουσαι μικρά πτερύγια εις τους ώμους, αι χείρες των εγίνοντο άφαντοι, οι λαιμοί των ελεπτύνοντο, εμηκύνοντο, τα πρόσωπά των ωξύνοντο, εγίνοντο ρύγχη, μετεμορφούντο εις δράκοντας απειλητικούς. Και εις το μέσον των η γραία μετέβαλλε πάλιν μορφήν, ήνοιγε το στόμα της ως φρέαρ, τα μέλη του σώματός της εξηλείφοντο, εγίνετο όλη στόμα, στόμα χάσκον και έτοιμον να καταπίει. Αυτή ήτο η πύλη της Κολάσεως, κι εκείναι οι δύο δράκοντες οι αγρυπνούντες μη τις των αμαρτωλών εξέλθει της Γεέννης.







Tου Παπαδιαμάντη, βρε, το Καλογεράκι
ίδρωνε όταν σίμωνε το καλοκαιράκι.
Ήθελε τα χείλη από κοπέλες δυο να γλείψει·
τυραννία ο έρωτας και πηγάδι η θλίψη.


Όμως δεν την άντεξε, βρε, ο Σαμουήλης·
φρίσσει στην επέλαση της βρωμιάρας ύλης.
Ύλη από την Κόλαση, σκούληκας στο χώμα,
Πύλη της Κολάσεως χάσκει σ' ένα στόμα.


Όπου φύγει έφυγε, βρε, ο πατερούλης
στ' Άγιον Όρος τράβηξε, γέλια ο Ζερζεβούλης.
Έτσι ο Διάολος νίκησε του κορμιού το πάθος:
το φυλάκισε ξανά εις το όρος Άθως.


ή 


Αν δεν φας σκατά διαόλου,
τότε πας κατά διαόλου.

Τρίτη 23 Απριλίου 2013


φρίντομ φράουλες φρικασέ



Είχε ένα σχίσιμο στο μάγουλο κι εκεί η λεπίδα τού είχε σπάσει ένα δόντι, καταλαβαίνεις τώρα τι βία, έναν τραπεζίτη, νομίζω, όχι απ' τα μπροστινά, πρέπει να 'ταν φοβερή, η βία πρέπει να ' ταν φοβερή, το μέταλλο να σου σπάει το δόντι, και σκέφτηκα "Χριστέ μου, τι πόνος".

Υπήρχε και μια περίεργη μυρωδιά, και αναρωτιόμουν τι να 'ναι, τι να 'ναι αυτή η μυρωδιά, και ήταν κόπρανα, στο Θεό σου, τα 'χε κάνει, ναι, απ' το φόβο του, αν και δεν είμαι σίγουρος, η αποθήκη πάντως μύριζε κάτι σαν μούχλα, αλλά υπήρχε και κάτι ακόμα που δεν μπορούσα - 


.................

Του φώναζα. Στεκόμουνα μπροστά του με την κουκούλα και του φώναζα μες στη μούρη, "πες μου πού μένεις, ρε κωλοπακιστανέ. Δε σε παίρνει να κάνεις τον ξύπινιο, τώρα, ούτε και τον δυνατό, χωρίς τους γαμιόληδες τους φίλους σου, πες μου πού μένεις, ρε βρομιάρη".




Δεν είναι ο Λίαμ με τη ματωμένη μπλούζα, ο μη κανονικός, 
αλλά ο κανονικότατος Ντάννυ που τα αφηγείται στην Έλεν. 
Ο ξένος - άλλος είναι δόλωμα για καθωσπρέπει 
στα Ορφανά του Ντένις Κέλλυ. 








Και φράουλες να μη φάω, θα φάω μπανάνες,
θα φορέσω αθλητικά παπούτσια,
θ' ανάψω τη λάμπα, θα πατήσω το μπουτόν,
θα ξαπλώσω, θα πατήσω το έντερ,  
θα φάω κοτόπουλο, θα πατήσω το χαλί, 
θα πιω κάτι, θα πατήσω επανάκληση, 
δε μπορεί, θα πατήσω παύση, 
θα πλυθώ, θα πατήσω το καζανάκι, 
θα εξοργιστώ μ' έναν ρατσιστή, 
θα υποτάσσομαι καθώς βραδιάζει,
θα συνεχίσω, θα πατήσω γκάζι,
θα πατήσω την ασφάλεια
στο λάθος δρόμο - 
στο οιονεί γκέτο, 
θα πατήσω τα χαρτόκουτα, 
τα πλαστικά κάρβουνα,
το πάσγουορντ του ιμπάνκιν,
τον ιδρώτα του μόχθου,
το φραουλί αίμα
στα παντοτινά λιβάδια, 
τίποτα δεν θάναι αληθινό,
οι σφαίρες θα εξασφαλίζουν σιωπές,
οι ειδήσεις θα ταυτοποιούν συνειδήσεις,
τα ιστολόγια θα εκφέρουν θυμό,
προβλέψιμο θυθυθυμό,
οι παπάδες θ' αγαπούν αλλήλους, 
θα είναι αργά, και φράουλες να μη φάω.