Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

Ἡ φιλοδοξία εἶναι ἡ νόσος τῶν χορτάτων









Διατί δέ, καί τινες τῶν νεαρῶν πολιτευομένων ἐν Ἑλλάδι, δι᾽ οὓς φαίνεται ὅτι πληροῦται, δευτέραν φοράν, εἰς βάρος μας, ἡ κατάρα τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς κατηράσθη διὰ τοῦ προφήτου Ἡσαΐου τὸν Ἰσραήλ, λέγων: Καὶ οἱ νεανίσκοι ἄρξουσιν ὑμῶν· ― διατί, λέγω, τόσον κακοζήλως, ἂν ὄχι καὶ κακοπίστως, κραυγάζουσι κατὰ τῆς πλουτοκρατίας; Τί τοὺς κακοφαίνεται; qui veut la fin, veut les moyens. Ἡ ἠθικὴ δὲν εἶναι ἐπάγγελμα, καὶ ὅστις ὡς ἐπάγγελμα θέλει νὰ τὴν μετέλθῃ, πλανᾶται οἰκτρῶς καὶ γίνεται γελοῖος. Ὅστις πράγματι φιλοσοφῇ, καὶ ἀληθῶς πονῇ τὸν τόπον του, καὶ ἔχει τὴν ἠθικὴν ὄχι εἰς τὴν ἄκραν τῆς γλώσσης ἢ εἰς τὴν ἀκωκὴν τῆς γραφίδος, ἀλλ᾽ εἰς τὰ ἐνδόμυχα αὐτὰ τῆς ψυχῆς, βλέπει πολὺ καλὰ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ πολιτευθῇ. Κυάμων ἀπέχεσθαι.

Ὁ Χριστὸς εἶπεν:

Οὐ δύνασθε Θεῷ λατρεύειν καὶ Μαμωνᾷ. Διατί δὲν ἔλαβεν ὡς ὅρον ἀντιθέσεως ἄλλο τι βαρβαρικὸν εἴδωλον; Διατί δὲν εἶπε Θεῷ καὶ Μολὼχ ἢ Θεῷ καὶ Ἀσταρὼθ ἢ Θεῶ καὶ Βάαλ; Διότι ὁ Μαμωνᾶς εἶναι ὁ ἰσχυρός, ὁ κραταιότερος, ὅστις ὑποτάσσει πᾶν ἄλλο εἴδωλον, καὶ τὸν Μολὼχ καὶ τὸν Ἀσταρὼθ καὶ τὸν Βάαλ. Ἡ πλουτοκρατία ἦτο, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ὁ μόνιμος ἄρχων τοῦ κόσμου, ὁ διαρκὴς ἀντίχριστος. Αὕτη γεννᾷ τὴν ἀδικίαν, αὕτη τρέφει τὴν κακουργίαν, αὕτη φθείρει σώματα καὶ ψυχάς. Αὕτη παράγει τὴν κοινωνικὴν σηπεδόνα. Αὕτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγεῖς.

― Καὶ ὕστερον λέγεις ὅτι ἡ δωροδοκία εἰς τὰς ἐκλογὰς εἶναι μικρὸν κακόν; παρετήρησεν ὁ ξένος.

― Ναί, διότι κινδυνεύω νὰ πάθω τὸ αὐτὸ πάθημα ἐφ᾽ ᾧ κατέκρινα τοὺς εὐθηνοὺς ἠθικολόγους τῶν ἡμερῶν μας, ἀπήντησεν ὁ Λέανδρος Παπαδημούλης. Νὰ πέσω δηλαδὴ εἰς τὸ ἐσπαρμένον σκοπέλους πέλαγος τῶν γενικοτήτων. Ἀλλ᾽ ἰδοὺ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ προκείμενον. Ὁ λόγος δι᾽ ὃν θεωρῶ τὴν δωροδοκίαν ὡς τὸ μικρότερον κακὸν εἶναι ὅτι, ὡς εἶδος ἐκλογικῆς διαφθορᾶς, τὴν ὑπάγω εἰς τὸ γένος τῆς συναλλαγῆς. Συναλλαγὴ εἶναι ἡ ἐν πρυτανείῳ σίτησις, αἱ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου παροχαί, τὰ ρουσφέτια. Συναλλαγὴ εἶναι καὶ ἡ εἰς παρανόμους δίκας προστασία. Συναλλαγὴ εἶναι καὶ ἡ πρὸς παραγραφὴν ὀφειλομένων φόρων συνδρομὴ καὶ ἡ παράνομος ἐξαίρεσις κληρωτῶν. Συναλλαγὴ εἶναι καὶ ἡ δωροδοκία. Τώρα, ποῖος προστάτης, ποῖος πολιτευόμενος, ποῖος βουλευτὴς, εἶναι ἱπποτικώτερος; Ἐκεῖνος ὅστις ἐκ τοῦ ἰδίου ταμείου ἀγοράζει τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων, ἢ ἐκεῖνος ὅστις τὰς ἀγοράζει ἐκ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ; Ἐκεῖνος ὅστις πληρώνει ἐκ τοῦ θυλακίου του ἢ ἐκεῖνος ὅστις πληρώνει ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ ἔθνους, χρημάτων ξένων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν Ἑλλάδα μάλιστα ἐσυνηθίσαμεν ὅλοι νὰ θεωροῦμεν ἔρμα καὶ σκοτεινά; Ποῖος εἶναι πλέον γαλαντόμος;

― Βεβαίως, ἐκεῖνος ποὺ πληρώνει ἀπὸ τὴν τσέπη του, ἀπήντησεν ἀδιστάκτως ὁ ξένος.

― Βλέπεις; Ἰδοὺ διατὶ μισῶ τὰς γενικότητας κ᾽ ἐπιθυμῶ νὰ εἰδικεύω. Ὁμιλῶ σχετικῶς καὶ ὄχι ἀπολύτως. Δὲν λέγω ὅτι ἡ δωροδοκία εἶναι καλόν τι, λέγω ὅτι εἶναι τὸ ὀλιγώτερον κακόν. Καὶ σημείωσαι ὅτι οὐδεὶς ποτὲ ἐκλέγεται βουλευτὴς διὰ τῆς δωροδοκίας. Ὅλοι ἐκλέγονται τῇ βοηθείᾳ τῆς δωροδοκίας. Ἀπάνθρωπος τοκογλύφος, ὅσας καὶ ἂν ἀγοράσῃ ψήφους, ποτὲ δὲν θὰ ἐκλεχθῇ. Πρὶν κατέλθῃ εἰς τὸν ἀγῶνα, θὰ ὑποδυθῇ τὴν φιλανθρωπίαν, ὡς προσωπεῖον, θὰ φορέσῃ τὴν δημοτικότητα, ὡς κόθορνον. Θὰ φροντίσῃ ν᾽ ἀποδώσῃ μέρος τῶν ὅσα ἥρπασεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς. Καὶ μεταξὺ δύο ἀντιπάλων, μετερχομένων τὴν αὐτὴν διαφθοράν, θὰ ἐπιτύχῃ ἐκεῖνος ὅστις εὐπρεπέστερον φορεῖ τὸ προσωπεῖον κ᾽ ἐπιδεξιώτερον τὸν κόθορνον.

Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα, ἐξηκολούθησεν ὁ Λέανδρος Παπαδημούλης, πόθεν καὶ πῶς, ἀφοῦ ἡ πλουτοκρατία εἶναι δεδομένον τι καὶ ἀναπόδραστον κακόν, ἂς ἐξετάσωμεν πῶς ἐγεννήθη, πῶς γεννᾶται φυσικῶς, ἡ δωροδοκία.

Ὑπόθεσε, φίλε, ὅτι σ᾽ ἐκυρίευσε καὶ σὲ ἔξαφνα ἡ φιλοδοξία τοῦ Γιαννάκου τοῦ Χαρτουλαρίου, ὅτι ἐπεθύμησες νὰ γίνῃς βουλευτής, διὰ νὰ ὑπηρετήσῃς τὸ ἔθνος. Διὰ νὰ ἐπιθυμήσῃς τοῦτο, σημείωσαι, πρέπει νὰ εἶσαι χορτᾶτος. Ἡ φιλοδοξία εἶναι ἡ νόσος τῶν χορτάτων, ἡ λαιμαργία εἶναι τῶν πεινασμένων τὸ νόσημα. Ἐξέρχεσαι εἰς τὴν ἀγοράν, βγάζεις λόγον, καὶ παρακαλεῖς τοὺς προσφιλεῖς συμπολίτας νὰ σὲ τιμήσωσι διὰ τῆς ψήφου των. Ἀλλ᾽ εἶσαι ἆρα εἰς θέσιν νὰ ἠξεύρῃς πόσοι ἐκ τῶν προσφιλῶν συμπολιτῶν σου εἶναι χορτᾶτοι, καὶ πόσοι δὲν εἶναι; Μὴν ἀμφιβάλλῃς ὅτι οἱ πλεῖστοι εἶναι πεινασμένοι, διότι ἂν δὲν ἦσαν, ὅλοι θὰ ἔβγαζαν κάλπας διὰ νὰ γίνουν βουλευταί! Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἀκροατῶν σου, μεταξὺ τῶν προσφιλῶν σου συμπολιτῶν, δυνατόν, πιθανόν, βέβαιον μάλιστα ὅτι εὑρίσκονταί τινες, εἷς, δύο, τρεῖς, πέντε, δέκα, κατὰ γράμμα πεινασμένοι. Τώρα, τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, πῶς ἀπαιτεῖς νὰ ὑπάγῃ ἄνθρωπος πεινασμένος, ἄνθρωπος ὅστις θὰ ψαύῃ τὴν κοιλίαν του ὡς ἔγχορδον ὄργανον, ἄνθρωπος ὅστις δὲν θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ ἵσταται καὶ νὰ βαδίζῃ, πῶς ἀπαιτεῖς τοιοῦτος ἄνθρωπος νὰ ὑπάγῃ νὰ ψηφοφορήσῃ εἰς τὴν κάλπην σου, καὶ νὰ σοῦ δώσῃ μάλιστα λευκὴν ψῆφον; Φυσικὸν εἶναι, ἀφοῦ θὰ λάβῃ τὸν κόπον πρὸς χάριν σου, νὰ τοῦ δώσῃς τοὐλάχιστον νὰ φάγῃ, δι᾽ ἐκείνην τὴν ἡμέραν.

Ἐὰν δὲν τοῦ δώσῃς χρήματα, θὰ τοῦ προσφέρῃς γεῦμα. Καὶ τοῦτο δωροδοκία δὲν εἶναι; Ἢ θὰ τοῦ στείλῃς κατ᾽ οἶκον βακαλιάρον καὶ σαρδέλες καὶ οἶνον; Δωροδοκία καὶ τοῦτο. Ἐὰν δὲν σπεύσῃς ἐγκαίρως σύ, θὰ σὲ προλάβῃ ὁ ἀντίπαλός σου, ὅστις θὰ φορῇ τὸν κόθορνον τῆς φιλανθρωπίας ἀμφιδεξιώτερον.

Ἰδοὺ πόθεν ἐγεννήθη ἡ δωροδοκία. Πῶς θέλεις νὰ ἐνδιαφέρηται ὁ ἀγρότης, ὁ βοσκός, ὁ πορθμεύς, ὁ ναύτης, ὁ ἐργάτης, ὁ ἀχθοφόρος, πῶς θέλεις νὰ ἐνδιαφέρωνται διὰ τὸν Καψιμαΐδην καὶ Γεροντιάδην, ἂν θὰ γίνωσι βουλευταὶ ἢ ὄχι; Ἐκεῖνοι εἶναι χορτᾶτοι καὶ τρέφουσιν ὄνειρα φιλοδοξίας, οὗτοι πεινῶσι καὶ θέλουν νὰ φάγωσι. Δὲν ἔχουσιν οἱ πτωχοὶ μεγάλας ἀξιώσεις. Δὲν περιμένουν διορισμοὺς καὶ παχέα ρουσφέτια ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ᾽ ἀφοῦ θητεύουσιν ἐπιπόνως καὶ δὲν ἐπαρκοῦν νὰ τραφῶσιν ἐκ τοῦ ἱδρῶτός των, ἀφοῦ οἱ λεγόμενοι ἀντιπρόσωποί των δὲν παύουν νὰ ψηφίζωσιν ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ φόρους καὶ φόρους καὶ πάλιν φόρους, ἂς τοὺς θρέψωσιν ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἐκ τοῦ βαλαντίου των.



του Αλ. Παπαδιαμάντη








Τετάρτη 7 Μαΐου 2014


τάξη, καθαριότητα, ομορφιά



Κι οι γυναίκες τη μαύρη σκιά τους επάνω
στον άχραντο ασβέστη φορούν.

Οδυσσέας Ελύτης,   Άξιον Εστί




Ο Απρίλης άφησε το φτυάρι αφού καθάρισε πρώτα με Le Goff, Marquez και χιλιάδες άλλους. Oμορφιά, δικαιοσύνη, τάξη: Να πού στηρίχθηκαν οι πολιτισμοί, έλεγε το Γενάρη στη Le Monde ο Jacques Le Goff που πέθανε την πρωταπριλιά. Οι διαφορές των πολιτισμών φαίνονται στους κήπους τους, σύμφωνα με τον μεσαιωνολόγο. Οι γιαπωνέζικοι είναι όλο τάξη, το ίδιο και οι γαλλικοί. Οι κινέζικοι μέσα στην αταξία και το μυστήριο, οι αγγλικοί μέσα στην αταξία και τον ρομαντισμό. Αυτό το τρίπτυχο, περίπου αυτό το τρίπτυχο, χαρακτηρίζει, σύμφωνα με τον Zygmunt Bauman, τον πολιτισμό της νεωτερικότητας: τάξη, καθαριότητα, ομορφιά. Δηλαδή, καθαριότητα αντί δικαιοσύνης, αν και οι δύο έννοιες κάποτε χρησιμοποιούνται σαν συνώνυμες. Καθαρά χέρια, καθαρές λύσεις, καθαρό κούτελο. Το δίκαιον και το ηθικόν. Όμορφος κόσμος, ηθικός...





Μεγαλώσαμε με τη χλωρίνη και τον ασβέστη. Το σπίτι της σωστής νοικοκυράς έπρεπε να τρίζει από καθαριότητα. Όχι μόνο. Επιβαλλόταν και η τάξη. Καθαριότητα χωρίς τάξη ίσον μηδέν, καθαριότητα με τάξη ίσον ομορφιά. Αυτές οι δύο έννοιες και τα αντίθετά τους, η ακαθαρσία και η αταξία, είναι αχώριστες. Η Mary Douglas, αναλύοντας τη μιαρότητα και τα ταμπού, συμπέρανε ότι
Η απόλυτη ακαθαρσία δεν υφίσταται παρά μόνο στην οπτική του παρατηρητή. Εάν αποφεύγουμε την ακαθαρσία δεν είναι εξαιτίας ενός σφοδρού φόβου και ακόμη λιγότερο εξαιτίας ενός δέους ή ενός ιερού τρόμου. Ούτε οι ιδέες μας μπορούν να εξηγήσουν το ευρύ φάσμα των συμπεριφορών μας σχετικά με την καθαριότητα ή την αποφυγή της ακαθαρσίας. Η ακαθαρσία προσβάλλει την τάξη. Η εξάλειψή της δεν είναι μια αρνητική κίνηση αλλά μια θετική προσπάθεια οργάνωσης του περιβάλλοντος. 

Οι χλωρίνες και τα ντετόλ μας ή, όπως λέει η Douglas, το πλύσιμο, το τρίψιμο, η απομόνωση κάποιων αντικειμένων και η απολύμανση, θυμίζουν τις πρωτόγονες τελετουργίες, μόνο που οι σύγχρονοι πολιτισμένοι της τάξης προβάλλουμε θέματα αισθητικής και υγιεινής, αφού, εξάλλου, ξέρουμε καλά για τα παθογόνα μικρόβια. Όμως η ακαθαρσία είναι έννοια σχετική, ταξινομική, η νεωτερική εποχή θα μπορούσε να λέγεται και εποχή των ταξινομήσεων, των συστημάτων και των μετρήσεων βεβαίως. Ένα καλογυαλισμένο ζευγάρι παπούτσια μόνο ακαθαρσία δεν είναι, όταν βρίσκεται στη θέση του. Όμως πάνω στο τραπέζι με τα φαγητά; Μια γευστικότατη κόκκινη σάλτσα που ευχαρίστως καταβροχθίζουμε γίνεται βρομιά πάνω στα σεντόνια. Είναι θέμα τάξης. 

Η τάξη και η ομορφιά θέλουν φροντίδα. Σήμερα τα μέσα είναι πολλά, μπορείς να σπαταληθείς στα ράφια με τα καθαριστικά των σούπερ μάρκετ, άλλοτε ήταν λίγα κι αποτελεσματικά. Η παραδοσιακή δομημένη ελληνική ομορφιά έχει σχεδόν ταυτιστεί με το ασβέστωμα, υπήρχαν πάντα νευρωσικές νοικοκυρές σαν τη Διαμαντηρείζενα του Παπαδιαμάντη, που τόσον το άσπριζε, το ασβέστωνε, το εσφουγγάριζε, το επαράκαμνε—σχεδόν καθη­μερινώς — το ανωφερές εκείνο άδυτον του οίκου, οπού είχε τα Εικονί­σματα με την κανδήλαν, ολίγα κιβώτια, ένα κομό, καναπέν, κτλ., ώστε τούτο ήστραπτε κυριολεκτικώς από την λευκότητα και την καθαριότητα. Τόσο που ο καπετάν Γιάννης, ο άντρας της, όλο παραπονιόταν στους φίλους του: Δεν λυπάται τον κόπο της, η σκύλα, ν' ασβεστώνει τρεις φορές την εβδομάδα, πέντε φορές την εβδομάδα να σφουγγαρίζει!. . . Μ' έχει αφανίσει στον ασβέστη, δεν προ­φταίνω να της αγοράζω σφουγγάρια. . . Όμως το 1919, 17 χρόνια μετά τη δημοσίευση του διηγήματος Για τα ονόματα, το κράτος θέσπισε το υποχρεωτικό άσπρισμα με ασβέστη, για την προστασία από μολυσματικές νόσους. Έτσι ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, μπορούσε να ισχυριστεί 60 χρόνια αργότερα ότι Ελλάδα είναι τ’ άσπρα σπιτάκια τ’ άσβεστωμένα και τα ταβερνάκια και τα τραγούδια τις νύχτες με το φεγγάρι πλάι στην ακροθαλασσιά ή κάτω από κάποιο πλατάνι.




Η καθαριότητα στην πόλη είναι πρώτη προτεραιότητα των υποψηφίων αρχόντων. Τα σκουπίδια, που συνεχίζουμε να παράγουμε ασύστολα σαν ηλίθιοι, πρέπει να εξαφανίζονται από το οπτικό μας πεδίο, δεν έχει σημασία πού - όχι όμως εδώ. Όσο βρίσκονται εδώ, πρέπει να είναι σε τάξη, μέσα σε ειδικούς, εξωτερικά καθαρούς κάδους, κλειστούς για να απομονώνεται η μπόχα προσωρινά, όσο γίνεται προσωρινά. Είναι και τάξη και καθαριότητα και ομορφιά. Αποτάσσομεν τα σκουπίδια όπως τον σατανά στις βαφτίσεις, με φου και φτου. Η υγεία πρέπει να διαφυλαχθεί προληπτικά. Εξοντώνουμε τα μικρόβια, εξαφανίζουμε τους μιαρούς. Η διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών από τον τότε υπουργό επιβολής υγείας είναι πολύ πρόσφατη. Εξακρίβωση και υποχρεωτικές εξετάσεις. Φωτογράφιση για το γυαλί. Η Susan Sontag, παρακολουθώντας τη νόσο του aids σαν μεταφορά:
Οι επιδημίες εξαιρετικά τρομακτικών νόσων προκαλούν πάντα μια κατακραυγή εναντίον της ανεκτικότητας ή ανοχής - που ταυτίζεται τώρα με τη χαλαρότητα, την αδυναμία, την αταξία, τη διαφθορά: τη νοσηρότητα. Προβάλλονται απαιτήσεις να υποβάλλονται οι άνθρωποι σε "τεστ", για να απομονωνθούν οι άρρωστοι και εκείνοι για τους οποίους υπάρχει υπόνοια ότι είναι άρρωστοι ή ότι μεταδίδουν μια αρρώστια, και να υψωθούν φραγμοί κατά της πραγματικής ή φανταστικής μόλυνσης από τους ξένους. 


Μια κυρία έλεγε προχθές, μιλώντας για μετανάστες, δεν φτάνει που μας έφεραν τόσες αρρώστιες, τους δίνουν και το μέρισμα ενώ δεν το δίνουν στους Έλληνες. Όπως άλλοτε η σύφιλη, το aids προσβάλλει τους ήδη στιγματισμένους, παρατηρεί η Sontag· το ξέρουμε πολύ καλά. Καταγράφει τη δήλωση ενός υπουργού της επί απαρτχάιντ Νότιας Αφρικής για τη συχνή εμφάνιση του συνδρόμου σε μαύρους μεταλλωρύχους από άλλες χώρες: "Οι τρομοκράτες έρχονται τώρα σ' εμάς μ' ένα όπλο τρομερότερο από το μαρξισμό: το AIDS". Στη νεωτερική εποχή, έγραφε ο Bauman, "ακαθαρσίες" ήταν οι επαναστάτες, αναπόφευκτο παράγωγο του νεωτερικού πνεύματος, αλλά και ζηλωτές του. Τώρα;
Η πιο αποκρουστική "ακαθαρσία" κατά τη μετανεωτερική εκδοχή της καθαρότητας δεν είναι οι επαναστάτες, αλλά εκείνοι που είτε αψηφούν το νόμο είτε τον παίρνουν αυθαίρετα στα χέρια τους - οι κακοποιοί, οι ληστές, οι κλέφτες αυτοκινήτων και οι ξαφριστές καταστημάτων, καθώς και οι σωσίες τους: οι τιμωροί εκδικητές και οι τρομοκράτες. Και πάλι, αυτοί δεν είναι παρά οι ζηλωτές της μετανεωτερικότητας, άπληστοι μαθητές και ευσεβείς πιστοί της μετανεωτερικής αποκάλυψης, αποφασισμένοι να φέρουν τις συνταγές της ζωής που προτείνει το δίδαγμα στη ριζική τους κατάληξη. 
Η επιδίωξη της καθαρότητας στη νεωτερικότητα εκφραζόταν καθημερινά με τιμωρητικές ενέργειες ενάντια σε επικίνδυνες ομάδες ανθρώπων· η επιδίωξη της καθαρότητας στη μετανεωτερικότητα εκφράζεται καθημερινά με τιμωρητικές ενέργειες ενάντια σε κατοίκους κακόφημων δρόμων και αστικών δρόμων με απαγορευμένη κυκλοφορία, καθώς και ενάντια σε πλάνητες και χασομέρηδες.
Η τάξη του χώρου βάζει τα πράγματα και τους ανθρώπους στις θέσεις τους, κάποιοι κυκλοφορούν σε κακόφημους και απαγορευμένους δρόμους, η κυκλοφορία, ας θυμηθούμε τους καταστασιακούς, οργανώνει πράγματι την απομόνωση, η πολεοδομία και η πληροφόρηση οργανώνουν τη σιωπή. Οι πιο φυσικές ζώνες πράσινου που υπάρχουν είναι για τον Vaneigem τα νεκροταφεία, που εντάσσονται άρμονικά μέσα στό πλαίσιο των μελλοντικών πόλεων, σάν οί τελευταίοι χαμένοι παράδεισοι. Ο Le Goff, μελετώντας τα μεσαιωνικά χωριά, διαπίστωσε μια διαφοροποίηση στις σχέσεις νεκρών και ζωντανών από την αρχαιότητα, όταν το πτώμα αντιμετωπιζόταν με φόβο και αποστροφή, μέχρι τον μεσαίωνα, όταν τα χωριά χτίζονταν γύρω από το νεκροταφείο και την εκκλησία. Μια από τις αρχές  της ετεροτοπολογίας, που ο Foucault απέδιδε στις ετεροτοπίες, τις πραγματικές ουτοπίες ανατροπών στο εσωτερικό κάθε κουλτούρας, ήταν η δυνατότητά τους ν' αλλάζουν λειτουργία ανάλογα με την εποχή. Για να εξηγήσει αυτή την ιδιότητα έδινε το παράδειγμα του νεκροταφείου που από τον 19ο αιώνα έπρεπε να μεταφερθεί έξω από τις πόλεις και τα χωριά.
Ούτως ή άλλως, από τον 19ο αιώνα και εφεξής καθένας έχει το δικαίωμα στο μικρό του κιβώτιο για τη μικρή προσωπική του αποσύνθεση,όμως από την άλλη, μόνο από τον 19ο αιώνα άρχισαν να τοποθετούν τα νεκροταφεία στο εξωτερικό των πόλεων. Σε συνάρτηση με αυτήν την εξατομίκευση του θανάτου και την αστική ιδιοποίηση του νεκροταφείου γεννήθηκε μια έμμονη ιδέα για τον θάνατο ως ''αρρώστια''. Υπέθεσαν τότε ότι οι νεκροί μεταφέρουν τις αρρώστιες στους ζωντανούς και ότι η παρουσία και η εγγύτητα των νεκρών δίπλα ακριβώς στα σπίτια, δίπλα ακριβώς στην εκκλησία,σχεδόν στη μέση του δρόμου, ότι αυτή λοιπόν η εγγύτητα σπέρνει τον θάνατο. Αυτό το μεγάλο θέμα της αρρώστιας, που μεταδίδεται μέσω επιμόλυνσης από τα νεκροταφεία, εξακολούθησε να υπάρχει στα τέλη του 18ου αιώνα. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα ξεκίνησαν απλούστατα να μετακινούν τα νεκροταφεία προς τα περίχωρα. Τα νεκροταφεία αποτελούν έκτοτε όχι τον ιερό και αθάνατο αέρα της πόλης, αλλά την ''άλλη πόλη'', όπου κάθε οικογένεια διατηρεί την σκοτεινή κατοικία της.



Οι ετεροτοπίες κρίσης του παρελθόντος, χώροι ιεροί ή απαγορευμένοι για ανθρώπους σε κρίση, όπως οι έγκυες ή με περίοδο γυναίκες, οι έφηβοι κι οι ηλικιωμένοι, αντικαταστάθηκαν στις μέρες μας από ετεροτοπίες παρέκκλισης: αναρρωτήρια, ψυχιατρικές κλινικές, φυλακές και βάλε. Ο Ivan Illich ξιφουλκώντας κατά της Ιατρικής Νέμεσης, κάνει λόγο για νοσοκομεία - πανουκλότρυπες, όπου όχι πια, αλλά μέχρι τον 18ο αιώνα σώρευαν αδιακρίτως τους αρρώστους, τους τρελούς, τους σακάτηδες, τους επιληπτικούς, τους ανίατους, τα έκθετα και τους πρόσφατα ακρωτηριασμένους όλων των ηλικιών και των δυο φύλων. 

Οι πανουκλότρυπες δεν λειτουργούσαν λοιπόν μόνο για τα θύματα της πανούκλας, που ξανάφτασε καταστροφικότερη από άλλοτε στην Ευρώπη στα μέσα του 14ου όταν, σύμφωνα με τον Le Goff, Ασιάτες πετούσαν πτώματα μολυσμένα από πανούκλα πάνω από τα τείχη της Κάφφας στην Κριμαία, και που, σύμφωνα με τον Foucault, έδωσε κατά τον 18ο αιώνα πια τη δυνατότητα στους τεχνικούς της εξουσίας να αντικαταστήσουν την τακτική του εξοβελισμού, που τηρήθηκε για την λέπρα, με την τακτική του εγκλεισμού, της καραντίνας και, τελικά, της κανονικοποίησης, δίνοντας, σύμφωνα με την Sontag, την ευκαιρία και πάλι τον 14ο αιώνα να σφαγούν σε πρωτοφανή αριθμό αποδιοπομπαίοι Εβραίοι, καθώς τα αίτια της νόσου αναζητούνταν στην ηθική μόλυνση, τα αίτια αυτού του ύψιστου εμβλήματος συλλογικής καταστροφής, δυστυχίας, μάστιγας...

Όμως εδώ άνοιξε και χάσκει η βαλίτσα με την ετικέτα πανούκλα και μπορεί να πάει πολύ μακριά. Ας κλείσουν απότομα λοιπόν η βαλίτσα κι η ανάρτηση, με μια τελευταία φτυαριά στη γνώριμη ειρωνεία του Vaneigem:
Σχέδιο γιά μιά ρεαλιστική πολεοδομία: νά άντικατασταθούν οι σκάλες του Piranese με ασανσέρ, να γίνουν οι τάφοι κτίρια, να φυτευτούν πλατάνια πλάι στους βόθρους, να γίνουν οι σκουπιδότοποι εστίες ζωής, να συσσωρευτούν οι τρώγλες και να χτιστούν όλες οι πόλεις με τη μορφή μουσείου. Να βγει κέρδος απ' όλα, ακόμα κι απ' το τίποτα.



Σάββατο 26 Απριλίου 2014


ο θεατός απρίλης αφήνει το φτυάρι


Η ιστορία, έγραψε ο Jacques Le Goff, πολύ καιρό πριν την πρωταπριλιά που μας πέρασε, είναι επιστήμη του χρόνου, στενά συνδεμένη με τις διάφορες αντιλήψεις για το χρόνο στο εσωτερικό της κοινωνίαςΟ χριστιανισμός, για παράδειγμα, συνδύασε τουλάχιστον τρία διαφορετικά είδη χρόνων, με πρώτο τον κυκλικό χρόνο της τελετουργίας που αξιοποιούσε το ειδωλολατρικό ημερολόγιο. Τον χρόνο της φύσης, δηλαδή, τις αδιάκοπα επανερχόμενες εποχές, που τις μυρίζουμε πιο πολύ στα φυτά, γι' αυτό χρειάζεται το χώμα, να σε διαπεράσουν οι στιγμές αυτού του χρόνου, δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα ένδυσης και υπόδησης, θέρμανσης και δροσισμού, ομπρέλας και γυαλιών ηλίου. Μάθαμε ότι χρόνος είναι αυτό που μετρούν τα ρολόγια και τα ημερολόγια, που εμφανίζεται πάντα μπροστά μας, τον βλέπω κάτω δεξιά στην οθόνη του υπολογιστή, στο κινητό, στο ημερολόγιο του τοίχου, αυστηρά κομματιασμένο σε 60, 3.600, 86.400 κομματάκια, φτερωτές στιγμές, φτερόλεπτα. 





Έτσι τα βρήκαμε, λένε και δεν έχουν άδικο. Έτσι τα βρήκαμε. Άλλοτε η μέρα άρχιζε με την ανατολή και τέλειωνε στη δύση. Τώρα αργεί να νυχτώσει. Όχι μόνο γιατί μεγάλωσε η μέρα αλλά και γιατί άλλαξε η ώρα. Δεν έχουν όλες οι μέρες 24 ώρες. Μία έχει 23 κι άλλη μια 25. Τις μέρες που η ώρα αλλάζει. Ο χρόνος είναι κατασκευή. Την 1η Απριλίου 2014 ο Le Goff άφησε τα εγκόσμια. Στις 6 κάποιου Απρίλη η Αμαράντα άρχισε μετά από εντολή του θανάτου να υφαίνει το σάβανό της. Της παρουσιάστηκε σαν γυναίκα - μήπως είναι γυναίκα; - με γαλάζιο φόρεμα. Άρχισε να μετράει τον χρόνο με βελονιές. Τι σημασία είχαν πια οι ενδείξεις των ρολογιών και των ημερολογίων; Όταν έβαλε την τελευταία βελονιά, κάποιον Φλεβάρη, ήταν η ώρα να πεθάνει.Η Αμαράντα ειδοποίησε όλη την κοινότητα του Μακόντο και ανέλαβε να μεταφέρει δεκάδες πισσαρισμένα γράμματα των κατοίκων του στους νεκρούς τους. Τα Εκατό χρόνια μοναξιάς μπορούν να είναι Άρλεκιν, μπορούν να είναι και Ιλιάδα – ανάλογα με το πώς θα το διαβάζουμε, συμπεραίνει ο Τριαρίδης. Έτσι είναι, γενικά. Έτσι τα βρήκαμε, έτσι θα τ' αφήσουμε. Στις 17 Απριλίου ήρθε η ώρα του Gabriel Garcia Marquez. Στο ημερολόγιο του Ελύτη για τον αθέατο Απρίλιό του δεν βρίσκονται οι ημερομηνίες 6 και 17. Δεν τον μπορώ τον Ελύτη και το απριλιάτικο ημερολόγιό του. Δεν το μπορώ το φεγγάρι που σπαράζει στης νύχτας το κοτσάνι. Προτιμώ, μα το θεό, τον μπαρμπα-Φεγγάρη του Ρίτσου. 

Ο Μάης σηκώνει το φτυάρι κι ο Απρίλης τρέμει. Ο Μάκβεθ σκέφτεται την επαύριο. Ο χρόνος είναι κάτι σε ρήμα. Η Emily Dickinson:


Η πρώτη Πράξη είναι να βρεις
Η δεύτερη, να χάσεις, 
Για το "Χρυσόμαλλο το Δέρας" η Εκστρατεία 
Τρίτη

Τέταρτη, καμιά Ανακάλυψη - 
Πέμπτη, κανένα Πλήρωμα - 
Τέλος, ούτε Χρυσόμαλλη Προβιά - 
Κι ο Ιάσων - ένα ψέμα.

(1864)





εδώ, στο τέλος, η θάνατος στα λευκά





μα πού να τόβρει η νύχτα το κοτσάνι
λες κι είναι το φεγγάρι μου καρπός της
σπαράζει, αλήθεια, βρέχει το άσπρο της φουστάνι
δύσκολη θάνατος, στις λάσπες η ατραπός της



Τετάρτη 9 Απριλίου 2014


τούτη λοιπόν είναι πανάσταση







Έβλεπε τον καιρό να κατεβαίνει καθώς μυρμήγκια νέβαιναν το λόφο της ολούθε ματαιότητας. Κουφός απτόναφτί, γύριζε το κεφάλι τον κόπο των βημάτων τους να νιώσει. Κρατούσε το φακό να μεγεθύνει τα κεφάλια τους, να δει τα μάτια τους τι βλέπουν. Τη γλίτωσε αρκετές φορές μηρμυγκηδόν ένα μηρμύγκι, ο δον μυρμήγκης, ο περήφανος σαν άνθρωπος, σαν σύννεφο ασταθής, με δίχως παντελόνια σύννεφο. 


Ο δρόμος μου, είπε, είναι φυλακή. Τα ψίχουλα ασήκωτο μαρτύριο. Γελάστηκα τόσες φορές πως θα ξεκουραζόμουν, θα χόρταινα τροφή και αγκαλιά. Ο κόσμος όλος είναι κίνδυνος· να γίνω αποτύπωμα γαλότσας, σε ζώου τον στόμα παιχνιδάκι και μπουκιά. 

Σκεφτόταν νάτανε μυρμήγκι. Το ίδιο με μένανε, σκεφτόταν. Ένιωθε στάλες μπαλταδιές να βρέχουνε ως τη φανέλα, στο σώμα να κολλά. Ξαρμύριζε τα δάκρυα η βροχή, άρχισε να μαζεύει τα μυρμήγκια με τη χούφτα, του μάγκωναν τα χείλη οι δαγκάνες, αντίσταση όλο λύσσα στο λαρύγγι. 


Τούτη λοιπόν είναι πανάσταση, σκεφτόταν. Τούτη θυσία του εαυτού για όλους. Μυρμήγκιασαν ο στόμας κι η καρδιά μου. Θα φτύσω όσα δεν κατάπια, θα νασκουμπωθώ. Πίσω γυρνώ, νωρίς ήταν για χώμα. 

Γύρισε πίσω, πίσω, τράβηξε από τη θέση του τον Μάκβεθ, έβαλε το νερό για τσάι και να ψηθεί ένα τοστ. Η τελευταία φέτα τον έστειλε στο σημειωματάριο για τις προμήθειες: Τυρί για τοστ - 14 φέτες. Θυμήθηκε, ευκαιρία, την αλκοολούχο λοσιόν: Ντεμέκ οιλόπλεμα, σημείωσε. Πήρε το τσάι και το τοστ στο γραφείο. Άρχισε να πληκτρολογεί:












Μακμπέθ:

Την αύριον, ή επαύριον· κι αυτήν άλλη αύριον παραμονεύει,
με άδειο ήχο έρποντας από το ένα σήμερα στο άλλο
ως την έσχατη συλλαβή του χαρτογραφημένου χρόνου·
και όλα μας τα χθες, λαμπάδες: να φωτίζουν τις μάζες των αφρόνων
στην κάθοδό τους προς τον τεφρό θάνατο. Σβήσου, σβήσου ζωής ολίγης φλόγα.
Φάντασμα πλανόδιο ο βίος, μικρής μοίρας θεατρίνος, 
που φωνασκεί και ματαιολογεί επί σκηνής
κι ύστερα μνήμη πια καμία δεν θα τον φιλοξενήσει. 
Η ζωή: παραμύθι ειπωμένο από ηλίθιον, γεμάτο ήχους της μανίας·
και νοημά της το μηδέν.

Σαίξπηρ, Μακμπέθ
(Πράξη V, σκηνή V)
Μετάφραση Παύλου Μάτεσι

  





Η μετάφραση του Signifying nothing από τον Μάτεσι 
έγινε για την εισαγωγή στο μυθιστόρημα του Φώκνερ









 

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014


(απ' την κατάψυξη:) μονάχα οι ένοχοι






Να πείναγα τον ύπνο 
απ' τις πομπές της πλήξης.
Να κρυφοκοίταζα στις γρίλιες, 
που βαριόταν, το χειμώνα
Ν' άνοιγα τα πατζούρια 
στης άνοιξης το σούρσιμο.

Να ζόριζα τη μνήμη
μιανής συλλογικότητας. 

Να έκανα πίσω μπρος στη σύνθεση,
ως να γευτώ το απόλυτο φτερόλεπτο.
Να έχανα όπως τώρα το ρυθμό, 
να ήθελα να σώπαινα.

Να έφτυνα τον ανεκτό
τον σεβαστό τον κύριο.

Να ρύπαινα με τύψεις τις ευχές. 
Να ξέπλενα μ' ευχές τις τύψεις.
Να σώπαινα ξανά
στου χάους την παραμύθα.

Μονάχα οι ένοχοι μιλούν 
για αθωότητα. 



brigadaligera.tumblr



κάποτε πρέπει
να σκορπιούνται τα κατεψυγμένα
κόντεψα πάλι να μην το προλάβαινα 
θάλλαζε αλλόκοτα ξανά θα πιάναν ζέστες

θάμπλεκα την οργή με τις παστίλιες του λαιμού

οι καρακάξες θα εφορμούσανε στους γάτους

ταυλάκια δεν θα χόρταιναν νερό

οι κλίκες θα σφαζόντουσαν χωρίς να ξέρουν

πόσα φυντάνια η καθεμιά να θυσιάσει

θα πετσοκόβαν κλικαδόρους τα τσιράκια 

από ευθύνη περισσή ή κατά λάθος

κερματισμένοι απτοένα ως το μηδέν

με τόσα ίσως θα ξεψύχαγαν τα δεν

ίσως στο τέλος θάχα πάρει τα βουνά

με τους συντρόφους ή μονάχος 

δίχως μάθια






weegingayin



Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

κάθε απρίλης θάβει κάποιον μάρτη





Ο θάνατος περιφέρεται κάθε μέρα τριγύρω, περιέχει τη ζωή, λίγο πιο κοντά, λίγο μακρύτερα, γίνεται είδηση για τους πολλούς και συντριβή για τους λίγους, τάμαθες; πέθανε ο δείνα, τάμαθες; ο τάδε έπαθε κατάθλιψη μετά τον θάνατο του δείνα. Κάποτε είναι βαρετός, και πάντοτε κουραστικός αυτός ο περί θανάτου λόγος, τόσες και τόσες βλακείες γι' αυτόν, που δεν μπορείς ούτε αυτός να λες γι' αυτόν, αρσενικός πάντως, κανείς δεν διεκδίκησε το πολιτικώς ορθόν περί του γένους του θανάτου, περί του φύλου ούτε λόγος, δεν είναι δα και άγγελος, πώς να τον λέγαμε, αυτό, ουδέτερο; μην είναι μόνο φόβος καταχωνιασμένος; μα μόνο ουδέτερος δεν είναι ο αμακατζής, αλλά να που ξαναρχίσαν οι βλακείες, οι αοριστολογίες που αναδεύουνε τα κατακάθια των απωλειών μας που είναι κληρονομιές, είμαστε κληρονόμοι του άταφου βιωμένου χρόνου, της αδέσποτης μνήμης.  

Ο φονιάς του φύλακα βρέθηκε νεκρός στο κελί του. Ρέντα. Λίγες μέρες μετά τον θάνατο του Παπαγιώργη, που ο αδερφός του είχε πεθάνει στον ύπνο του κι εκείνος έγραψε στο Περί Θανάτου, προτελευταία υποενότητα του Περί Μέθης, νάναι καλά και η μποτίλια που μας απάλλαξε από την πληκτρολόγηση:

Άπειροι αυτοί που πέφτουν και κοιμούνται τον αξύπνητο. Πεθαίνουν στις μάχες και στους ωκεανούς, στον αέρα, στο διάστημα και στις μεγάλες λεωφόρους· πεθαίνουν στα σπίτια τους και στα εργοστάσια· πεθαίνουν περπατώντας ή σε στιγμές αφροδίσιας παραφοράς· πεθαίνουν στις κλινικές και στα νοσοκομεία· πεθαίνουν από δηλητήριο, πιστόλι ή μαχαίρι, από ξένα ή από δικά τους χέρια· πεθαίνουν θέλοντας και μη. Το φαινόμενο είναι τόσο οικείο και καθημερινό ώστε ενδιαφέρει μονάχα τους στατιστικολόγους. Αρκεί όμως, σαν κάννη, να το στρέψει κανείς προς τον εαυτό του για να γίνει εν ριπή οφθαλμού σκάνδαλο. Πεθαίνουν οι άλλοι, η ανώνυμη μάζα ή τα πιο κοντινά πρόσωπα —άλλα κι εγώ;
Μολονότι όλη η νεκρή ανθρωπότητα το μαρτυράει εν χορώ, ο θάνατος παραμένει για τον άνθρωπο κάτι απαράδεκτο και ακατανόητο. Γενικά την κρυπτική της βαθύτητα η ζωή την οφείλει πιθανώς στο ότι την διάγουμε ολόκληρη, ή το μεγαλύτερο μέρος της, με τη βασανιστική σκέψη μιας στιγμής που είναι απολύτως αδύνατο να βιώσουμε. Εξ ου και οι αμήχανες εκφράσεις: «έχασε τη ζωή του», «πεθαίνει» κτλ. Κανείς δε χάνει τη ζωή του... Κανείς δεν πεθαίνει σε ενεστώτα... Τη στιγμή του θανάτου ο άνθρωπος δεν υπάρχει. Ακόμα και στην τελευταία του στιγμή δε «χάνει» ούτε «πεθαίνει» —απλώς ανήκει στη ζωή.
Όσο λογικό δαιμόνιο κι αν διαθέτει ο θνητός, του είναι αδύνατο να κατανοήσει το πέρασμα από την παρουσία στην απουσία, να δεχτεί την ελάχιστη στάχτη που αφήνει το καμένο του κορμί. Σαν τερατώδης άρνηση της ζωής, ο θάνατος παραμένει το απροσπέλαστο. Κανείς ζωντανός δεν τον γνωρίζει κι όσοι τον «γνώρισαν» δεν μπορούν πια να μας μιλήσουν. Σκοτεινός ορίζοντας στις ακρώρειες της ζωής, αλλά και αθέατη σκιά πίσω από κάθε μας πράξη, απειλεί σιωπηλά και στη σιωπή καταδικάζει όσους τον «βιώνουν».
Αυτή την αλλόκοτη μη βιωσιμότητα του θανάτου ο Επίκτητος τη χαρακτήριζε πολύ απλά: ουδέν προς ημάς. Δεν μας αφορά.

Κι ο Επίκουρος, στη γνωστή του φράση, όταν μεν ημείς ώμεν, ο θάνατος ου παρέστιν, όταν δε ο θάνατος παρή, τοθ' ημείς ουκ εσμέν. Που θα πει, όταν είναι παρών ο διοικητής του μέλλοντος των υπερσυντελύκων εμείς απουσιάζουμε· κι όταν θα απουσιάσουμε αυτός θα είναι πια παρών. Στο Σύνδρομο Αγοραφοβίας, όπου ο Παπαγιώργης εξομολογήθηκε την έκτιση μιας εξοντωτικής ποινής πανικών, κληροδότησε στον άγνωστο τυχαίο αναγνώστη μιαν αποτύπωση με λέξεις του βάσανού του στην κηδεία του αδερφού του. Ένας γιατρός, έγραψε, του αποκάλυψε το πραγματικό όνομα του συνδρόμου του: άγχος θανάτου. 

Από το νου μου πέρασαν όλα τα είδη πτώσεων, λιποθυμίας, κατάρρευσης, λιποψυχίας. Φυσικά, δεν έγινε τίποτε. Ο αδελφός μου με κράτησε για άλλη μια φορά στο ύψος μου. Έβρεχε, θυμάμαι, κρατούσαμε τις ομπρέλες· κι εγώ, μέσα σε ένα μαύρο παλτό του πατέρα μου, παρίστανα τον αληθινό. 




Τι να πιεις; παραμένει το ερώτημα. Γιατί το τι να πεις οδηγεί στον λάθος δρόμο της απόδρασης στη φυλακή του λόγου, της σκέψης δηλαδή. Αλλά, τι να πιεις; κι η σκέψη ότι η σκέψη είναι λόγος, συνάρθρωση των λέξεων που τη συνιστούν, είναι μια σκέψη, είναι λόγος, που αν τη διώξεις και παραδοθείς στα μουγκρητά, μόνο μια σκέψη θα σ' έχει σπρώξει να το κάνεις, άσε που η γλώσσα σου θά έχει καταδικαστεί σε οικτρή ειρκτή. Μαρτύριο. Έτσι τελειώνει το Περί Μέθης:

Κάθε Παρασκευή θάβει μια Πέμπτη και κάθε μεγαλοβδομάδα μια μικρή, κάθε Απρίλης θάβει κάποιον Μάρτη και κάθε χρόνος κάποιον άλλο χρόνο, ο αιώνας θάβει τον αιώνα και μέχρι την έλευση του μεγάλου ενιαυτού το μαύρο γάλα προσμένει να γαλουχήσει τις γενιές των θνητών. Αλλά η μέθη δεν πρέπει να πέφτει στα χέρια των γυναικών και των εφήβων. Οι γυναίκες μεθάνε μόνο με έρωτα, ενώ η ήβη δεν έχει ικανή υποψία της νύχτας. Οι ευγένειές της έχουν το σφυγμό των θετικών πλευρών της ζωής. Μόνο ό άντρας που είναι αληθινά βασάνης, τιμωρημένος από τη σκέψη και την ηδονή, μπορεί να πετάει τις σάρκες του στα όρνια. Γι' αυτόν μιλάει ο στίχος του Μποντλέρ: χωρίς φόβο και τύψη θα γείρω καταγής να κοιμηθώ σαν το σκυλί.

Από τον Οδυσσέα του Τζόυς η πρώτη φράση, περί τεθνεώσης Πέμπτης και Παρασκευής νεκροθάφτισσας, από τη Νέκυια, απ' όπου και οι σκέψεις του Λεοπόλδου Μπλουμ, δια του Καψάσκη: να θάβαμε όρθιους τους νεκρούς για εξοικονόμηση χώρου ή/και να χρησιμοποιούσαμε ένα είδος φέρετρου με σανίδα που γλιστράει και τους αφήνει στο βάθος του τάφου για εξοικονόμηση ξύλου. Τι να πιεις, τουτέστιν. Κι ο λόγος περί Παπαγιώργη και Περί Μέθης. Κλείνοντας. 

Ό,τι κι αν της πουν, η απόλυτη μέθη αποκρίνεται με τα λόγια του Δάντη: Non son colui che credi: Δεν είμαι εκείνος που νομίζεις. Απλούστατα δεν είναι τίποτα. Μια φλόγα που σβήνει και δεν θα ξανανάψει στον αιώνα. Σαν το χοντροκέφαλο μοσχάρι ο μεθυσμένος δεν θέλει να διδαχτεί τίποτα. Μόνο η πτώση του τον ελκύει.





Απρίλη, μάγκα νεκροθάφτη
του δισυπόστατου του Μάρτη,
 ο μεθυσμένος που είδες κάτω να λασπώνεται
να, βάζει μπρος τα δυο του χέρια και σηκώνεται.
Μα ως πότε άραγε θα κάνει το κουμάντο;
Κάποτε θάρθουν της διοικήσεως τα κομάντο.
Ξερός θα μείνει· κασονάτο θα τον πάρουνε
τα κωλοπαίδια, τα τσιράκια, βρε, του Χάρου. Ναι.