Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

παράξενη ιδέα, κατακρεουργημένη




ήταν μια παράξενη ιδέα
που κοιμόταν σε μυαλά σπουδαία
κάποιος σκαρφίστηκε να την ξεθάψει
και με μια σπίθα μοναχά ν’ ανάψει
φωτιά που θα εξαπλώνονταν ραγδαία

με την ιδέα του βρήκε παρέα
μυαλά με δίψα για ζωή ακραία
ύστερα πήγε προς στιγμή να κλάψει
γιατί η φωτιά ακούσια είχε κάψει
των ιδεών του τη γιαγιά, τη γραία

κάθε ιδέα ποτισμένη με οργή
πάντα στο τέλος κάποιος την ιερουργεί
η οργή της γίνεται καπνός σε θυμιατά
το μέλλον στρώνεται με εξαίσια σκατά
κι ένας εσμός την κατακρεουργεί


Μ.Χατζιδάκι, τα παιδιά κάτω στον κάμπο (Sweet Movie)



Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

Ντοστογιέφσκι: παντού καθάρματα!




Πορτραίτο του Ντοστογιέφσκι από τον Βασίλι Περόφ, 1872



- Marie, Marie – γύρισε συγκινημένος ο Σάτοβ – ω, Marie! Αν ήξερες πόσα περάσανε σ’ αυτά τα τρία χρόνια, πόσα αλλάξανε! Άκουσα αργότερα πως τάχα με περιφρόνησες γιατί άλλαξα πεποιθήσεις. Ποιους εγκατέλειψα λοιπόν; Τους εχθρούς της ζωντανής ζωής, τους ξεπερασμένους λιμπεραλιστάκους που φοβούνται την ίδια τη δική τους ανεξαρτησία· τους λακέδες της σκέψης, τους εχθρούς της προσωπικότητας και της ελευθερίας, τους νερόβραστους ιεροκήρυκες της νέκρας και της σαπίλας! Τι έχουν; Τη χρυσή μέση οδό, την πιο αστική, την πιο σιχαμερή ανικανότητα, τη ζηλιάρικη ισότητα, ισότητα χωρίς προσωπική αξιοπρέπεια, ισότητα όπως τη νιώθει ο λακές κι όπως την ένιωθε ο Γάλλος του 1793… Και, το κυριότερο, παντού καθάρματα, καθάρματα και πάλι καθάρματα!

Terem-Quartet -  Liricheskiy 1812 Goda


Ο Σάτοβ έβγαλε ξαφνικά μια σύντομη κι απελπισμένη κραυγή· δεν τον άφησαν όμως να φωνάξει άλλο: ο Πέτρος Στεπάνοβιτς ακούμπησε γερά την κάννη του περίστροφου στο μέτωπό του και πίεσε τη σκανδάλη.

Terem-Quartet - Provody Kazakov


Όταν ο Πέτρος Στεπάνοβιτς έδεσε τις πέτρες και σηκώθηκε, τον Βιργίνσκη τον έπιασε ξαφνικά ρίγος· τρεμούλιασε σύγκορμος, χτύπησε τα χέρια του και φώναξε πικραμένα:
- Δεν είναι αυτό, όχι, δεν είναι αυτό, δεν είναι αυτό που ’πρεπε να γίνει!
Ίσως να πρόσθετε και τίποτ’ άλλο στο τόσο καθυστερημένο του ξεφωνητό, μα ο Λιάμσιν δεν τον άφησε να τελειώσει· τον άρπαξε ξαφνικά από πίσω και τον έσφιξε μ’ όλη του τη δύναμη, βγάζοντας ταυτόχρονα κάτι πρωτάκουστες τσιριξιές. Υπάρχουν στιγμές δυνατού φόβου, που ο άνθρωπος βάζει τις φωνές κι οι φωνές του αυτές δεν μοιάζουν καθόλου με τη φωνή του, μα νομίζεις πως βγαίνουν από κάποιο άλλο λαρύγγι. Ο Λιάμσιν φώναζε κι η φωνή του δεν ήταν ανθρώπινη· έμοιαζε με φωνή θηρίου. Σφίγγοντας όλο και πιο δυνατά από πίσω τον Βιργίνσκη, ούρλιαζε χωρίς διακοπή, έχοντας γουρλώσει τα μάτια του, ανοίγοντας διάπλατα το στόμα του και χτυπώντας γρήγορα γρήγορα τα πόδια του στο χώμα. Ο Βιργίνσκη τρόμαξε τόσο, που ’βαλε κι αυτός τις φωνές σαν τρελός κι άρχισε ν’ αποτραβιέται απ’ το αγκάλιασμα του Λιάμσιν με τόση παραφορά κι αγανάκτηση, που δε θα τις περίμενες ποτέ από δαύτονε. Τον γρατζούναγε και τον χτυπούσε όσο μπορούσε με τις γροθιές. Ο Έρκελ τον βοήθησε να λευτερωθεί απ’ τον Λιάμσιν. Μα, όταν ο Βιργίνσκη πετάχτηκε κατατρομαγμένος δέκα βήματα μακριά, ο Λιάμσιν είδε ξαφνικά τον Πέτρο Στεπάνοβιτς· ούρλιαξε και πάλι κι όρμησε καταπάνω του. Σκόνταψε στο πτώμα κι έπεσε πάνω στον Πέτρο Στεπάνοβιτς, τον άρπαξε και τον έσφιξε τόσο δυνατά χώνοντας και το κεφάλι στο στήθος του, που ούτε ο Πέτρος Στεπάνοβιτς ούτε ο Τολκατσένκο ούτε ο Λιπούτιν δεν μπορέσανε να κάνουν τίποτα τις πρώτες στιγμές. Ο Πέτρος Στεπάνοβιτς φώναζε, έβριζε, τον χτύπαγε με τις γροθιές του στο κεφάλι· τελικά τα κατάφερε και του ξέφυγε, κι έβγαλε αμέσως το πιστόλι του. Έβαλε την κάννη ίσα στο στόμα του Λιάμσιν, που εξακολουθούσε να ουρλιάζει και να το ‘χει ορθάνοιχτο – ο Τολκατσένκο, ο Έρκελ κι ο Λιπούτιν τον κράταγαν γερά απ’ τα χέρια. Μα ο Λιάμσιν εξακολουθούσε να τσιρίζει κι ας ήταν και το περίστροφο μπροστά του. Τέλος, ο Έρκελ δίπλωσε το μεταξωτό κασκόλ του και το ’χωσε στο στόμα του Λιάμσιν. Έτσι οι κραυγές πάψανε. 

 
Terem-Quartet - Diplomat Waltz


Φιόντορ Ντοστογιέβσκη, Δαιμονισμένοι
Μτφ. Άρης Αλεξάνδρου
Εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 1947

 

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

Το ξεχασμένο πηγάδι της πλατείας κι οι μετανάστες


Ποιοι συνωστίζονται (που θα ‘γραφε η Ρεπούση του μέλλοντος) στις πλατείες; Όσοι δυσφορούν, είπαμε. Οι πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους είναι το εκλογικό σώμα. Απλούστατα. Οι καταστάσεις τούς έκαναν να βγουν στην πλατεία. Θα προτιμούσαν να μείνουν σπίτι, να παρακολουθήσουν ριάλιτι σόου ή σαπουνόπερα, οι νεότεροι να σερφάρουν, όλοι να πάνε τις διακοπές τους, να ανανεώσουν τη γκαρνταρόμπα τους, ν’ αλλάξουν αυτοκίνητο, να ψηφίσουν το κόμμα τους… Πράγματα απλά, κατανοητά, θεμιτά. Οι άνθρωποι αυτοί βρέθηκαν ξαφνικά μετέωροι. Μετέωροι στην πλατεία.
Το 2008 δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Ήταν η γενιά των 700 ευρώ (που έγιναν 500), πιο πολύ όσοι δεν είχαν στήριξη από την οικογένεια, ήταν και νέοι που αντιδρούσαν στη σήπουσα νωχέλεια της κοινωνίας, ανεξάρτητα από την οικονομική τους θέση.
Πολλοί απ’ αυτούς τους ανθρώπους, λοιπόν, της πλατείας, αισθάνονται προδομένοι. Από τα κόμματα και τους πολιτικούς, τους οποίους εμπιστεύθηκαν να τους εκπροσωπούν στο πολιτικό στερέωμα, ώστε οι ίδιοι να πασχίζουν απερίσπαστοι για την προσωπική και οικογενειακή τους (οικονομική και μη) πρόοδο. Δεν είναι, δηλαδή, ότι συνειδητοποίησαν ξαφνικά πως ο δρόμος που είχαν πάρει οδηγούσε, χωρίς δισταγμούς σε σταυροδρόμια, στη σημερινή κατάσταση. Απλώς, πιστεύουν ότι τους ξεγέλασαν οι πολιτικοί, ότι τα έφαγαν μόνοι τους και τώρα που το φαγοπότι οδηγεί στη χρεωκοπία, ζητούν να πληρώσουν τα σπασμένα αυτοί που δεν τα έφαγαν μαζί τους. Έτσι απλά.
Δεν αμφισβητείται, λοιπόν, κατ’ αρχήν, το πολιτικό σύστημα, αμφισβητούνται οι πολιτικοί. Γι’ αυτό και η μειονότητα της πλατείας και η πάντα ισχυρή πλειονότητα του καναπέ είναι ευάλωτες σε λύσεις μπερλουσκονικού τύπου. Φυσικά, καραδοκεί πάντα, το ξεχασμένο πηγάδι των ολοκληρωτικών λύσεων, συνήθως έξυπνα μεταμφιεσμένο. Την υψηλή ραπτική έχουν αναλάβει γνωστές τηλεοπτικές, αμφιλεγόμενες (που σημαίνει καπηλευόμενες) προσωπικότητες. Όπως το ξεχασμένο πηγάδι, που καραδοκούσε το θύμα του, τον Λούλη. Εκεί, μέσα στο πηγάδι, το είπε ο Λούλης, ως τα εξήντα τέσσερά του, που πέθανε. 


Πουλικάκος - Εξαδάκτυλος, στο ΥouΤube από  

Όσοι πλέρια καταρτισμένοι και βαθιά συνειδη- τοποιημένοι, ορειβάτες της υπόγας τους, λοιδορούν την πλέμπα της πλατείας, ξεχνούν ότι δεν είναι οι σαστισμένοι δυσφορούντες που οφείλουν να κατανοήσουν την ερμηνεία της πουστιάς που παίζεται. Εκείνοι, έχουν κάνει ήδη το μεγάλο βήμα. Έκαναν την αρχή. Συμμετέχουν σε πρωτόγνωρες διαδικασίες γενικών συνελεύσεων που, όπως είπε κάποια χθες στο Σύνταγμα, έρχονται από το μέλλον. Ή αποδέχονται, τουλάχιστον, αυτή την κατάσταση. Σ’ αυτές τις διαδικασίες είναι αποφασισμένοι ν’ ακούσουν όποια άποψη θα έθετε σε νέες βάσεις τον τρόπο σκέψης τους. Τολμούν ν’ ακούσουν, για παράδειγμα, απόψεις που αμφισβητούν την έννοια της ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας, απόψεις που αποκαλύπτουν τη συστημική φύση της, που αποδεικνύουν ότι αυτή η ανάπτυξη ταυτίζεται με την εδραίωση ενός κοινωνικού – οικονομικού συστήματος που προγραμματισμένα γεννά κρίσεις σαν τη σημερινή. Παρ’ ότι, η ανάπτυξη, στο βαθμό που σημαίνει και δουλειά, ασφάλιση, βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, ήταν γι’ αυτούς το ζητούμενο. Κι ας είναι η ανάπτυξη, με γλαφυρούς επιθετικούς προσδιορισμούς, σημαία της επίσημης και εν πολλοίς της ανεπίσημης αριστεράς…
Το πεδίο της δόξας είναι λαμπρό. Ιδού. Για πρώτη φορά ο πιο μειοψηφικός λόγος μπορεί να αναμετρηθεί ισότιμα με τον κυρίαρχο. Αυτός ο μειοψηφικός λόγος καθίσταται προνομιακός στη διαδικασία της πλατείας. Γι’ αυτό και μου φαίνεται δευτερεύον το αν θα πλουμιστεί με σημαίες, κονκάρδες, σφυροδρέπανα, κυκλάλφα και άλλα αξεσουάρ. Όση ιστορία κι αν έχουν πέντε άνθρωποι που πριν από τριάντα σχεδόν χρόνια, πανηγύριζαν για τα γιοφύρια του Χότζα στην Αλβανία, μιλούσαν σα ρομπότ και έστηναν εμφυλίους βορείων – νοτίων, ας υπερασπιστούν τις θέσεις τους (προσεγγίζοντας το λόγο των ανθρώπων που τα αγνοούν όλα αυτά) κι όχι τα σήματά τους.
Άλλες υποθέσεις αξίζει να κερδηθούν. Αξίζει, για παράδειγμα, οι άνθρωποι στην πλατεία να πειστούν ότι δεν φταίνε οι μετανάστες αν δε βρίσκουν δουλειά, ότι δεν φταίνε, περισσότερο απ’ τους αυτόχθονες, για την όποια εγκληματικότητα, ότι τα κανάλια σπέρνουν πανικό, ότι κάποιες γειτονιές δεν υποβαθμίστηκαν επειδή εγκαταστάθηκαν μετανάστες, αλλά οι μετανάστες βρέθηκαν εκεί γιατί ήταν ήδη υποβαθμισμένες, ότι πίσω από τις βιτρίνες της αθλιότητας κρύβονται άθλια συμφέροντα, ότι η θέση των μεταναστών είναι στην πλατεία, ότι ο αγώνας αυτός πρέπει να είναι κοινός. Το δεύτερο τρυγόνι που θα στοχεύει αυτός ο σμπάρος είναι οι ξυλοπόδαροι του έρποντος φασισμού.
Τα μάτια αυτού του μετανάστη στην πλατεία Συντάγματος, είναι γεμάτα ελπίδα. Είναι διαφορετική από τη δικιά μας ελπίδα;
  

του Άγγελου Κ., http://www.aformi.gr/


Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

ορειβάτες στην υπόγα




άιντε βρε ασίκηδες, άιντε βρε μαγκίτες
μην κορόιδα πιάνεστε, άι με τους αλήτες
άιντε βρε ξενύχτηδες, άιντε δερβισάδες
άστε τους αυτόμολους, τους παραφυάδες


άιντε μες στο λήθαργο πάλι θα ηχήσει
μίας σάλπιγγας στριγκλιά να ταρακουνήσει
άιντε τους απόκοσμους, τους απορημένους,
λιποτάκτες ποιητές, απονενοημένους


άιντε περιστρέφομαι γύρω απ’ την αγχόνη
με κοιτούν αδιάφορα δήθεν οι προγόνοι
κι όπως σπάω την κούτρα μου μπας και βγάλω άκρη
της κυκλοθυμίας μου γεύτηκα το δάκρυ


άιντε της αντίστασης κάτι ταβλαδόροι
ζώστηκαν και τ’ άρματα πήραν και τα όρη
άι μες στην υπόγα τους για ορειβασία
κίνησαν ακόλουθοι σε μιαν οπτασία





haydi μ’ αρπάζεις στο γκρεμό τραγούδι για να κάνω
χαρώτο το μωράκι μου ώστε που ν’ αποθάνω


Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Νίτσε: ΦΘΙΝΟΠΩΡΑ ενός λαού




Είναι τόσο αβέβαιο το μέλλον,
που οι άνθρωποι ζούνε κάθε μέρα με την αγωνία στην ψυχή,
και η ψυχική αυτή κατάσταση παρέχει θαυμάσιες ευκαιρίες
στους κάθε είδους πειρατές.
Γιατί, κι όταν αποπλανιώμαστε και διαφθειρόμαστε,
το κάνουμε μόνο και μόνο «για μια μέρα»,
και φυλάμε την αρετή για το μέλλον.
Γνωρίζουμε πως το άτομο,
αυτός ο πραγματικός «καθαυτό» άνθρωπος,
σκέφτεται τα πράγματα της στιγμής
πολύ περισσότερο από τον άνθρωπο της αγέλης,
γιατί δεν πιστεύει πως μπορεί να στηρίζεται στον εαυτό του περισσότερο απ’ όσο στηρίζεται στο μέλλον.
Όμοια αφοσιώνεται στους τυράννους,
γιατί πιστεύει πως είναι άξιος για πράξεις και για έρευνες,
που δεν μπορούν να υπολογίζουν ούτε στη νοημοσύνη,
ούτε στη συγγνώμη του πλήθους…
Ενώ ο τύραννος ή ο Καίσαρας κατανοεί το ατομικό δίκαιο,
ακόμα μέχρι και τις φρικαλεότητές του,
γιατί αυτό, έχει συμφέρον να επιτρέπει
μια πιο τολμηρή προσωπική ηθική,
και να την συγχαίρει μάλιστα.
Γιατί πιστεύει για τον εαυτό του,
και θέλει να πιστεύουν και οι άλλοι,
εκείνο που είχε πει κάποια μέρα ο Ναπολέοντας:
«Έχω το δικαίωμα να απαντήσω
σε όλα σας τα παράπονα
μονάχα με ένα ΕΓΩ.
Είμαι ξεχωριστός απ’ όλο τον κόσμο
και δεν δέχομαι όρους από κανέναν.
Πρέπει να υποταχτείτε σ’ όλες μου τις ιδιοτροπίες
και να θεωρείτε απλό και λογικό
το ότι διασκεδάζω με αυτόν τον τρόπο».
Τα λόγια αυτά ο Ναπολέοντας τα είπε στη γυναίκα του
μια μέρα που εκείνη αμφέβαλλε για την πίστη του.

Εποχές διαφθοράς, είναι οι εποχές εκείνες
που τα μήλα αρχίζουν να πέφτουν από τα δέντρα.
Δηλαδή οι άνθρωποι εκείνοι,
που φέρνουν μέσα τους το σπέρμα του μέλλοντος,
οι πρωτεργάτες του πνευματικού αποικισμού,
εκείνοι που επιθυμούν να αλλάζουν
τους δεσμούς της κοινωνίας και του κράτους.


Η διαφθορά,
η λέξη αυτή,
δεν είναι τίποτ’ άλλο
παρά ένας υβριστικός όρος
των ΦΘΙΝΟΠΩΡΩΝ ενός λαού.





Φρ. Νίτσε, Η Θεωρία του Σκοπού της Ζωής
(κεφ. Τα Συμπτώματα της Διαφθοράς)
εκδ.  Ν. Δαμιανού, Αθήναι
μτφ. Χρύσας Αντωνίου

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

όλη η ελλάδα ατέλειωτη πλατεία



 να ξαναρχίζω να ξανανησυχώ;




όπου κοιτάζω να κοιτάζεις
όλη η ελλάδα ατέλειωτη πλατεία
πλατεία, πλατεία, πλατεία του ιούνη
ανύπαρκτοι ’ναι οι σπιούνοι

ο λαός, έχει τώρα αγανακτήσει
μουντζώνει, μουντζώνει με τα δέκα
στο ίδιο τσουβάλι ο τζέφρι κι η αλέκα
σημαίες σε μασκαράτα γκρέκα

κυράδες, φιλάνθρωποι παπάδες
μπλόγκερς τζιπάτοι, χρεωμένοι φεϊσμπουκάδες
η ευανθούλα κλαίει πριν να κοιμηθεί
που πια στο σόπιν θεραπεία δε θα βρει

στα γήπεδα η ελλάδα αναστενάζει
στα σόσιαλ μίντια τούς φίλους τούς ξεκάνει στη στιγμή
στέκει στο περίπτερο αγοράζει
φυλλάδες με βιβλία και ντιβιντί

όχι, όχι αυτό δεν είναι ρέκβιεμ
είναι η τρύπια στέγη της ελλάδας
είναι ο ψίλος που έχασε ένας μάγκας
κι ο ρεπόρτερ που καραδοκεί




Η παράγκα, του Σαββόπουλου