Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

αναπόφευγο: η ΔΙΕΘΝΗΣ





κάτι τέτοιες μέρες αναζητώ 
τ' αρχέτυπα
απ' τις παλιές τις μέρες
τις ξεχασμένες
και τα τραγούδια 
που ξεχασμένα κι αυτά
ξεπηδούν στην πραγματικότητα
κι ακούγονται σαν τωρινά

κάτι ώρες σαν κι αυτές,
αν κι είχα πει: οι ύμνοι όλοι είναι σκατά,
σα να ρυθμίζονται τα βήματά μου από τη διεθνή
σα να ξεφεύγει από τον έλεγχό μου 
η γροθιά
και σα να υψώνεται για ν' απειλήσει
την πραγματικότητα που 
ανασκουμπώνεται όπως
θα έπρεπε να είχε
προβλεφθεί

τέτοιες στιγμές όπως και τούτη
ακούω από μακριά μια χορωδία
όχι
δεν τους ακούω απελπισμένους
έχουν τη σιγουριά εκείνου που 
πιστεύει πως
θα νικήσει

αν όχι 
στον αγώνα με το κεφάλαιο
πάντως
στον αγώνα με το κεφάλι του

για την ήττα φροντίζουν πάντα οι πολλοί

το αδύνατο επιδιώκεται σαν αγωνία
για το ζόφο που σχεδιάζουν
οι πολλοί 
οι θεατές
οι άλαλοι


από το φιλμ του Ken Loach "Land and Freedom" (1995) by 



Η ΔΙΕΘΝΗΣ

εμπρός της γης οι κολασμένοι
της πείνας σκλάβοι εμπρός, εμπρός
το δίκιο από τον κρατήρα βγαίνει
σα βροντή σαν κεραυνός
φτάνουν πια της σκλαβιάς τα χρόνια
όλοι εμείς οι ταπεινοί της γης
που ζούσαμε στην καταφρόνια
θα γίνουμε το παν εμείς

θεοί, αρχόντοι, βασιλιάδες
με πλάνα λόγια μας γελούν
της γης οι δούλοι και οι ραγιάδες
μοναχοί τους θα σωθούν
για να λείψουν πια τα δεσμά μας
για να πάψει πια η κλεψιά
να ιδούνε πρέπει την γροθιά μας
και την ψυχή μας, τη φωτιά

εμπρός μονάχη μας ελπίδα
είναι η σφιγμένη μας γροθιά
κάτω οι πολέμοι και η πατρίδα
ζήτω, ζήτω η λευτεριά
και αν θελήσουν να δοκιμάσουν
της ψυχής μας τους κεραυνούς
να ιδούνε τότες θα προφτάσουν
πώς είναι οι σφαίρες μας γι’ αυτούς

σκληρός ο νόμος μας ξεσκίζει
κι οι φόροι ασήκωτοι για μας
ο πλούσιος ότι κι αν κερδίζει
είναι πλούτος της κλεψιάς
η σκλαβιά, η αδικία φτάνει
όχι πια ταπεινοί και σκυφτοί
αδέλφια η φύση όλους μας κάνει
και είμαστε ίσοι εμπρός σ’ αυτή

οι πλούσιοι άσπλαχνα μας γδέρνουν
και μας αρπάζουν το ψωμί
τον κόπο μας αυτοί κι αν παίρνουν
για μας η πείνα, πληρωμή
της δουλειάς όλοι οι κλέφτες κάτου
δίκιο τώρα ο φτωχός ζητάει
όσα γυρεύει είναι δικά του
κι όταν θελήσει τ’ αποκτάει

εμάς που αδιάκοπα η δουλειά μας
γεννάει της γης τους θησαυρούς
όλα τα πλούτη είναι δικά μας
όλα ανήκουν στους φτωχούς
τώρα πια κόρακες και ακρίδες
δεν σκεπάζουν τον ουρανό
χρυσός ο ήλιος στέλνει αχτίδες
χαμόγελο παντοτινό


στον αγώνα ενωμένοι
κι ας μη λείψει κανείς
ω νάτη! μας προσμένει
στον κόσμο η διεθνής


στίχοι: Ευγένιος Ποτιέ, 1871. 
μουσική: Πιέρ Ντεζετέ, 1888
μετάφραση στα ελληνικά: Γιάννης Πικρός, 1912




από  




Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

Μπάροουζ: πολτοποιημένοι πληθυσμοί
(πιο δημοκρατικό)





από το ΣΥΜΠΑΝΤΟΥΜ στο
NOVA EXPRESS


Andre Perkowski, 


Ο βασικός μηχανισμός της νόβα είναι πολύ απλός: Δημιουργείτε πάντα όσες πιο πολλές ανεπίλυτες προβληματικές καταστάσεις μπορείτε και επιδεινώνετε πάντα τις ήδη υπάρχουσες – Αυτό το πετυχαίνετε με το να ρίξετε στον ίδιο πλανήτη μορφές ζωής που δεν μπορούν να συνυπάρξουν – Δεν υπάρχει βέβαια τίποτα «λανθασμένο» με οποιαδήποτε μορφή ζωής αφού το «λανθασμένος» αναφέρεται μονάχα σε σχέση με τις συμπλοκές μεταξύ άλλων μορφών ζωής – Το ζήτημα είναι ότι αυτές οι μορφές ζωής δε θα έπρεπε να βρίσκονται στον ίδιο πλανήτη – Οι συνθήκες διαβίωσής τους είναι κατά βάση ασυμβίβαστες, δεν μπορούν να συνυπάρξουν στον παρόντα χρόνο και η δουλειά της Συμμορίας Νόβα είναι ακριβώς αυτό, να τις διατηρούν στον παρόντα χρόνο, να δημιουργούν και να επιδεινώνουν τις προβληματικές καταστάσεις στην έκρηξη ενός πλανήτη δηλαδή στη δημιουργία ενός νόβα –


Andre Perkowski, 



Έμεινα λοιπόν μόνος όπως πάντα – Καταλαβαίνετε εγώ έχω γεννηθεί σε νόβα μέσα σε τέτοιο πόνο που κανείς άλλος δεν μπορεί να αντέξει χωρίς να σπάσει – Γεννιέμαι ξανά και ξανά ανάμεσα στους πληρωμένους γαλαξίες – Είμαι μόνος όχι όμως «μονάχος» όπως το εννοείτε εσείς – Η μοναξιά είναι προϊόν της δυαδικής δομής των θηλαστικών – «Μοναξιά», «αγάπη», «φιλία» κι όλα τα συναφή – Δεν είμαι δύο – Είμαι ένα – Για να διατηρήσω όμως την κατάσταση αυτή της μοναδικότητας χρειάζομαι τη δυαδικότητα που υπάρχει στις άλλες μορφές ζωής – Πρέπει να μιλάει κάποιος άλλος για να μένω εγώ σιωπηλός – Αν κάποιος άλλος γίνει ένα τότε εγώ έχω γίνει δύο – Αυτό μας κάνει δύο ένα μας κάνει δύο κι εγώ παύω να είμαι ένα – Μου λέτε πως υπάρχει άφθονος χώρος στο διάστημα; - Εγώ όμως δεν είμαι ένα στο χώρο είμαι ένα στο χρόνο – Στο μεταλλικό χρόνο – Ραδιενεργό χρόνο – Κι έτσι φυσικά προσπάθησα να σας διώξω όλους από το χώρο από το διάστημα – Εδώ τελειώνει ο χρόνος – 


Andre Perkowski, 


Τεράστιες δημόσιες δεξαμενές κατάδυσης απορροφάνε και πολτοποιούν ολόκληρους πληθυσμούς κάνοντάς τους μια άμορφη μάζα – Είναι πιο δημοκρατικό έτσι το καταλαβαίνεις; – Βιολογική Αντιπροσώπευση – Ρίχτε την ψήφο σας μεσ’ τις δεξαμενές – Εδώ που κυκλοφορεί η σάρκα μέσα σε ομίχλη από νέον και τις ταμπέλες αναγνώρισης τις φυλάνε ηλεκτρικά σκυλιά μυρίζοντας πέρα δώθε με την τρίχα σηκωμένη για να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους – Οι δολοφόνοι περιμένουν κομματιασμένοι σε τμήματα ανίχνευσης ποδιών γέλιου και ποτού – 





Ουίλιαμ Μπάροουζ, ΝΟΒΑ ΕΞΠΡΕΣ
Μτφ. Γιώργος Γούτας
"Ελεύθερος Τύπος", 1986







ολίγα  ακόμα (από τα πολλά):



ο Μπάροουζ το 1951 σκότωσε τη σύντροφό του Τζόαν
παίζοντας τον Γουλιέλμο Τέλλο
(ανθρωποκτονία εξ αμελείας)
 με τον Σέξπιρ δεν ήταν προσχηματικός...



Is Everybody in? (Μπάροουζ - Μόρισον)



Nothing is true, everything is permitted



Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

ΣΥΜΠΑΝΤΟΥΜ Ι






Γιώργος Σεφέρης




astronomy-is-awesome.tumblr.





μας είπαν πως κάνουν κουμάντο τ’ αστέρια
στο μαύρο στερέωμα, του σύμπαντος κτήτες,
φεγγάρια, πλανήτες πως στέλνουν χαμπέρια
ο χρόνος πως έχει δαμάσει αστρίτες


στο μαύρο στερέωμα, του σύμπαντος κτήτες,
χιλιάδες σπυριά που αναβλύζουν φως πύον
ο χρόνος πως έχει δαμάσει αστρίτες
οι μύθοι το λένε, οι μύθοι, όμως, ποίων


χιλιάδες σπυριά που αναβλύζουν φως πύον
βουρλίζουν τον όχλο, μια μάζα από μάτια,
οι μύθοι το λένε, οι μύθοι, όμως, ποίων
παλιών μεγαλείων ερείπια παλάτια


βουρλίζουν τον όχλο, μια μάζα από μάτια,
τα στόματα μάτια δειασμένα εμέσσουν
παλιών μεγαλείων ερείπια παλάτια
τις κόρες στις ώρες οι μύλοι θ’ αλέσουν


τα στόματα μάτια δειασμένα εμέσσουν
ο φθόνος βασίλειο γελοίων δραμάτων 
τις κόρες στις ώρες οι μύλοι θ’ αλέσουν
οι γιοι θα ’ναι σφάγια βωμών οραμάτων


ο φθόνος βασίλειο γελοίων δραμάτων 
κομήτες ουρλιάζουν, κουφές νόβες κλαίνε
οι γιοι θα ’ναι σφάγια βωμών οραμάτων
φαιδροί αυλικοί, κολακείες που λένε


κομήτες ουρλιάζουν, κουφές νόβες κλαίνε
οι μαύρες μανάδες με χώμα στα χέρια
φαιδροί αυλικοί, κολακείες που λένε,
μας είπαν πως κάνουν κουμάντο τ’ αστέρια





Sun Ra - Saturn / Hours After, by 





έξι μήνες αργότερα:
ΣΥΜΠΑΝΤΟΥΜ ΙΙ



Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Υπόσχεση



από το φιλμ "Μαθήματα Πιάνου" της Jane Campion (1993),
Michael Nyman: the Promise - 



Ήτανε μια υπόσχεση πυγμαίων,
μόνο στο φρόνημα – άλλως, ψηλέων.
Ο χρόνος έφριττε σαν λιγωμένος
να τους κοιτάζει, ο προδομένος.
Βαριά υπόσχεση. Και επιπλέον,

ήτανε μια υπόσχεση μοιραίων,
μόνο στην όψη – αλλιώς, κορέων.
Ο χρόνος, φθόνος καταντημένος,
που στην υπόσχεση σα στρατευμένος,
γέρασε, πόνεσε και τώρα, κλαίων,

ήταν μια υπόσχεση, λέει, σπουδαίων,
μόνο στο λέγειν – αλλού, υπναλέων.
Ο χρόνος πούλησε, απελπισμένος,
τα υπάρχοντά του και τώρα, ξένος,
μνήμη υποσχέσεων θάβει χυδαίων. 





Violent Femmes κτλ -




Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

ποιητικός κορεσμός



ο ποιητής κουράστηκε, κορέστηκε κατ’ άλλους,
κοίταξε πίσω – τίποτα – και πάλι μπρος – θολούρα –
κάποτε του είπαν για στρωτές ρίμες εκπάγλου κάλλους
για συνταγές περίφημες - μ’ αποζητούσε κούρα



  Jean Millet, The Man with the Hoe, 1860-62, the J.P. Getty Museum


απ’ της καταδολίευσης το θέλγητρο μαχαίρι
ως του ξερού βηξίματος την υποκριτική
σε αποστάσεις σύμφυτες μ’ όσες κάθε ξενέρι
διανύει απ’ τα μεσάνυχτα μ’ ελπίδα νηστική



Mohammad - Koraci, http://www.mohammad.gr/

και ξαρματώνει τις πενιές, κορδώνει αγριάδα
σκοινί κορδόνι ανοίγεται κι απλώνεται εν ριπή
στην ανηφόρα στέκεται γι’ ανάσα σε συστάδα
λέξεων που τον ξεδιψούν μα ο ήχος τους τον λυπεί


 Eugène Delacroix, 1830, από το La Liberté guidant le peuple

  
εγκαλιτέ ή λιμπερτέ; τα δυο μαζί δεν κάνουν
όμως και χώρια αμπόρετο - αντίμαχα να σπουν
το ιδεατό ξεκλήρισμα των όρθρων, ν’ ανατάμουν
των ιδεών τη σύζευξη, στη φύση να υπακούν


Chat Saisissant un Oiseau, 1939 - Musée National Picasso, Paris


αλύτρωτο το δράμα του ποιητή τούτες τις μέρες
που ανυποψίαστος ριγά στη θέα του μοχθηρού
ανάρμοστα σεμνύονται οι αρχοβόρες λέρες
καλά που το κατάλαβε – δρουν εκ του πονηρού




Nick Drake -  Cello Song, by


Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

εμπρός, μαρξ!
(τα τσιτάτα τσιτώνουν)



Ενώ αποδόθηκαν τα μέγιστα
τα τηλεύσημα στους αγανακτισμένους,
έμελε μετά τη 15η Ιουνίου,
ημέρα της καθολικής κοινοβουλευτικής αβεβαιότητας,
να παραχωρηθεί και πάλι,
πανηγυρικά,
το σκήπτρο της τηλεοπτικής αγωνίας,
του αίσχιστου θεάματος,
στους φθισικούς αυτουργούς του μελοδράματος.
Η αγωνία για την εθνική συνεννόηση,
υπερκέρασε την «αγωνία αυτού του τόπου για ζωή».


Η δε αριστερά,
ζητά επίμονα εκλογές,
παρότι
«το γενικό εκλογικό δικαίωμα
παραδίνει την πολιτική εξουσία
στις τάξεις
που επιδιώκει να διαιωνίσει
την κοινωνική σκλαβιά τους 1».


Playing for Change, Gimme Shelter (R. Stones), by



Και ξεχνά ότι
«Οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία,
τη δημιουργούν όμως όχι όπως τους αρέσει,
όχι μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν,
μα μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα,
που είναι δοσμένες
και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν.
Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών
βαραίνει σα βραχνάς στο μυαλό των ζωντανών
Και όταν ακόμα οι ζωντανοί
φαίνονται σαν ν’ ασχολούνται
ν’ ανατρέψουν τους εαυτούς τους και τα πράγματα
και να δημιουργήσουν κάτι που δεν έχει προϋπάρξει,
σ’ αυτές ακριβώς τις εποχές της επαναστατικής κρίσης
επικαλούνται φοβισμένοι
τα πνεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία τους,
δανείζονται τα ονόματά τους,
τα μαχητικά συνθήματά τους,
τις στολές τους,
για να παραστήσουν
με την αρχαιοπρεπή αυτή σεβάσμια μεταμφίεση
και μ’ αυτή τη δανεισμένη γλώσσα
τη νέα σκηνή της παγκόσμιας ιστορίας 2».




Rolling Stones, Sympathy for the Devil (Hyde Park, 1969), by




Σημειώσεις:
1. Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850
2. Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη


(από τη σκονισμένη παιδική μου βιβλιοθήκη)
Εκδόσεις Γνώση (άγνωστο πότε)
«Μετέφρασε επιτελείο μεταφραστών»

I heard it through the Gravepine






Paul Weller - Amy Winehouse (!) by




εις ορκισθέντα υπουργόν:


την δε τρίτη ημέρα, κατά τας γραφάς,
σ’ είδαν σε κουρείο σε προφίλ κι ανφάς
ένας είπε “πόσο πια να τα ρουφάς”
κι ένας λαρισαίος “γιατί; έχει φάσ’ ”

άντε και ορκίσου, βγήκε ο φετφάς,
σου ‘χει ο γιωργάκης γλάρο για να φας,
φόρα και γελέκο, όμως ντούμπλε φας,
δίπορτο να παίζεις, γιατί αλλιώς ψοφάς



εν τη καρακάξα πρωτο-δημοσιευθέν
γούγλισε: καρακάξα (διαρκής παρακαταθήκη)









Marvin Gaye - a capella


Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Δημήτρης Δημητριάδης: ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑΝ ΧΩΡΑ


© Ch. Bilios Theseum
από την παράσταση του Μ. Μαρμαρινού
το Νοέμβρη του 2009 στο Παρίσι



… γριές που ούτε κι αυτές οι ίδιες δεν ήξεραν να πουν την ηλικία τους και μεταφέρονταν σαν ιερά λείψανα προαιώνιων κι ανώνυμων αγίων πάνω στ’ αυτοκίνητα, αντί να σηκώσουν το χέρι τους και να σταυροκοπηθούν ακούγοντας τις αγωνιώδεις εκκλήσεις του προέδρου της Δημοκρατίας, έφτυσαν στην παλάμη τους κι έκαναν όλες μαζί, κουνώντας με νόημα το κεφάλι, την κίνηση που κάνουν οι άντρες, μικροί και μεγάλοι, με το δεξί τους χέρι όταν θέλουν να δείξουν χωρίς λόγια πως κάποιον τον έχει βαρέσει η μαλακία στο κεφάλι. (…)
… την χρονιά εκείνη έγιναν κι οι περισσότερες συνωμοσίες στα ανώτερα κρατικά κλιμάκια, κοπάδια βουλευτών εξαγοράζονταν και προσχωρούσαν κορδωμένοι στην ακριβώς αντίθετη παράταξη μόνο και μόνο για να ικανοποιήσουν προσωπικές ή οικογενειακές φιλοδοξίες (ένας, λένε, δέχτηκε να γίνει υπουργός για να δώσει μια τελευταία χαρά στην ετοιμοθάνατη γριά μητέρα του γιατί την είχε φάει το μαράζι που ο γιος της είχε γεράσει βουλευτής), οι φανατικοί πατριώτες κι εθνικόφρονες φυγάδευσαν περιουσίες ολόκληρες στο εξωτερικό με την βοήθεια των αλληλοκα- θρεφτιζόμενων καθεστώτων που ορισμένοι απ’ αυτούς τα κρατούσαν με τα λεφτά τους και τις διασυνδέσεις τους στην εξουσία, (…) οι κυβερνήσεις διαδέχονταν η μια την άλλη μ’ έναν πυρετώδη ρυθμό αλληλουχίας αποτυχιών, εγκλημάτων κι αναρίθμητων μορφών ανικανότητας που έφτανε στα όρια της πνευματικής παραλυσίας, φρενιασμένοι οπαδοί πεθαμένων πολιτικών αρχηγών τούς έβγαλαν απ’ τους τάφους τους και κρατώντας τους ψηλά μέσα στα λασπωμένα φέρετρά τους, τους περιέφεραν στους δρόμους ζητώντας με εξτρεμιστικά συνθήματα την επαναφορά τους στην ενεργό πολιτική γιατί υποστήριζαν πως μόνο αυτοί θα γλίτωναν την χώρα απ’ την ολοκληρωτική της εξαφάνιση, (…)


από το ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑΝ ΧΩΡΑ του Δημήτρη Δημητριάδη (1978)
Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 2010




 
Butthole Surfers, Strangers Die Everyday,
by
NightmareInMoloch




 και
η παράσταση του Θοδ. Εσπιρίτου

το 1999 με την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού

 

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Μακιαβέλλι: αν ο λαός σε μισεί...

Και, επειδή το επιβάλλει το θέμα, δεν θέλω να παραλείψω να υπενθυμίσω στους ηγεμόνες που απέκτησαν ένα κράτος προσφάτως με τη συνδρομή και την εύνοια των ντόπιων, να ερευνήσουν καλά ποιος λόγος είχε ωθήσει εκείνους που τον ευνόησαν να τον ευνοήσουν· και, εάν δεν πρόκειται για φυσική συμπάθεια προς αυτόν, αλλά για τη δυσαρέσκειά τους προς την προηγούμενη κυβέρνηση, με πολύ κόπο και μεγάλη δυσκολία θα μπορέσει να τους διατηρήσει φίλους, μια και θα του είναι αδύνατον να μπορεί να τους ευχαριστεί. Και μελετώντας καλά, μέσα από τα παραδείγματα που εξάγονται από τα αρχαία και τα σύγχρονα γεγονότα, την αιτία αυτού του πράγματος, θα δούμε ότι είναι πολύ πιο εύκολο να κάνει φίλους τους ανθρώπους που ήσαν ευχαριστημένοι με το προηγούμενο καθεστώς και γι’ αυτό ήσαν εχθροί του, παρά εκείνους που, επειδή δεν ήσαν ευχα- ριστημένοι, έγιναν φίλοι του και τον βοήθησαν να καταλάβει το κράτος.

Ο ηγεμόνας που φοβάται περισσότερο τον λαό παρά τους ξένους, πρέπει να χτίζει φρούρια· εκείνος όμως που φοβάται περισσότερο τους ξένους παρά τον λαό πρέπει να μην τα δώσει σημασία. Συνεπώς, το καλύτερο φρούριο που υπάρχει είναι να μην είσαι μισητός από τον λαό· γιατί αν ο λαός σε μισεί, ακόμη κι αν έχεις φρούρια, δεν σε σώζουν.
  





Νικολό Μακιαβέλλι, ο Ηγεμόνας, 1513
(αποσπάσματα κεφ. ΧΧ)

Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1996
μτφ. Ζώζη Ζωγραφίδου – Καραχάλιου
επιμ. μτφ. Γιώργος Ζωγραφίδης


Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

χαρά


κάποτε ρώτησες χαρά τι θα μας φέρει
σ’ αυτά τα μέρη που της άπνοιας η σιωπή
όλα τα σκέπασε – κι αόρατο ένα χέρι
απ’ το καπέλο έβγαλε την ενοχή

της ιστορίας οι ανόρεχτοι αν και ρέκτες
οι συγγραφείς δεν βρήκαν τι να γράψουν
αφού η χαρά αποθαρρύνθηκε απ’ τις σέχτες
της περιφρόνησης που τους καλεί να πάψουν

να διαλαλούν με τάξη νέες αφηγήσεις
σε περιόδους να χωρίζουν τα λαγούμια
που ο τυφλοπόντικας που έλεγε θα λυγίσεις
άνοιγε κι έβρισκε ανέπαφη τη μούμια

της χαράς



για τη χαρά που ρώτησες σου λέω
δεν είναι επίφοβο ν’ αναρωτιέσαι διόλου
ούτε όμως πρέπει να προσμένεις ρωμαλέο
να βρεις καλούπι του αστείου σου ειδώλου

θα σου προτείνω τα όνειρά σου ν’ αγαπήσεις
να φοβερίσεις τεχνοκράτες – τρομοκράτες
κι αν στη γιορτή του χάους, πρωτάρης, θα μεθύσεις
να αποφύγεις τις ανούσιες παρλάτες

 
Χειμερινοί Κολυμβητές, Χαρά (από το Πάρκο στη Μυροβόλο)


Τεχνοκράτες, τρομοκράτες μ᾿ ἐργοστάσια, γκοβέρνα,
μὲ παράτες καὶ μὲ μάσες, δὲν σᾶς μένει τώρα πιά,
οὔτε χρόνος, οὔτε μῆνες, οὔτε μέρα, οὔτε ὥρα,
μόνο μία στιγμὴ μικρούλα, ὅσο μιὰ ἀστραπὴ μικρή.


Κι οἱ λύκοι τώρα θὰ γενοῦνε προβατάκια,
καθὼς τὰ ἔλεγε ὁ παλιὸς ὁ ἀρχηγός,
καθὼς οἱ χοῖροι ποὺ γενήκαν ἀνθρωπάκια,
στῆς Κίρκης τὸν πανάρχαιο καιρό.


Κι ἀρχινάει ἡ γιορτὴ τοῦ χάους, τὸ μεγάλο πανηγύρι,
τὸ ἀτέλειωτο μεθύσι, μὲ λατέρνες μὲ βιολιά.


Τώρα Βαγγέλη, θὰ γλεντοῦμε ἀδερφωμένοι
δίχως πουκάμισα πουὰν καὶ ἐνοχές·
καὶ ἡ χαρὰ θὰ μᾶς τρελαίνει στὰ παιχίδια,
μὲ τὰ μπουζούκια καὶ τὰ σάζια ἀγκαλιά.



Αργύρης Μπακιρτζής, Λιμένας Θάσου, Αὔγουστος 1977



Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

παράξενη ιδέα, κατακρεουργημένη




ήταν μια παράξενη ιδέα
που κοιμόταν σε μυαλά σπουδαία
κάποιος σκαρφίστηκε να την ξεθάψει
και με μια σπίθα μοναχά ν’ ανάψει
φωτιά που θα εξαπλώνονταν ραγδαία

με την ιδέα του βρήκε παρέα
μυαλά με δίψα για ζωή ακραία
ύστερα πήγε προς στιγμή να κλάψει
γιατί η φωτιά ακούσια είχε κάψει
των ιδεών του τη γιαγιά, τη γραία

κάθε ιδέα ποτισμένη με οργή
πάντα στο τέλος κάποιος την ιερουργεί
η οργή της γίνεται καπνός σε θυμιατά
το μέλλον στρώνεται με εξαίσια σκατά
κι ένας εσμός την κατακρεουργεί


Μ.Χατζιδάκι, τα παιδιά κάτω στον κάμπο (Sweet Movie)