Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Χαϊκουβέντες


 (συμβαίνουν και στις καλύτερες πλατείες)


Με πλησιάζει
με μάτια γουρλωμένα!
Και με τρομάζει!

Ωχ, μου φωνάζει:
Τώρα ρε κλαμπαρχίδα,
θα σε σκοτώσω!

Κοιτώ με φόβο.
Μα, δεν τον ξέρω τούτον
το μπαγαπόντη.

Έχει ιδρώσει.
Τι λες ρε πούστη, βρίζει,
κι ας μη μιλάω.

Μα, τι συμβαίνει;
Τώρα με προσπερνάει
και συνεχίζει.

Ποιον απειλούσε;
Είναι λωλός; Ή κάτι
άλλο συμβαίνει;

Μα δεν τον βλέπεις;
Φοράει χαντσφρί, μιλάει
στο κινητό του!

Μην τον φοβάσαι,
μου λέει ξεκαρδισμένη
η μυημένη.

Θα καταρρεύσω!
Τα πόδια μου κομμένα,
παλμοί διακόσιοι.

Πώς γίναμ’ έτσι!
Χαντσφρίδες και ψυχάλες
δεν ξεχωρίζουν.



Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Συμβάν Πλατειών



- Ώστε συμβαίνει. Τι ακριβώς;
- Κάτι συμβαίνει. Συμβεβηκός.
- Συμβάν ορέον; - Επακριβώς.
- Ίσως μοιραίον; Μνήμης σηκός;

- Μπα, δε νομίζω. Βλέπω σημαία.
- Να ’ναι του έθνους αναβαθμός;
- Ίσως το στόρι θέλει άλλη μαία,
   άλλης ελπίδας είναι σταθμός.

- Ελπίδα; Βλέπω, σπουδαίες λέξεις.
  Έχεις και άλλες σημαντικές;
- Δημοκρατία. Θέλεις να παίξεις;
- Με λέξεις ανατριχιαστικές;

- Ανατριχιάζεις; Δεν το πιστεύω.
  Μ’ αυτή τη λέξη την πιο παλιά;
- Αν έχει αλήθεια, την ψαχουλεύω.
  Την αλητεύω σα σκανδαλιά.

- Μα, τι είσαι. Ξέρεις; Μικροαστούλης!
  Ο στερημέ καταναλωτής!
- Είδος ανώτερο είμαι. Δούλης
  το γέννημα είμαι επί της γης.

  Είς homo sapiens, όπως όλοι.  
  Κι οι τροϊκανοί και οι Γερμανοί.
  Παραλλαγές μόν’ ονειροπόλοι,
  λεν πως σκαρφίζονται, γης ουρανοί.
   
- Κι αν ήταν άλλα όντα ανώτερα
  σ’ αυτή τη γη, να μας τυραννούν
  και σε πειράματα, περί τα ενδότερα,
  να μας ντροπιάζουν, να μας χαλούν;

- Κάτι σαν τώρα. Και σαν το κάποτε
  και τα τοτέμ μας και τα ταμπού.
  Στης ιστορίας το οπωσδήποτε
  μέλλοντος, πρόγνωση προσκρούει, θαμπού.

- Στους ειδικούς, τότε, ας μη πιστέψουμε,
  δεν είναι ώρα για ταρζανιές.
- Τους Ροβεσπιέρους πά να μουσκέψουμε
  με νεροπίστολα. Κι απέ, κλανιές. 


Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

αδιάψευστο: για ποια κοινωνία;


Δεν ξέρω, στο κάτω κάτω, τι είναι αυτό που τους κάνει αυτούς λελέδες και τους άλλους μάγκες. Αυτούς που, τώρα που το κοινωνικό σύστημα τούς απειλεί, κι ας είναι σπλάχνα του, τώρα λένε το basta κι εννοούν πως αυτή η καμπή στη ζωή που βρέθηκαν είναι κρίσιμη, τους βγάζει στο δρόμο, στην πλατεία, είναι αμήχανοι, δεν συμμετείχαν (πολλοί από αυτούς) σε πορείες, οργανωμένες αλλιώς, παραδοσιακά, κινητοποιήσεις και τώρα βρέθηκαν (σε άλλο χρόνο) στον ίδιο τόπο με άλλους, μάλλον περισσότερο αγανακτισμένους, όμως τώρα βιώνουν το δικό τους δικαίωμα στο να γίνουν είδηση. Κι ας είναι "θετική" η είδηση, ας τους χειροκροτήσουν οι δαιμόνιοι ή εντεταλμένοι ρεπόρτερς.

Όμως, κάτι άλλαξε. Δεν είναι μόνο τα συνδικάτα, η αριστερά, οι αντιεξουσιαστές, η παράδοση – μ’ άλλα λόγια – του όποιου κινήματος, που ποτέ δεν απάντησε πειστικά στο γιατί ο κόσμος, όταν αυτοί κινητοποιούνταν, έμενε σπίτι. Στο γιατί ήταν περισσότερο πειστικοί οι άλλοι από αυτούς. Ή στο γιατί οι στημένες όσο και πνιγηρά πραγματικές μετρήσεις, στο γιατί τα ποσοστά τους στις δημοσκοπήσεις και στις εκλογικές αναμετρήσεις ήταν πενιχρά (εξαιρούνται οι αντιεξουσιαστές, που δεν συμπεριλαμβάνονται στα ερωτηματολόγια, αλλά, τι νόημα θα είχε;).

Γίνονται καταπληκτικές αναλύσεις για το τι συμβαίνει στο Σύνταγμα, στο Λευκό Πύργο, στην Πλατεία Γεωργίου κι αλλού. Μα κανείς δε λέει πως, αν δεν γίνει κάτι με – από – όλους αυτούς τους απολιτίκ, τους που τους έπιασε το εθνικό γαμώτο γιατί έφαγαν το χάπι «οι Έλληνες κοιμούνται», τους υποκουλτουρόπληκτους, θα γίνει με – για – ποιον;

Για ποια κοινωνία; 

27/5/2011

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

διαψεύσιμο: μισή καρδιά στην ισπανία




με τη μισή καρδιά στην ισπανία
η άλλη μισή εδώ πέρα να μισιέται
σκορπίζεται στην απηνή αγρυπνία
σε δρόμους βρώμικους, σκυφτή, και σπαταλιέται

δίχως ηγέτες και σημαίες, με γέλια στήνουν
κάθε  γιορτή στην άμεση δημοκρατία,
puerta del sol˙ κι απόψε θε να μείνουν
οι ιδέες θα ’χουν πάλι πλήρη απαρτία

όμως εδώ, στους δρόμους σέρνεται το φίδι
σαν τα ποντίκια τρομαγμένοι μετανάστες
καθώς χαράζει κι έχουν πια διαβεί οι μήδοι

κάποιοι μπερδεύονται, φτιάχνουν καινούριες κάστες
λένε το μέσο τους σκοπό, κρατούν ψαλίδι
και ξαναγίνονται της ζήσης τους δυνάστες


Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Παπαδιαμάντης - Τριανταφυλλόπουλος - Ψυχανάλυση - Θεολογία




Το 2011, έτος Παπαδιαμάντη, δίνει την ευκαιρία να ξαναγίνουν συζητήσεις για το έργο του Σκιαθίτη συγγραφέα, ιδιαίτερα από τους ειδικούς. Δίνει και το ερέθισμα στους μη ειδικούς να διαβάσουμε ή να ξαναδιαβάσουμε κάποια έργα του. Η φροντισμένη έκδοση των απάντων του από το Βήμα περιέχει διορθώσεις σε σχέση με την έκδοση του «Δόμου» από τον επιμελητή Δημ. Μαυρόπουλο και τον φιλολογικό επιμελητή Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο. Εξάλλου, για πρώτη φορά εκδίδεται το διήγημα «Το Γιαλόξυλο», που ανακαλύφθηκε πρόσφατα σε εφημερίδα του 1905. Και, εξίσου σημαντικό, οι 15 τόμοι είναι χρηστικοί, κάτι το οποίο δεν συνέβαινε με τους μεγάλου μεγέθους τόμους της έως τώρα εγκυρότερης έκδοσης, του «Δόμου».
Αυτή η εγκυρότητα οφείλεται στον σημαντικότερο μελετητή του Παπαδιαμάντη, στο Χαλκιδέο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο. Σε μια συνέντευξή του στο Βήμα της 22ης Μαΐου 2011, διατυπώνει για πολλοστή φορά τις θέσεις του για ένα έργο στο οποίο έχει αφοσιωθεί. Δεν παραλείπει να επαναλάβει ορισμένες εμμονές. Ο «εκκλησιασμένος» Παπαδιαμάντης, είναι αυτό και μόνο: εκκλησιασμένος. Που θα πει, δεν εξηγείται με άλλα, εκτός από τα θεολογικά, μεθοδολογικά εργαλεία. Κατ’ επέκταση, θεολογικά και μόνο μπορούμε να τον προσεγγίσουμε ως αναγνώστες.
Ο Ν. Δ. Τ. έχει ξεκαθαρίσει δημοσίως τη θέση του από το 1978, τουλάχιστον, όταν απευθυνόμενος στους κοινωνιολογίζοντες παπαδιαμαντολόγους, είχε επιμείνει ότι «ο Παπαδιαμάντης δεν είναι κοινωνικός συγγραφέας, αλλά θεολόγος» και είχε αναγάγει τη θεολογία σε «κατ’ εξοχήν χώρο του Παπαδιαμάντη». Ο ίδιος ο συγγραφέας, πάντως, χαρακτηρίζει το γνωστότερο έργο του «κοινωνικό μυθιστόρημα». Στις τελευταίες σειρές τής Φόνισσας, αναφέρει πως «νεανίδα την υπάνδρευσαν και την εκουκούλωσαν, και την έκαμαν νύφην οι γονείς της».
Άραγε η δεδομένη προσήλωση στη θεολογική γραφή επιτρέπει τη θεώρηση του μυστηρίου του γάμου ως κουκουλώματος; Τι είναι αυτό που οδηγεί τη φόνισσα Χαδούλα; «Εις τους λογισμούς της, συγκεφαλαιούσα όλην την ζωήν της, έβλεπεν ότι ποτέ δεν είχε κάμει άλλο τίποτε ειμή να υπηρετή τους άλλους. Όταν ήτο παιδίσκη, υπηρέτει τους γονείς της. Όταν υπανδρεύθη, έγινε σκλάβα του συζύγου της – και όμως, ως εκ του χαρακτήρος της και της αδυναμίας εκείνου, ήτο συγχρόνως και κηδεμών αυτού· όταν απέκτησε τέκνα, έγινε δούλα των τέκνων της· όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλιν δουλεύτρια των εγγόνων της». Δεν είναι αυτή η κοινωνική θέση της γυναίκας, όπως την αντιλαμβάνεται ο συγγραφέας; Πώς φτάνει να γίνει φόνισσα; Τη σπρώχνουν λόγοι κοινωνικοί, που τη βαραίνουν, τελικά, ψυχικά. Τη διαταράσσουν. Έτσι το ένιωσα κι όταν την ξαναδιάβασα.

Επιστροφή στη συνέντευξη στο Βήμα. Όχι για την κοινωνιολογική, αλλά για την ψυχαναλυτική προσέγγιση στον Παπαδιαμάντη ερωτάται ο κ. Τριανταφυλλόπουλος. Η απάντησή του: «Μου θυμίζετε πράγματα στα οποία είμαι αλλεργικός. Η ψυχαναλυτική ερμηνεία του βίου και του έργου του Παπαδιαμάντη δεν φελάει ντιπ καταντίπ. Ο Παπαδιαμάντης είναι άνθρωπος “εκκλησιασμένος” και δεν τον πιάνουν οι μοντέρνες σολομωνικές».
Τι εννοεί άραγε σολομωνικές; Μαγείες, ανοησίες, ή, απλώς, δυσνόητες θεωρίες; Μάλλον το πρώτο, αφού ο εκκλησιασμός προστατεύει από δαύτες. Ασφαλώς καθένας μπορεί να αντιλαμβάνεται όπως θέλει τις ανθρώπινες σχέσεις. Όμως, ακόμα κι αν είναι έγκυρος μελετητής του έργου ενός συγγραφέα, ή μάλλον ακόμα περισσότερο τότε, οφείλει να είναι ανεκτικός στις διαφορετικές προσεγγίσεις αυτού του έργου. Αυτό το τελευταίο, ισχύει, νομίζω, γενικά. Προφανώς, ο Ν.Δ.Τ. δεν είναι αλλεργικός στην ψυχαναλυτική ερμηνεία  του Παπαδιαμάντη, αλλά στην ψυχανάλυση. Που δεν φελάει ντιπ κανένα και για τίποτα. Αν, λοιπόν, κάτι δεν πάει καλά με τη θέση που παίρνει, αυτό οφείλεται στη διατύπωση. Δεν λέει ξεκάθαρα τη θέση του «απορρίπτω την ψυχανάλυση ως μοντέρνα σολωμονική». Λέει, «δεν τον πιάνουν». Όταν η θέση εκφέρεται από τον Ν.Δ.Τ. προσλαμβάνει την εγκυρότητα της επιστημονικής μελέτης (το ερευνήσαμε, δεν τον πιάνουν) και όχι της αντι-επιστημονικής καθολικής απόρριψης μιας «επιστημονικής ηπείρου».
Τι είναι, όμως, η Φόνισσα σύμφωνα με τον Ν. Δ. Τ.; Και πάλι είναι ξεκάθαρος, αυτή τη φορά στην εισαγωγή του στην έκδοση του Βήματος: «Ο Παπαδιαμάντης φρόντισε να μην αφήσει καμιά αμφιβολία στον αναγνώστη για το ερμηνευτικό κλειδί – ή το κινούν αίτιον – της Φόνισσας» αφού, επαναλαμβάνει ο επιμελητής, «…η ειρκτή και η Κόλασις ήτο μέσα της» για να προσθέσει «Η φιλανθρωπία, λοιπόν, της Φραγκογιαννούς είναι καθαρός δαιμονισμός, όπως δαιμονισμένου έργα ήταν και οι φόνοι του Ρασκόλνικωφ».
Η «Εφημερίς» του Κορομηλά, δημοσίευσε το 1889 σε συνέχειες το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Το έγκλημα και η Τιμωρία», σε μετάφραση Παπαδιαμάντη. Στον πρόλογο του έργου ο Εμμανουήλ Ροΐδης έγραφε: «Τοιούτους εἶχεν ὁ ἡμέτερος συγγραφεὺς συντρόφους καὶ συνεργάτας, οἵτινες καίτοι τοιαῦτα κηρύττοντες δὲν ἦσαν ἐν τούτοις, ὡς ἤδη εἴπομεν, κακοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ μόνον «Δαιμονισμένοι» (Μπέσοι) ὡς ἐβάπτισεν αὐτοὺς ἐν τῷ οὔτω ἐπιγραφομένῳ ἀθανάτῳ ἔργῳ του, ἀφοῦ κατώρθωσεν ὁ ἴδιος ν’ ἀπαλλαγῇ τοῦ μηδενιστικοῦ δαιμονίου, ἀναγινώσκων τὸ Εὐαγγέλιον ἐν Σιβηρίᾳ». Για να προσθέσει, αμέσως μετά:  «Καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην ὅμως ἀπαλλαγὴν ἀπομένει, κατὰ τὴν γνώμην αὐστηροτέρων τινῶν κριτῶν, νοσηρόν τι καὶ ἀνισόρροπον ἐν τοῖς πλείστοις τῶν ἔπειτα ἔργων».
Πέρα από τη δυσκολία σύγκρισης απόψεων που εκφράζονται με χρονική διαφορά μεγαλύτερη του αιώνα, ο Ροΐδης, αφού ταυτίζει τον συγγραφέα με τον ήρωά του, σχεδόν ταυτίζει και το «μηδενιστικόν δαιμόνιον» με «νοσηρόν τι και ανισόρροπον», από το οποίο δεν τον απάλλαξε η εν Σιβηρία ανάγνωση του Ευαγγελίου. Στην περίπτωση του Ν. Δ. Τ., η δαιμονισμένη Φραγκογιαννού, που έχει μέσα της την κόλαση,  νοείται ως τέτοια από τον εκκλησιασμένο δημιουργό της. Αν και δεν γράφεται, συμπεραίνω ότι, όπως για κάθε δαιμονισμένο, η σωτηρία της περνάει από τον εξορκισμό.
Στις 35.400 περίπου λέξεις της Φόνισσας, εμφανίζονται από μία φορά οι λέξεις «δαιμονία» και «δαιμονικόν»: Διαβάζουμε «…της ήρχετο αληθής λιποθυμία, ωσεί ανωτέρα τις, δαιμονία θέλησις να ήθελε να καλύψη το ψεύδος της» και «…οι λίθοι εχόρευον δαιμονικόν χορόν την νύκτα. Ανωρθούντο, ως έμψυχοι, και κατεδίωκον την Φραγκογιαννού, και την ελιθοβόλουν, ως να εσφενδονίζοντο από αοράτους τιμωρούς χείρας». Ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποίησε και το παραλογίζω –ομαι, το παραλογισμένος: «Της Φραγκογιαννούς άρχισε πράγματι «να ψηλώνη ο νους της.  Είχε «παραλογίσει» επί τέλους», «Αλλ' είχε «παραλογίσει» πλέον. Δεν ενόει καλά τί έκαμνε, και δεν ωμολόγει εις εαυτήν τι ήθελε να κάμη», «Εξύπνησε παραλογισμένη, φρίσσουσα·», «…πράγματι, είχε «παραλογίσει» αναπολούσα όλ'αυτά τα πάθη της…». Κι ακόμα, εμφανιζόμενη η φόνισσα «αλλοφρονούσα» και «ως εν αλλοφροσύνη και εν πλάνη ονείρου», επαναλαμβάνει «ο Θεός μ’ έστειλε».
Παρασύρθηκα σε φιλολογίζουσες, ή δεν ξέρω ‘γω τι, αναφορές, μόνο και μόνο για να φανεί ότι δεν είναι, δα, κουφό το να αναγνώσει κάποιος με ψυχαναλυτική διάθεση τη Φόνισσα, ως ευρέως γνωστό παπαδιαμαντικό παράδειγμα γραφής. Σε καμιά περίπτωση αυτό δε σημαίνει ότι μπορεί κάποιος να ερμηνεύσει μονοδιάστατα ένα συγγραφέα, να ισχυριστεί ότι μπορεί να αποκαλύψει με μέθοδο τις προθέσεις του. Και, αν και ηχεί αρκετά ψυχαναλυτικό, ο ίδιος ο συγγραφέας δεν γνωρίζει τα βαθιά του κίνητρα. Ας μην ξεχνάμε ότι η ψυχανάλυση και η ψυχιατρική αποτελούν πυλώνες των εξουσιών στη ζωή μας. Και ότι ο ψυχαναλυτικός λόγος διαχέεται μοριακά και επικαθορίζει πολλαπλά τις σκέψεις και τις σχέσεις μας. Πόσο μάλλον, όμως, συμβαίνει αυτό με τον ορθόδοξο χριστιανικό λόγο. Και όχι πόσω μάλλον.
Εν κατακλείδει, ας απολαύσουμε τον Παπαδιαμάντη και, αν θέλουμε, ας τον ερμηνεύσουμε όπως θέλουμε, χωρίς δαμόκλεια σπαθιά, είτε φιλολογικά, είτε ψυχαναλυτικά, είτε ότι να ’ναι, να απειλούν   την ευχαρίστηση και τις εξηγητικές επιλογές μας. Όπως τον απόλαυσαν ο Φλώρος Φλωρίδης, ο Μιχάλης Σιγανίδης και ο Κώστας Βόμβολος, δημιουργώντας πριν από χρόνια το μουσικό σχήμα Wutu Wupatu, από το ομώνυμο διήγημα Γουτού Γουπατού. 


Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

μιλησίων γυναικών αρεταί






πάθος δεινό κι αλλόκοτο
άδηλος η αιτία
η ορμή περιμανής για την αγχόνη
μυστήριο στου θάνατου τ’ αλώνι

λόγοι και δάκρυα γονιών
παρηγοριές των φίλων
δεν πιάσαν τόπο ντίπου

μωρέ
τι ’τανε κείνο το κακό
λοιμός αλλόκοτος του αυτοχειριασμού
μανία για την παρηγοριά τη μόνη
για την απέραντη του πέλαου σαστιμάρα
πάθος ν’ απαλλαγούν απ’ της ζωής το βάσανο
σοφία ανυπέρβλητη
μ’ ανυπεράσπιστη στου ντροπιασμού
τον αιφνιδιασμό

του ανασασμού η σαγήνη
πάγωσε
στης εντροπής εσύρθηκε
την πιο φριχτή απειλή



λες κι η ευωδιά απ’ τον κήπο του θανάτου
φώλιασε μες στις μύτες τους
μιλήσιες παρθένες
να κρεμαστούν αποζητούσαν
την τελική ηδονή ποθούσαν

με πανουργία ξεφεύγαν απ’ όσους τις αγάπησαν
που θα πει
όχι πως θέλαν να τις φχαριστήσουν
με διευκολύνσεις για το φρενιασμένο τάξιμό τους
αλλά πως με το ζόρε, με ζωή
πασχίζαν να τις βασανίσουν
για του στυγνού εγωισμού την εξουσία

ενός νουν έχοντος ανδρός η πονηριά
έσωσε τους οικείους απ’ την οργή του πόνου
που όταν κοπάζει
έχει σαλέψει τα μυαλά

τα πτώματά τους
θα περιέφεραν
γυμνά
και
με το νόμο


έτσι
η ντροπή του σώματος
νίκησε κατά κράτος
τον πόθο
του θανάτου

οι νόμοι
πάντα αργούν για κάποιους
μα κάποιους άλλους τους μποδίζουν τη ζωή
και της μιλήτου τις παρθένες
ο νόμος
τις απάλλαξε απ’ τη γλύκα του θανάτου







μα
είδατε ποτέ σας πτώματος πρόσωπο
να κοκκινίζει από ντροπή;

ή
μήπως
μάθατε για νόμο που να καταργεί το θάνατο;



Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

στην παλιά μου γειτονιά



Ανηφόρησα όπως τότε
Μα χωρίς μυρωδιές
Χωρίς τη σκόνη
Ιδέα μου ήταν, στα σίγουρα, πως
Μύριζε φορμόλη


Μια κασέτα για την άστοργη πόλη
Τη μάσησε το κασετόφωνο
Σαν ακούστηκε απ’ της ήττας το μπιστόλι
Υπόκωφη στην αρχή, μετά κυνική μπαλωτέ


Οι φλυαρίες κατηφόριζαν
Ανοηταίνουσες, ασθμαίνουσες,
Χαίνουσες σαν πληγές
Έκρυθμες σιγές
Σέι γες ορ νοτ ορ πες ναι ή όχι
Ή κλωθογύρνα στην ομήγυρη
Των περιπτωσιολόγων


Κωλολέξεις, ναι, τετριμμένες,  
Για του χτες τη σιχαμάρα, εντέλει
Σαν το φίδι γλιστράει, σαν το χέλι
Η ανάρτηση θαρρείς πως το θέλει
Πουτεσπέλονγιου, ανοικείων τα βέλη


Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Δημόσιοι Υπάλληλοι


Κ. Καρυωτάκης, από τη συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες (1927)



Οι υπάλληλοι αναλώσιμοι, όπως πάντα,
δυο δυο, μες στα γραφεία τους σκυμμένοι.
Και γι’ αύριο εκκρεμότητα τους μένει.
Το κολατσιό ξεχάσαν μες στην τσάντα.

Τους ακτινοβολούν παλιές οθόνες,
στα πλήκτρα άσκοπα τα δάχτυλά τους τρέχουν.
Δαίμονες των λεπτών και τους κατέχουν·
στο ωράριο τούς τσακίζουν σαν αιώνες.

Αιώνες διεκπεραίωσης εγγράφων
θα ξεχαστούν. Καθώς δικτυωμένοι
με κωδικούς και πιστοποιημένοι,

όμηροι, λες, των γκρίζων τους κροτάφων,
διεκπεραιωτές των τραγελάφων,
τους ώμους
θα σηκώνουν οι καημένοι.


Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

σιωπώ μετανάστη



σιωπώ μετανάστη
τώρα που μαθαίνω τους διωγμούς σου
σιωπώ γιατί ντρέπομαι

όταν πλησιάζεις στον κήπο και ζητάς δουλειά
όταν το πρωί σε κοιτώ μέσα από τ’ αυτοκίνητο και
με κοιτάς κι εσύ
ντρέπομαι, στρέφω το βλέμμα

ξέρω πως αρκέστηκα
να σε υπερασπιστώ σε συζητήσεις
με όσους σε μισούν γιατί φοβούνται
όχι εσένα μα
τους εαυτούς τους

υπερασπίστηκα την προσφυγιά σου
στο βάθος υπερασπιζόμουν ένα αστείο άλλοθι
σε όσα την προκάλεσαν
υπερασπίστηκα τη συμβολή σου στην ανάπτυξη
της οικονομίας της πατρίδας μου
σα να ’λεγα
δείτε πόσο στυγνά τον εκμεταλλευτήκαμε
κι αυτός χαμογελαστός ζητάει δουλειά
είναι το αθώο θύμα

τώρα σιωπώ
λέω καμιά φορά
θα τους πνίξει το αίμα που τους λούσαμε
το δικό τους και το δικό μας
θ’ απελπιστούν γι’ αέρα
θα υποταχθούν στη λεπίδα της εκδίκησης

φοβάμαι την αλήθεια
που κρύβεται στ’ αθλητικά μου παπούτσια
στους τοίχους του σπιτιού
στο χαλάκι του διαδρόμου
στο κινητό και στην κάμερα
λέω πώς ν’ αντισταθώ

πώς να μη σιωπώ αφού
ποτέ δεν σ’ έκανα παρέα
αφού συναναστράφηκα όσους σε φοβούνται
αφού μόνο σε κάτι φεστιβάλ
εξάγνισα την ενοχή μου


Η τυχαία Οφηλία (la femme de chambre)


Κι έτσι, η Οφηλία στάθηκε μοιραία για τον Δομήνικο. Ο ισχυρός άνδρας, που τα είχε καταφέρει μια χαρά μέχρι σήμερα με τις Ελληνίδες, και με τους Έλληνες, την πάτησε από μια Αφροαμερικανή, στο λημέρι του, στο Σόφιτελ .

Το φρανσοσιαλαγρίμι των αγορών πισθάγκωνα χειρο-πεδεμένο στις οθόνες σας. Ο άρτος μεν μπαγιατεύει, το δε θέαμα, φρεσκαδούρα. Ο άτεγκτος νόμος στη χώρα της ελευθερίας.

Η αντιαμλετική Οφηλία ξεκίνησε την καριέρα της στα ελληνικά δελτία σαν καθαρίστρια, γρήγορα όμως εξελίχθηκε σε καμαριέρα, για να πάρει η υπόθεση πιο σκανδαλιστική, πικάντικη, γαργαλιστική διάσταση. Μεταφραστικό λάθος; Η καμαριέρα – θήραμα έβγαλε νύχια. Σκευωρία;  Έχει σημασία;



 Ένα είναι σίγουρο. Πατριώτες, χάσαμε τον άνθρωπό μας. Δεν μας το είχαν πει, αλλά χάρη σ’ αυτόν είχαμε πέσει στα μαλακά μέχρι τώρα. Τώρα αρχίζει το πανηγύρι. Δεν έπιασαν οι ζέστες. Μη σας μπερδεύουν τα χνώτα απ’ τις ύαινες των αγορών.  



17/5/2011

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Eπ! Aναστάση!




θα ’ρθω πάλι κάποιο βράδυ στην αυλή σου
θα μπω στο τσαρδί σου
σάμπως καβαλάρης, σάμπως μακελάρης
θα κοπεί η φωνή σου

θα ’ρθω για να σου θυμίσω τη χαμένη
λέξη – οροσειρά
ξέφτισε το νόημά της κι η φθορά
έφερε επανάσταση στις πάνες για μωρά
μοναχά

με την επανάσταση στο digital design
τρόμαξε κι ο Κάιν
όλα τα αντράκια ανδρείκελα χεσμέ
πρώην λυσσασμέ
για την επανάσταση χανούμισσα φατμέ


ξάφνου ο μακελάρης μεταμορφωμένος
στέκω σα χαμένος
σαν ετοιμοθάνατο πουλί σαλεύω
τάχα μ’ πως θεριεύω

μία σπιρουνιά και τ’ άλογο τσινάει
κάτω κοπανάει
τον αφέντη καβαλάρη και πετάει
πήγασος low fly




περίμενα καιρό την πόρτα να χτυπήσεις
χωρίς σταλιά ντροπή να με κατηγορήσεις
το σάββατο με ζόρισες, την κυριακή προχώρησες
δευτέρα τόπο, χρόνο και τρόπο όρισες

διάβηκες δρόμο μακρύ μα δεν κουράστηκες
το δέρμα σου τσιτώθηκε με καταράστηκες
σαν μπήκες στην αυλή, σα να μετάνιωσες
σκόνταψες σ’ ένα εμπόδιο και κοντοστάθηκες

ήταν ένα πουλί ετοιμοθάνατο
κελάδαε για τον έρωτα και για το θάνατο



Μάης 2009


Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

φτηνή εργατική δύναμη



Όσο περισσότερο το αγχωτικό τριπ τής συμπίεσης του εισοδήματός μας θα συνεχίζεται, τόσο θα γίνεται πιο ξεκάθαρη, απαλλαγμένη απ’ τα περιττά της κατανα-λωτικής υποδούλωσης, η θέση μας στην κοινωνία και στην παραγωγή. Ή, απλούστερα, το γιατί δουλεύουμε.

Ο λόγος είναι πολύ απλός, διεξοδικά εξηγημένος: δουλεύουμε για να αναπαράγουμε την εργατική μας δύναμη. Την οποία πουλάμε σα να ήταν το δικό μας εμπόρευμα. Με τις εισπράξεις μας αγοράζουμε τα ρούχα για τη δουλειά, το κολατσιό και τον καφέ στη δουλειά, πληρώνουμε τα εισιτήρια για να πάμε στη δουλειά ή τη βενζίνη για να πάμε στη δουλειά, πληρώνουμε και τη συντήρηση του αυτοκινήτου, που είχαμε αγοράσει με ένα μέρος των παλαιότερων εισπράξεων ή επί μήνες πληρώνουμε τη δόση του δανείου για την αγορά του. Ακόμα, αγοράζουμε τα υλικά για το φαγητό στο σπίτι, πληρώνουμε ρεύμα, νερό και τηλέφωνο, γιατρούς και φάρμακα. Πληρώνουμε με δυο λόγια ό,τι χρειάζεται για να μπορούμε κάθε μέρα να είμαστε αποδοτικοί στη δουλειά μας.  Δηλαδή, να καθιστούμε θελκτικό (μεγάλη μπουκιά φάε) το εμπόρευμά μας.

Η αξία της εργατικής μας δύναμης ανταλλάσσεται με τα μέσα για την αναπαραγωγή της. Αυτό συνέβαινε πάντα. Ήταν λίγο περισσότερο φτιασιδωμένο, αλλά και το γυμναστήριο (δεν έχω πάει ποτέ) και οι διάφορες ψυχαγωγίες κι όλα τα σχετικά της τρυφηλότητας* που χάνεται (ρολογάκι, αρωματάκι, καδράκι, καινούριο λάπτοπ, σπορ πατούμενο, ταξιδάκι, πάσχα-χριστούγεννα-καλοκαίρι-σουκού κλπ κλπ) την ίδια δουλειά έκαναν. Σε βαθύτερο, ως προς την κατανόηση της ραδιουργίας, επίπεδο, αλλά την ίδια δουλειά έκαναν.



*την τρυφηλότητα τη χρησιμοποίησε σε πρόσφατη συνέντευξή του 
ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου και μου άρεσε…


13/5/2011


ω, συνεπής αριστερά

 
 
 πόσο είν’ αστεία της αριστεράς η ζάλη
ένα τισέρτ πάντα 'δειανό, μια μουγκαμάρα
σα χάος που χώρεσε σ’ αγύριστο κεφάλι
και βλαστημάει την ξεπεσμένη της τη φάρα



ω, συνεπής αριστερά
μοιάζεις αθώα περιστερά
δαγκάνες σφίγγεις τρυφερά
πατάς γερά

στης ιστορίας τον καημό
ταΐζεις τη ζωή θυμό
των ιδεών σου το λιμό
ξανά τιμώ

ω, συνεπής αριστερά
οι μάρτυρές σου φλογερά
σε επεισόδια αιματηρά
χωρίς πυρά

στραγγίζονται μες στον ηθμό
στης ιστορίας το διασυρμό
γουρούνια αφήνουν μυκηθμό
με βδελυγμό

ω, συνεπής αριστερά
δόντια δεν έχεις κοφτερά
ούτε φτερά γυαλιστερά
μα ψυχερά

δεν βγαίνεις από το συρμό
πιστή στον εξουσιασμό
πέρδεσαι, βιώνεις τον κνησμό
μες στο σεισμό


Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

Εισπράξεις


Τα τελευταία χρόνια μάθαμε να εισπράττουμε τα πάντα. Αυτό που λες, το εισέπραξα σαν απειλή ή σαν κομπλιμάν ή σαν κάτι τέλος πάντων. Παρατηρώ ότι δεν χρησιμοποιείται, αντίστοιχα, το ρήμα καταβάλλω. Το θέμα, δηλαδή, είναι πώς εισπράττουμε κάποια λόγια, μια χειρονομία κλπ. Όχι πώς μας τα κατέβαλε κάποιος. Ίσως γιατί οι διάφορες σχεσιακές ανταλλαγές δεν είναι ξεκάθαρες, δεδομένης και της φροϊδογενούς ερμηνευτικής τού σημαινόμενου. Πάντως, τις διαπροσωπικές συσχετίσεις μας τις αντιλαμβανόμαστε, να μη πω τις αισθα-νόμαστε, σαν ανταλλαγές.
Δεν μπορώ να φανταστώ να τελειώνει αυτή η κατοχή. Η σκέψις εάλω. Γι’ αυτό, ας επιτρέψουμε την καθολική εισβολή των οικονομικών όρων στον καθημερινό μας λόγο, ας υπερβάλλουμε, ας κάνουμε το αίσχος αισχρότερο. Ας μιλήσουμε για ανταλλακτήρια συναισθημάτων, για κάθετη πτώση του δείκτη της στοργής, για εκτίναξη του σπρέντ της ευχαρίστησης.

Τώρα που το σκέφτομαι, από μικρός θυμάμαι τη λέξη καρπαζο-εισπράχτορας. Την είχα χάσει, αλλά επιστρέφει. 

11/5/2011